Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΝΙΚΟΛΑΣ ΓΚΙΓΙΕΝ, ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ ΜΕ ΜΠΑΖΟΥΚΑ

«Η μουλάτα ψυχή της Κούβας και η συνείδησή της»*

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Το 2018 κυκλοφόρησαν δύο εξαίρετες εκδόσεις για έναν εξαίρετο ποιητή. Η μία είναι από το «Δίαυλος» με τίτλο Αηδόνια και Μπαζούκας, 4 ποιήματα για τον Τσε- 7 για την Επανάσταση, μια δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση σε μετάφραση του Μπάμπη Ζαφειράτου. Η άλλη έκδοση φέρνει τον τίτλο Ο μεγάλος ζωολογικός Κήπος και είναι από τις εκδόσεις «ΚΨΜ, ΣύΜΜΕΙΚΤΑ» επίσης σε μετάφραση του Μπάμπη Ζαφειράτου, που έγραψε και την εξαιρετικά μεστή εισαγωγή, τους σχολιασμούς/σημειώσεις  συνοδεύοντας τα κείμενα του με κάποια σχέδια. Οι εικόνες στην έκδοση είναι του Ανδρέα Ζαφειράτου. Σημειωτέον: οι εκδόσεις είναι δίγλωσσες σ’ ό, τι αφορά τα ποιήματα. Δηλαδή, στη μία σελίδα το ισπανικό πρωτότυπο, στη διπλανή η ελληνική μετάφραση.

*Έκφραση του μεταφραστή στην πρώτη σελίδα της εισαγωγής

Όχι αποικία στη λογοτεχνία

«Με γοητεύει η μελέτη του λαού. Η αναζήτηση της ύπαρξής του, η ερμηνεία του πόνου του και της χαράς του», θα πει ο Κουβανός Νικολάς Γκιγιέν (1902-1989), η «μουλάτα ψυχή.» Χαρακτηριστική κουβέντα για έναν ποιητή μιας νοτιοαμερικανικής ηπείρου, όπου η πλειονότητα είναι (φυλετικά) μεικτή. Αυτό το mestizaje αποτέλεσε αφορμή για μια έντονη κοινωνικοφιλοσοφική συζήτηση στη Νότια Αμερική, κυρίως από τις αρχές του 20ου αιώνα. Από τη μία υπηρχε η ρατσιστική άποψη, ότι το ανακάτεμα διαφόρων φυλών είχε οδηγήσει τους λαούς στις αποικίες σε φυλετική κατωτερότητα. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς στη «σχολή» αυτή τη φασιστική θεωρία περί καθαρής φυλής που ιδιαίτερα θέριζε την Ευρώπη του πρώτου guillen zoo ex siteμισού του περασμένου αιώνα, αλλά με παρακλάδια στις αποικίες- πρώην και μη – και έχει μέχρι σήμερα γερές καταβολές. Από την άλλη η θεωρία περί της νέας «κοσμικής» ράτσας ως ανώτερης, ακριβώς λόγω της ανάμιξης. Η τελευταία  ουσιαστικά έγινε ευρύτερα γνωστή με το Μεξικανό Χοσέ Βασκονσέλος και το ουτοπικό δοκίμιό του La raza cósmica (1926), παρ’ όλο που η ιδέα αυτή είχε εκφραστεί από αρκετούς άλλους Νοτιοαμερικανούς συγγραφείς και στοχαστές. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και με τη μαζική ανεξαρτητοποίηση των περισσοτέρων αποικιοκρατούμενων χωρών της Ασίας και της Αφρικής (στη Λατινική Αμερική αυτό είχε γίνει ήδη στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα) η ιδέα του «μείγματος» ως αποτέλεσμα 500 χρόνων αποικιοκρατίας απόκτησε μια καινούργια διάσταση και καθιερώθηκε από βασικούς φιλόσοφους και συγγραφείς του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» ως θετική. Το αποτέλεσμα ήταν από τη δεκαετία του 50 του περασμένου αιώνα, αλλά ιδιαίτερα στις δεκαετίες του 60 και 70 να υπάρξει μια καινούργια ώθηση στη συγγραφική, καλλιτεχνική δημιουργία εξαιτίας ακριβώς του αμοιβαίου μπολιάσματος φυλών και πολιτισμών. Τα ποιητικά αηδόνια του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» απόκτησαν βροντερή φωνή αξιοποιώντας ένα από αιώνες συσσωρευμένο υλικό το οποίο το μετουσίασαν σε τέχνη και στοχασμό. Ένας ως τότε άγνωστος στις δυτικές χώρες κόσμος αποκαλύφθηκε και απόκτησε πρόσωπο. Η πάντα μέχρι τότε καταπιεσμένη «μαύρη», «μουλατική» και οποιαδήποτε άλλη «μεικτή» φωνή απόκτησε συνείδηση του εαυτού της και άρχισε να κατακτάει τη θέση της στη λογοτεχνία. Και ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός, ότι η φωνή αυτή προερχόταν από το καταπιεσμένο στις αποικίες κομμάτι της ανθρωπότητας. Έτσι έβαλε τη δική της ταξική διάσταση συνδυάζοντας την προσωπική, αυτοβιογραφική πτυχή με καλά τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα. Ο Αργεντινός συγγραφέας του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, Εστέμπαν Ετσεβερρία, που έζησε στην πρώτη, εξαιρετικά ταραχώδη, περίοδο ανεξαρτησίας της χώρας του από τον ισπανικό ζυγό, το είχε εκφράσει εύστοχα με τα εξής λόγια: «Δεν μπορείς να είσαι πολιτικά ανεξάρτητος και αποικία στη λογοτεχνία.»

