Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Οι αλλαγές στο οθωμανικό εποικοδόμημα πριν από την Ελληνική Επανάσταση

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 που εδώ κι ένα μήνα εγκαινίασε  ο «Ριζοσπάστης», παρουσιάζουμε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για το Οθωμανικό εποικοδόμημα του Χρήστου Κούκου (κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ).
200 Χρόνια Επανάσταση 1821 epanastash 1821 logo
Το τέλος του 16ου αιώνα βρήκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη δίνη μιας σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης, αφού οι πόλεμοι κατά των Σαφαβιδών στην Ανατολή και κατά των Αψβούργων στην Κεντρική Ευρώπη (1579 – 1606) είχαν εξαντλήσει οικονομικά την Αυτοκρατορία1.
Επίσης, κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, οι θαλάσσιες ανακαλύψεις «μετέφεραν» τους εμπορικούς δρόμους από την οθωμανική ενδοχώρα στον Ατλαντικό Ωκεανό, στερώντας από την Αυτοκρατορία το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από το εξωτερικό εμπόριο2. Η οριστική παρακμή της Αυτοκρατορίας ξεκίνησε με τη δεύτερη αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης (1683), η οποία άνοιξε το δρόμο στις στρατιωτικές ήττες και τις εδαφικές απώλειες που χαρακτήρισαν τον «μακρύ» οθωμανικό 18ο αιώνα (1683 – 1798)3.

Κατά τη διάρκεια της εποχής των αστικών επαναστάσεων στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική και υπό την επίδρασή τους, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προχώρησε σε σειρά μεταρρυθμίσεων. Η περίοδος που ξεκίνησε από τα τέλη του 18ου αιώνα θεωρήθηκε η πρώτη φάση εκσυγχρονισμού του στρατιωτικού και διοικητικού μηχανισμού της4. Ταυτόχρονα, οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου διάβρωναν τη φεουδαρχική εξουσία και ενίσχυαν εκείνες τις κοινωνικές – ταξικές δυνάμεις που θα επιδίωκαν την ανατροπή της.

Η «αυλή» του Σουλτάνου

Το φορολογικό σύστημα και η μεταρρύθμισή του

Οθωμανός Καδής (Δικαστής)

Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα η οθωμανική εξουσία βασιζόταν στη φορολογία της αγροτικής παραγωγής για να χρηματοδοτήσει τα έξοδα του κεντρικού και περιφερειακού κρατικού μηχανισμού. Ωστόσο, η αδυναμία εδαφικής επέκτασης περιόρισε τη δυνατότητα αύξησης των φόρων και εξασφάλισης της συναίνεσης των περιφερειακών αξιωματούχων μέσω της παροχής δικαιωμάτων στη συλλογή τους.Το 1695 αποφασίστηκε η μετάβαση από το παραδοσιακό φορολογικό σύστημα «ιλτιζάμ» στο σύστημα «μαλικιανέ», ώστε να εξαλειφθεί η οικονομική ανασφάλεια που δημιουργούσε η συνεχής αλλαγή των φοροεισπρακτόρων5. Το νέο σύστημα αφαίρεσε από τα στελέχη του οθωμανικού στρατού το δικαίωμα είσπραξης φόρων6 και εισήγαγε το δικαίωμα εφ’ όρου ζωής είσπραξης φόρων με αντάλλαγμα την προκαταβολική αποζημίωση του κράτους7.

Το «μαλικιανέ» βοήθησε το οθωμανικό κράτος να διατηρήσει κάποιο έλεγχο στις επαρχίες πολύ καιρό μετά τη βαθμιαία εξασθένιση του στρατού. Επίσης, βελτίωσε αρχικά τη συγκέντρωση κρατικών εσόδων και επέτρεψε τον κρατικό δανεισμό σε πιο σταθερή βάση, μέσω προκαταβολών από τους φοροεισπράκτορες. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, επέφερε νέα μείωση των κρατικών εσόδων.

Παράλληλα, οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες και οι ανάγκες για συνεχή δανειοδότηση του κράτους καλύφθηκαν από τους αργυραμοιβούς (σαράφηδες)8. Οι σχέσεις των σαράφηδων με τους ευρωπαϊκούς χρηματοοικονομικούς ομίλους τούς επέτρεπαν να συνάπτουν δάνεια εκ μέρους της Αυτοκρατορίας, εξασφαλίζοντας προμήθεια. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ήταν πλέον τόσο δυνατοί που μπόρεσαν να αντικαταστήσουν τους Ευρωπαίους εμπόρους στην Κωνσταντινούπολη. Ετσι, από παραδοσιακοί τοκογλύφοι εξελίχθηκαν σε κατόχους μεγάλης κλίμακας χρηματικού αποθέματος, σχηματίζοντας με τον τρόπο αυτό – έστω και σε εμβρυακή μορφή – τμήμα της αστικής τάξης9.

