• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Νίκου Γεωργαντώνη “Η γιαγιά του Χριστού της γειτονιάς”

Το ποίημα του Νίκου Γεωργαντώνη “Η γιαγιά του Χριστού της γειτονιάς”  αφορά την αδιέξοδη βιοποριστική κατάσταση της νέας γενιάς στη χώρα μας, τα τραγικά διλήμματα που αντιμετωπίζει, καθώς και την σχέση των γηραιότερων με τους νεότερους.

  Η ΓΙΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Η γιαγιά συγκινήθηκε.

«Γυρνούσα σπίτι και είδα μια κοπελιά, έξω, να καθαρίζει.
Μια όμορφη κοπέλα, με ωραία μαλλιά, μεγάλα μάτια…
Της μίλησα, έπιασα κουβέντα. Μου είπε ότι είναι
χημικός και έχει μάστερ. Βρήκε αυτή τη δουλειά, γιατί δεν
έχει πού αλλού να δουλέψει.
Ακούς, αγόρι μου!
Χημικός με μάστερ… Να καθαρίζει τους δρόμους!
Έφυγα!
Τρελάθηκα!
Ανέβηκα στο σπίτι!
Έκλαιγα!… Έκλαιγα!…
Σκεφτόμουν εσένα…
Όλα τα παιδιά…
Αγόρι μου, τι θα απογίνετε;…
Θε μου, τι θ’ απογίνετε;…
Εμείς δυσκολευτήκαμε, αλλά… τα πράγματα πήγαιναν
σιγά-σιγά καλύτερα, υπήρχε πρόοδος, ζούσαμε πιο καλά.
Εσείς τι θα κάνετε;… Πώς θα ζήσετε;
Αγόρι μου, μήπως να φύγετε…
Έξω… Άνθρωπος και εσύ με ικανότητες είσαι.
Να φύγεις, παιδί μου…
Αγωνιώ μη χαθείς…
Φοβάμαι, αγόρι μου…
Τόσα παιδιά έχουνε φύγει… και προοδεύουνε…
Σκέψου το.
Τώρα, έχεις γυναίκα και παιδί…
Έχεις ευθύνη. Άντρας είσαι.
Κάνε την καρδιά σου πέτρα!»

«Γιαγιά, αν φύγω πότε θα σε ξαναδώ;»

«Δεν πειράζει, αγόρι μου… Αρκεί να είσαι εσύ καλά!
Ας μη με ξαναδείς! Τι έγινε;… Αρκεί να ξέρω ότι θα είσαι
εσύ καλά με την οικογένειά σου!»

«Και τι θα κάνω έξω, γιαγιά;…
Εδώ ποιος θα μείνει;…
Κάτι θα βρω…
Μην ανησυχείς…
Όλο και κάτι θα βρεθεί…»

«Αχ, παιδί μου!… Εμένα τα μάτια μου θα κλείσουνε σε λίγο…
Γέρασα πια, μεγάλωσα, κοντά ενενήντα χρονών! Ξέρεις τι είναι
να φεύγεις και να ξέρεις ότι τα εγγόνια σου θα περάσουν πιο δύσκολα
από σένα;» (δάκρυσε) «Τι να πω… εγώ θέλω μόνο να είστε
ευτυχισμένοι!… να έχετε ένα σπίτι!… να μπορέσετε να μεγαλώσετε
τα παιδιά σας…» (ξεροκατάπιε)

Σκούπισε τα δάκρυά της.
Δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο…
Ο εγγονός της την πλησίασε, έκατσε δίπλα της, την αγκάλιασε,
της χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά…
«Μη στενοχωριέσαι, γιαγιά μου…» της είπε τρυφερά.
«Όλα θα πάνε καλά!»

Και ακουμπώντας το πηγούνι του πάνω στο κυρτό άσπρο κεφάλι της γιαγιάς,
ένιωσε με τα χέρια του το αδύναμο κορμί της,
τις δυνάμεις της που την εγκαταλείπουν…
Βούρκωσε.
Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά του.
Ήξερε.
Ότι είχε πάρει τον πιο δύσκολο δρόμο…
Δεν το ’λεγε όμως.
Σαν τον Χριστό, ένιωσε συμπόνια,
και δεν αποκάλυψε το μέλλον του σ’ έναν άνθρωπο που φεύγει…
Η γιαγιά ένιωσε σιγουριά.
Γέμισε εμπιστοσύνη.
Αλίμονο.
Δάκρυα εκείνου έτρεχαν στα μάγουλά του.
Δάκρυα που προσπαθούσε να ελέγξει.
Να μην φτάσουν στ’ άσπρα της μαλλιά.
Και καταλάβει…
Να μην φτάσουν στο ανάγλυφο μέτωπό της
Και γυρισει και τον δει!
Κρυφά…
Γιατί αύριο ο αγέρας
θα φυσάει περισσότερο…
στις ανοιχτές πληγές
στο πληγωμένο μέτωπό του…
Κι αυτό, Θεέ μου! δεν έπρεπε καθόλου να το ξέρει…
Καθόλου.

«Όλα θα πάνε καλά!»