Το αμφίβιο τέρας της αποικιοκρατίας

Ο Νικολάς Γκιγιέν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Γεννήθηκε το 1902. Μόλις το 1898 η Κούβα είχε πετάξει από πάνω της τον ισπανικό αποικιοκρατικό ζυγό. Δηλαδή, το κουβανέζικο αηδόνι μεγάλωσε εν μέσω επεμβάσεων των ΗΠΑ που από καιρό, αλλά ιδιαίτερα μετά το δικό τους εμφύλιο πόλεμο, ετοιμάζονταν να διαδεχθούν τις ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις στην ήπειρο και πρώτα στη «γειτονιά» τους, το νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι σε μια ισπανόφωνη έκδοση συλλογής ποιημάτων του Γκιγιέν του 1984, τους οποίους είχε διαλέξει ο ποιητής σε θέση προλόγου-αφιέρωσης στο Μεγάλο ζωολογικό Κήπο. Τους ανακάλυψε, τους επέλεξε και τους μετάφρασε ο Μπάμπης Ζαφειράτος στη δική του έκδοση. Πρόκειται για ένα κήτο αμφίβιο, που ονομάζεται «σάγρα». Είναι ενός Χοσέ Α. Σάκο σε επιστολή προς τον Γκονσάλο Αλφόνσο και φέρνει την ημερομηνεία 13 Οκτωβρίου του 1859. Δηλαδή 39 χρόνια πριν από το 1898. Οφείλουμε να το αναφέρουμε:

«Φυσική ιστορία. Λα Σάγρα. Κήτος αμφίβιο

και κρατικοδίαιτο.Ο κορμός του βρίσκεται

στην Ευρώπη και το στόμα του εγκιβωτισμέ-

νο στα Υπερπόντια εδάφη. Ζώο εξαιρετικά

 σπάνιο, αλλά  ένα δείγμα του είδους του βρί-

σκεται στο ισπανικό κοινοβούλιο.»

 Και το γιγάντιο αυτό τέρας εξακολουθεί να απειλεί. Στην εισαγωγή του Μεγάλου ζωολογικού κήπου αναφέρονται οι επεμβάσεις των ΗΠΑ στην Κούβα από το 1898 μέχρι το 1962. Έχει καθοριστική σημασία ο αναγνώστης να έχει στο νου την εποχή και τις συνθήκες της χώρας, όπου ένας ποιητής γεννιέται και ζει.

Ο δημιουργικός μουλάτος

Ο Νικολάς Γκιγιέν είναι παράδειγμα κατ’ εξοχήν της καινούργιας φωνής από τον καταπιεσμένο «Τρίτο Κόσμο». «Μεικτός», με ταξική συνείδηση, εμβληματικός δημιουργός κοινωνικής λαϊκής ποίησης, έβαλε τη σφραγίδα του στην λατινοαμερικανική ποίηση του 20ου αιώνα, αλλά κατάκτησε και μια θέση στο παγκόσμιο ποιητικό πάνθεον. Το έργο του παραπέμπει συχνά στο ιδιαίτερο μουσικό ήχο της Καραϊβικής, το son, με τις αφρικανικές ρίζες του. Στην εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή-μελέτη του ο Ζαφειράτος εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη μουσική κληρονομιά, όπως αυτή αντανακλάται στην ποίηση του Γκιγιέν. Η φιλική σύνδεση του Γκιγιέν με τον Αφροαμερικανό ποιητή, συγγραφέα και αρθρογράφο Λάνγκστον Χιουζ ανέδειξε την ψυχική και πνευματική τους συγγένεια. Αυτό έκανε τον Τζαμαϊκανό ποιητή και μελετητή του Γκιγιέν, Κηθ  Έλις, να παρατηρεί:

«Η αντίδραση των Χιουζ-Γκιγιέν στις σκληρές, αντίξοες, επί σειρά ετών, συνθήκες των αντίστοιχων κοινωνιών τους δημιούργησε τις ομοιότητες στην ποίησή τους και δυνάμωσε τους δεσμούς τους» (σελ. 26 της Εισαγωγής).