Επίσης, το «μαλικιανέ» κλιμάκωσε την οικονομική και πολιτική δύναμη των περιφερειακών μουσουλμάνων και χριστιανών αξιωματούχων (αγιάνηδων και κοτζαμπάσηδων αντίστοιχα), που εκμίσθωναν την είσπραξη των φόρων. Συμμαχώντας με ντόπιους αξιωματούχους και εμπόρους και αναπτύσσοντας σχέσεις με τους ευρωπαϊκούς εμπορικούς οίκους, οι εκμισθωτές κατόρθωσαν να οικειοποιούνται όλο και μεγαλύτερες αγροτικές εκτάσεις και να επιβάλλουν την εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, με στόχο την εξαγωγή του αγροτικού πλεονάσματος στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη. Ετσι, πρόσδεναν την τοπική παραγωγή στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, αστοποιούνταν και εξασθένιζαν την κεντρική οθωμανική εξουσία.

Την περίοδο 1770 – 1840, τα οικονομικά της Αυτοκρατορίας σημείωσαν αρκετές φορές μεγάλα ελλείμματα, προερχόμενα κυρίως από πολέμους και δευτερευόντως από το κόστος των μεταρρυθμίσεων. Τότε, το οθωμανικό κράτος προσπάθησε να αυξήσει τον έλεγχό του στις πηγές εσόδων. Ομως, χωρίς την ύπαρξη αποτελεσματικού διοικητικού δικτύου, η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε να τονώσει το ρόλο των ισχυρών επαρχιακών οικογενειών στη συλλογή φόρων, γεγονός που οδήγησε στην παραπέρα αστοποίησή τους, διευρύνοντας τον φαύλο κύκλο των αδιεξόδων της φεουδαρχικής εξουσίας.

Η επαρχιακή διοίκηση

Γενίτσαροι

Από τα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του επόμενου, οικογένειες μεγαλογαιοκτημόνων είχαν καταλάβει τις περισσότερες διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις στις επαρχίες, μέσω της αγοράς τίτλων, της ένταξης στον οθωμανικό στρατιωτικοδιοικητικό μηχανισμό ή της συλλογής φόρων10. Μάλιστα, σε διάφορες επαρχίες, από τα Βαλκάνια έως την Αίγυπτο, οι οικογένειες γαιοκτημόνων εδραίωσαν την εξουσία τους, συσσώρευσαν πλούτο και σχημάτισαν περιφερειακές ζώνες επιρροής. Σε επόμενη φάση επιδίωξαν να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους, συνάπτοντας συμφωνίες με την Υψηλή Πύλη, που τους καθιστούσαν κυβερνήτες ή περιφερειακούς διοικητές, έναντι ανταλλαγμάτων11. Ετσι, αντιφατικά, από τη μια πλευρά οι μεγαλογαιοκτήμονες αστοποιούνταν και εμπλέκονταν όλο και περισσότερο με την καπιταλιστική αγορά, και από την άλλη καταλάμβαναν όλο και υψηλότερα αξιώματα στο πλαίσιο της φεουδαρχικής εξουσίας.

Τότε, η κεντρική οθωμανική διοίκηση επιχείρησε να αντικαταστήσει τους αγιάνηδες με τους κετχουντάδες, που ήταν συνήθως ταπεινής καταγωγής και εκπροσωπούσαν τις συντεχνίες και τον αστικό πληθυσμό. Ομως, και η εξουσία των κετχουντάδων αντανακλούσε την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και την αυξανόμενη δυναμική των νέων αστικών στρωμάτων, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των οποίων δεν συνδέονταν με τη διατήρηση της φεουδαρχικής εξουσίας. Πάντως, μετά τον Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο (1786 – 1792), ο θεσμός και ο ρόλος των αγιάνηδων αποκαταστάθηκε. Μάλιστα, με το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Σουλτάνου Σελίμ Γ’ και παρά το γεγονός ότι αυξήθηκαν όσοι στους αυτοκρατορικούς κύκλους ζητούσαν περιορισμό της δύναμης των αγιάννηδων12, ο θεσμός ανανεώθηκε και συνδέθηκε με εκλογικές διαδικασίες13.

