• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οδυσσέας Δημητριάδης, τίμησε την τέχνη του και γνώρισε την καταξίωση στην ΕΣΣΔ

Οδυσσέας Δημητριάδης, ένας μεγάλος μουσικός με πολύχρονη παρουσία στα μουσικά δρώμενα της ΕΣΣΔ. Είχε τις πιο δημιουργικές συνθήκες για να μεγαλουργήσει στο σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο και τον τίμησε πολλές φορές για το έργο του.

«Η μουσική είναι η ζωή μου…». Σε αυτή τη φράση ο Οδυσσέας Δημητριάδης, ο μεγάλος αρχιμουσικός, δάσκαλος και συνθέτης, συμπυκνώνει τη σχέση μιας ολόκληρης ζωής, της ίδιας του της ύπαρξης, με τη μουσική. Ο μαέστρος, το άστρο του οποίου έλαμψε σε αμέτρητες συναυλίες και λυρικές παραστάσεις στη Σοβιετική Ενωση, αλλά και εκτός των συνόρων της, που τίμησε την τέχνη του και γνώρισε την καταξίωση, έφυγε από τη ζωή στις 28 Απριλίου 2005, σε ηλικία 97 χρόνων, στο σπίτι του στην Τιφλίδα.

Γεννημένος στις 7 Ιουλίου 1908 στο Βατούμι της Γεωργίας.  Ο πατέρας του Αχιλλέας, με καταγωγή από την Τραπεζούντα, ήταν επιχειρηματίας και η μητέρα του Καλλιόπη Εφραιμίδη φρόντιζε τα του οίκου. Από πολύ νωρίς έδειξε την κλίση του προς τη μουσική. Πρώτα άρχισε πιάνο, ύστερα βιολί, ενώ στα δεκατέσσερα χρόνια του άρχισε να μελετά σύνθεση. Σπούδασε στο Ωδείο της Τιφλίδας σύνθεση και ακολούθησε σπουδές αρχιμουσικού στο Ωδείο του Λένινγκραντ.

Το 1934 γνώρισε τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που βρισκόταν στο Λένινγκραντ για σειρά συναυλιών και όταν του ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά το τέλος των σπουδών, αυτός τον απέτρεψε λέγοντάς του: «Δεν θα βρεις δουλειά, αλλά και αν βρεις θα πληρώνεσαι πολύ άσχημα». Η συνάντησή του με τον Μητρόπουλο υπήρξε καταλυτική για τον νεαρό Δημητριάδη. Ετσι αποφάσισε να παραμείνει και να σταδιοδρομήσει στη Σοβιετική Ένωση.

Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε επί 10 χρόνια στην Οπερα της Τιφλίδας και η φήμη του γρήγορα απλώθηκε σε όλη την ΕΣΣΔ. Μετά από πρόσκληση του Μπολσόι παρουσιάζει στο μοσχοβίτικο θέατρο τη «Μνηστή του Τσάρου» με εξαιρετική επιτυχία, ενώ στη συνέχεια από το 1947-1952 βρίσκεται στο τιμόνι της Κρατικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Γεωργίας. Από το 1952 διορίζεται επικεφαλής της Ορχήστρας της Οπερας της Τιφλίδας, η οποία γνωρίζει το θρίαμβο τόσο στο εσωτερικό (και στο Μπολσόι), αλλά και στη δίμηνη περιοδεία της σε Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή, Περού, Βενεζουέλα. Μεγάλη στιγμή της καριέρας του Οδ. Δημητριάδη ήταν η εμφάνισή του στο πόντιουμ της Ορχήστρας της Οπερας της Βιέννης.

Διατέλεσε αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Φιλίας ΕΣΣΔ – Ελλάδας από το 1958. Μια χρονιά αργότερα έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπου μετά από 35 χρόνια χωρισμού συναντάται με τους συγγενείς του. Η πρώτη συνεργασία του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έγινε το 1964, οπότε διηύθυνε συναυλία στο «Ρεξ», ενώ το 1965 διευθύνει την «Ντάμα Πίκα» στη Λυρική. Την ίδια χρονιά διορίστηκε αρχιμουσικός στο Μπολσόι, όπου διηύθυνε πολλές όπερες, ενώ πάντοτε είχε στενή επαφή με το Ωδείο της Τιφλίδας και τους μαθητές του (ανάμεσά τους και ο εξαίρετος Τζάνσουγκ Καχίτζε). Πολλές ήταν οι εμφανίσεις του στο εξωτερικό, με σημαντικότερη την περιοδεία της Κρατικής Ορχήστρας της ΕΣΣΔ σε ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό, το 1969. Πολλές είναι οι όπερες που διηύθυνε από το 1974 και μετά στη Λυρική Σκηνή, ενώ ανεκτίμητος είναι ο ρόλος του στην παρουσίαση έργων Ελλήνων συνθετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι έκανε την «αναστήλωση» της όπερας του Σαμάρα «Φλόρα Μιράμπιλις», αντικαθιστώντας την παλιά παρτιτούρα που είχε καεί με νέα (βασίστηκε σε διασκευή). Το εγχείρημα χαρακτηρίστηκε ως θαύμα ενορχήστρωσης. Το 1980 ήταν μουσικός υπεύθυνος για την Ολυμπιάδα της Μόσχας, κάνοντας μάλιστα νέα ενορχήστρωση του Ολυμπιακού Υμνου, που διηύθυνε στην έναρξη και λήξη των Αγώνων.

Για τη μεγάλη προσφορά του ο Οδ. Δημητριάδης έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία στη Σοβιετική Ενωση, όπως: Με το «Παράσημο Τιμής» (1946), της «Εργατικής Κόκκινης Σημαίας» (1951), με τα μετάλλια «Για την άμυνα του Καυκάσου», «Για την ηρωική δουλιά στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» (1946), «Για την ηρωική δουλειά» (1980). Του απονεμήθηκαν επίσης οι τιμητικοί τίτλοι του λαϊκού καλλιτέχνη της ΕΣΣΔ, της Γεωργίας και της Αμπχαζίας κ.ά.