Ακολουθεί το συμπέρασμα του Ζαφειράτου, ότι η μουσική κληρονομιά των λαών τους είναι παρούσα, στον Χιουζ με το τζαζ και το μπλουζ, στον Γκιγιέν «με τον αφρικανικό ρυθμό και την ισπανική μελωδία, που συνοψίζονται στο ρυθμό son». Πολλά ποιήματα του Γκιγιέν έχουν μελοποιηθεί. Άλλωστε, όπως μας ενημερώνει η εισαγωγή, το 1930 ο Γκιγιέν δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή ποιημάτων με τίτλο Motivos de Son (Μοτίβα για Σον). Πρόκειται για 8 ποιήματα με κεντρικά πρόσωπα τους μαύρους κι αυτό ήταν η πρώτη φορά στην ισπανόφωνη ποίηση. Μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες. Αντιδραστικοί κύκλοι της εποχής θα μιλούν για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του νεαρού ποιητή, αλλά η συλλογή έτυχε μεγάλης λαϊκής αποδοχής (σελ. 27 της Εισαγωγής). Στην εισαγωγή ο αναγνώστης μπορεί να ενημερωθεί για την ενδιαφέρουσα ιστορία της καταγωγής του Μεγάλου Ζωολογικού Κήπου, που ίσως να τραβάει και από το Μεσαίωνα ακόμα.

Για ποιά ζώα μιλάμε;

Ο Αϊτιανός ποιητής, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Ρενέ Ντεπέστρε μετάφρασε το έργο στα γαλλικά και παρατηρεί στον πρόλογό του: «Φέρνουμε στο μυαλό μας τα περίφημα μπεστιάρια του Μεσαίωνα, αλλά και πολλά ακόμη σύγχρονα από την παγκόσμια λογοτεχνία, όπως τα ελάφια του Φένιμορ Κούπερ, τον Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, τον ξιφία του Έρνεστ Χέμινγουεϊ ή την Αρκούδα του Ουίλιαμ Φώκνερ. Και τώρα έρχεται να προστεθεί το Gran Zoo του Γκιγιέν, ο οποίος κάποιες φορές θα υπερβεί τα άλλα μπεστιάρια κατά την κεφαλή μιας καμηλοπάρδαλης!» (σελ. 80 Εισαγωγής). Εύστοχα ο Ντεπέστρε θα διατυπώσει με ποιό τρόπο ο Μεγάλος Ζωολογικός Κήπος ενσωματήθηκε στο νέο κοινωνικό πλαίσιο της Κούβας, όταν πια η Επανάσταση είχε μπει στη ζωή του κουβανικού λαού: «Τα κακώς κείμενα τα οποία καταγγέλλει ο Γκιγιέν ή ξεριζώνονται ή μένουν στη μέση του δρόμου. Μεγάλος αριθμός από τα «άγρια ζώα» αυτού του μπεστιαρίου, που κάποτε έσπερναν τον τρόμο στην Κούβα, πιάστηκαν και δαμάστηκαν από την Επανάσταση δια παντός. Αυτή είναι η μοίρα της Πείνας, της Δίψας, των Τοκογλύφων, της Αστυνομίας, των Γκάνγκστερ, του Λυντς** της Αλαμπάμας, των Αμερικανών Αετών, των Νταβατζήδων, της Καραϊβικής, και τόσων άλλων επικίνδυνων θηρίων, βγαλμένων από τα σπλάχνα της αποικιοκρατίας»(σελ. 86/87 της Εισαγωγής). Μαθαίνει ο αναγνώστης διαβάζοντας την πολύ εμπεριστατωμένη εισαγωγή, ότι η πρώτη μετάφραση του Μεγάλου Ζωολογικόυ Κήπου στα ελληνικά είναι του Γιάννη Ρίτσου ( από τα γαλλικά της μετάφρασης του Ντεπέστρε) και κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του 1966 από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα ισπανικά στην ίδια την Κούβα. Στην ίδια χρονιά μελοποιείται η Ρωμιοσύνη. Ο Ρίτσος είχε επισκεφθεί την Κούβα στα μέσα του 1966. Βέβαια, τέσσερεις μήνες αργότερα «κυκλοφόρησαν και τα τανκς, οπότε ο Κήπος (μαζί με τα άλλα βιβλία του Ρίτσου) ισοπεδώθηκε κι αυτός απ΄’ τις ερπύστριές τους» γράφει χαρακτηριστικά ο Μπάμπης Ζαφειράτος (σελ. 21 της Εισαγωγής). Ο Γκιγιέν, άλλωστε, ήταν ο πρώτος μεταφραστής του Ρίτσου στα ισπανικά. Δύο μεγάλα ποιητικά πνεύματα συναντήθηκαν στη σύμπνοια της επαναστατικής δημιουργίας! Να μη διστάζει καθόλου ο αναγνώστης: αποκτώντας το βιβλίο θα απολαύσει μια εξέχουσα ποίηση και θα μάθει πολλά από την Εισαγωγή, τους σχολιασμούς και τις σημειώσεις του μεταφραστή για τα ίδια τα ποιήματα, αλλά και για το μεγάλο φάσμα προσώπων και γεγονότων μέσα από την ποίηση του Γκιγιέν.