Ο Σουλτάνος Σελίμ ο Γ’

Ουσιαστικές αλλαγές σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαχμούτ Β’ (1808 – 1839). Σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς που εκδόθηκαν τότε, οι συλλέκτες των φόρων αντικαταστάθηκαν από κρατικούς υπαλλήλους και οικονομικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι απεστάλησαν από την κεντρική οθωμανική εξουσία, προκειμένου να ελέγξουν τους τοπικούς κυβερνήτες και αξιωματούχους. Οι παραπάνω αλλαγές συνέβαλαν στη συγκεντροποίηση της οθωμανικής εξουσίας, αν και προχώρησαν με αργό ρυθμό. Φυσικά και η συγκεντροποίηση της οθωμανικής εξουσίας, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των εμπνευστών της, συνέβαλε στην ενιαιοποίηση της οθωμανικής αγοράς και άρα αποτελούσε προοίμιο της παραπέρα ενδυνάμωσης της υπό διαμόρφωση αστικής τάξης.

Στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις

Οι στρατιωτικές ήττες την περίοδο 1683 – 1798, που οδήγησαν στην απώλεια σημαντικών οθωμανικών εδαφών, ανέδειξαν την παρακμή των οθωμανικών Ενόπλων Δυνάμεων ως ένα από τα βασικά προβλήματα της Αυτοκρατορίας. Μία από τις βασικότερες μεταβολές που επέφεραν οι μακροχρόνιοι πόλεμοι, σε συνδυασμό με την εξάπλωση και τη γενικευμένη χρήση των πυροβόλων όπλων, ήταν η σταδιακή μείωση του επαρχιακού στρατού, που ήταν βασισμένος στο ιππικό (σπάχηδες), και η παράλληλη αύξηση του σώματος των γενιτσάρων14 και των μισθοφόρων που εξοπλίζονταν με πυροβόλα όπλα.

Το γενιτσαριλίκι μετατράπηκε σταδιακά από υποχρεωτική στρατολογία αλλόπιστων σε πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία, με κοινωνικό και στρατιωτικό κύρος για νεαρούς μουσουλμάνους. Αυτή η σταδιακή «μεταμόρφωση» άλλαξε τη σχέση του σώματος με τις μάζες. Αν και στις περισσότερες εξεγέρσεις οι γενίτσαροι θεωρούνταν προστάτες της παλαιάς τάξης, των νόμων και των εθίμων, κάθε εξέγερση είχε ένα σύνθετο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό πλαίσιο και οι γενίτσαροι συχνά ενεργούσαν ως μέρος ή ηγούνταν μεγαλύτερων συμμαχιών μεταξύ ανταγωνιστικών φατριών και δυσαρεστημένων ή απειλούμενων στρωμάτων της οθωμανικής κοινωνίας15. Ετσι κι αλλιώς, σε μια πορεία χρόνου, οι γενίτσαροι δημιούργησαν συμμαχίες με άλλα τμήματα του στρατιωτικού μηχανισμού, αλλά και με τις συντεχνίες, καθώς και με τις συμμορίες που δρούσαν εντός των αστικών κέντρων.

Τελικά, μέχρι τον 18ο αιώνα, οι γενίτσαροι είτε είχαν καταφέρει να εισέλθουν σε μια σειρά επαγγέλματα και δραστηριότητες (βασικό αντικείμενο των οποίων ήταν το εμπόριο), είτε είχαν γίνει «προστάτες» των εμπόρων, έναντι αμοιβής16. Ως εκ τούτου, τα συμφέροντά τους διαπλέκονταν έως ένα σημείο με αυτά των εμπόρων καθώς και των συντεχνιών, και επομένως εξαρτιόνταν από την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ενώ παράλληλα η ολοένα και μεγαλύτερη ενασχόλησή τους με το εμπόριο, τη γεωργία, την πίστωση και μια σειρά βιοτεχνικούς κλάδους τούς έκανε να μην επιθυμούν να συμμετάσχουν στις στρατιωτικές εκστρατείες. Οι γενίτσαροι ήταν πλέον αναποτελεσματικοί ως κατασταλτικά όργανα της φεουδαρχικής εξουσίας και παράλληλα αδυνατούσαν να ταυτίσουν τα συμφέροντά τους με την ανερχόμενη αστική τάξη, αφού, αντλώντας τον πλούτο τους και το κύρος τους από τη συμμετοχή τους στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό, έμπαιναν εμπόδιο σε επιχειρούμενους εκσυγχρονισμούς του17.