**Από κει προέρχεται το «λυντσάρισμα». Ο Ουίλλιαμ Λυντς (1742-1820) έφτιαξε ένα νόμο που επέτρεπε την εκτέλεση χωρίς δίκη, συνήθως με απαγχονισμό. Στο Ψηλώνουν Πολύ τα Λουλούδια ο Γκιγιέν γράφει:

[…] με τον Λυντς στο τιμόνι, με το νόμο Τζιμ Κρόου να προστάζει

και σε αιμάτινες θάλασσες μες στη νύχτα η ζωή μου ν’ αδειάζει […]

                      ———————————————-

προχώρησε Λυντς, τρέξε, βρες το κνούτο που οργώνει

τις πλάτες μας. Ζήτω! Ζήτω! Η Πρόοδος του κνούτου ζυγώνει! […]

(Σελ. 218/219 των Σημειώσεων του Μεταφραστή, όπου εξηγεί και πολλά άλλα ονόματα, γεγονότα, συμβολισμούς ζώων που διευκολύνουν τον αναγνώστη να μπει στο χωροχρονικό κόσμο του ποιητή )

Τσε κομαντάντε: τα κόκκινα χρόνια

Ο τίτλος της άλλης έκδοσης, Αηδόνια και Μπαζούκας, μιλάει από μόνος του. Περιλαμβάνει και το ποίημα-αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα με ημερομηνεία 8-15 Οκτωβρίου του 1967. Δηλαδή, μόλις μετά τη δολοφονία του επαναστάτη-ήρωα:

«ΠΕΡΝΑΣ με την ξεθωριασμένη, σκισμένη, τρύπια σου στολή της μάχης.

Στη ζούγκλα σήμερα, σαν άλλοτε

στη Σιέρα. Μισόγυμνο

το δυνατό σου στέρνο του λόγου και του ντουφεκιού,

μια θύελλα φωτιάς, κι αυτή τη σπίθα που φουντώνει.

Χωρίς ανάπαυλα.

                                 Γειά σου Γκεβάρα!»

Τέσσερα είναι τα ποιήματα για τον Τσε, επτά για την Επανάσταση. Στο 1964 χρονολογείται το ποίημα Mister No! Σχετικά πρόσφατα τα γεγονότα του Κόλπου των Χοίρων και της «κρίσης των πυραύλων»:

aidonia mpazoukas«ΟΤΑΝ του Μαρτί ο λαός, στάθηκε στους γκρίνγκος μπρος,

είπε αγέρωχο ένα: –No,

όπου εκείνοι έλεγαν: –Yes.

Οι γιάνκηδες έξω φρενώ ( ν)

τα΄σπασαν με το λαό

μα τους ξαναλέει: –No,

αντί να ψελλίσει:-Yes»

Είναι η πρώτη των πέντε στροφών του ποιήματος.

Κι αυτή η έκδοση έχει εμπλουτιστεί με ένα παράρτημα για τα ποιήματα και την εποχή τους, όπου ο αναγνώστης μπορεί να βρει πολλά και ενδιαφέροντα για το ιστορικό των ποιημάτων, για τον ίδιο τον Γκιγιέν, για τον Τσε Γκεβάρα. Σκίτσα και εικόνες (Γκιγιέν, Τσε, Φιδέλ, Ρίτσος) ομορφαίνουν την έκδοση και αποτελούν την εικαστική υποστήριξη των ανθρώπων και των γεγονότων. Ό, τι και να πούμε, λίγα είναι για τις δύο αυτές εκδόσεις. Εδώ ταιριάζει να κλείσουμε με την τελευταία στροφή του ποιήματος Ψηλώνουν πολύ τα λουλούδια από τη συλλογή ’Εχω (1964), όπου τ’ αηδόνια…βροντάνε:

«Μα στη δική μας Αμέρικα ψηλώνουν πολύ τα λουλούδια.

Δένει ο λαός τα πετράδια της γης, ακούς καινούργια τραγούδια.

Με φούρια εκδίκησης βροντάνε τ’ αηδόνια.

Γεννάει τ’ αντάρτικο ποιήματα, μπαζούκας και κόκκινα χρόνια».