Αναφορικά με τον στρατιωτικό ρόλο των γενιτσάρων, η πειθαρχία και η αυστηρή εκπαίδευση που χαρακτήριζαν το άλλοτε ισχυρό πεζικό σώμα είχαν εξαφανιστεί ήδη από το 1700, μεταμορφώνοντάς τους από τρόμο των εχθρών της Αυτοκρατορίας σε τρόμο των σουλτάνων18. Aπό τον 18ο αιώνα και έπειτα, είχαν γίνει αναποτελεσματικοί και στο πεδίο της μάχης. Μολαταύτα, λάμβαναν ακόμα μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι τόσο τα όπλα όσο και η εκπαίδευσή τους είχαν παρακμάσει σε τέτοιο βαθμό, που σε κάποιες περιοχές είχαν αντικατασταθεί από άλλες δυνάμεις ως η βασική μονάδα του στρατού.

Από το 1760, η οικονομική και πολιτική σταθερότητα της Αυτοκρατορίας είχε αρχίσει να κλονίζεται ακόμα πιο έντονα. Οι στρατιωτικές ήττες από τη Ρωσία και την Αυστρία στους πολέμους των ετών 1768-’74 και 1786-’92, αντίστοιχα, συνέπεσαν με εσωτερικές ανταρσίες και εξεγέρσεις στα Βαλκάνια, στην Αίγυπτο και στην Αραβική Χερσόνησο, και συνοδεύτηκαν από απότομη οικονομική και δημοσιονομική κάμψη. Ο αυξανόμενος πληθωρισμός και οι κακές συγκομιδές συνέπεσαν με τις προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να βρει μετρητά για να χρηματοδοτήσει τους δαπανηρούς πολέμους και τις πολεμικές αποζημιώσεις προς τη Ρωσία.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το 1789, εν μέσω πολέμου με την Αυστρία, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Σελίμ Γ’19. Πριν προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, ζήτησε από μέλη του στρατιωτικοδιοικητικού και θρησκευτικού μηχανισμού να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με τα αίτια της εξασθένισης της Αυτοκρατορίας και να προτείνουν μέτρα αναστροφής της κατάστασης. Κοινός παρονομαστής όλων των προτάσεων ήταν η ανάγκη στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, το περιεχόμενό τους διέφερε ριζικά και κινούνταν από την επιστροφή στις στρατιωτικές μεθόδους της «χρυσής οθωμανικής εποχής», που πρότειναν οι «συντηρητικοί», έως τη διάλυση του τότε υπάρχοντος στρατού και τη συγκρότηση ενός νέου, εξοπλισμένου και εκπαιδευμένου εξαρχής βάσει ευρωπαϊκών μεθόδων, που υποστήριζαν οι «ριζοσπάστες». Με την τελευταία άποψη συμφωνούσε και ο ίδιος ο σουλτάνος20.

Παρ’ όλα αυτά, οι μεταρρυθμίσεις στα τέλη του 18ου αιώνα δεν επιδίωξαν την άμεση κατάργηση του σώματος των γενιτσάρων, πιθανότατα στο πλαίσιο ενός ελιγμού για την αποφυγή συγκρούσεων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν το σύνολο των μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, οι γηραιότεροι γενίτσαροι επαινέθηκαν μέσω αυτοκρατορικών διαταγμάτων ως έμπιστοι υπηρέτες της οθωμανικής δυναστείας. Μάλιστα, η Υψηλή Πύλη φρόντισε να τους χορηγηθούν μισθοί και σε αντάλλαγμα τους ζήτησε να μάθουν νέες στρατιωτικές τακτικές και τη χρήση όπλων τελευταίας τεχνολογίας21.

Παράλληλα, ο σουλτάνος δημοσίευσε μια σειρά οδηγιών και μεταρρυθμίσεων που έγιναν γνωστές ως Νέα Τάξη και περιλάμβαναν μέτρα για τις επαρχιακές διοικήσεις, τη φορολογία, τον έλεγχο εμπορίου και άλλα διοικητικά και οικονομικά ζητήματα. Ωστόσο, οι πιο σημαντικές ήταν εκείνες που εστίαζαν στο στρατό και προέβλεπαν τη δημιουργία νέου κλάδου τακτικού πεζικού, εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου στη βάση ευρωπαϊκών προτύπων. Για τη χρηματοδότησή του δημιουργήθηκε το Νέο Θησαυροφυλάκιο, με έσοδα προερχόμενα από τη φορολογία γης και από νέους φόρους στον καφέ, στο αλκοόλ, στον καπνό και σε άλλα προϊόντα22. Ακόμα, ο Σελίμ Γ’ προώθησε τη δημιουργία νέων στρατιωτικών και ναυτικών σχολών, με εκπαιδευτές από το εξωτερικό. Λίγο πριν από τη σύναψη των ειρηνευτικών συνθηκών με την Αυστρία και τη Ρωσία (1792), ένα μικρό σύνταγμα υπό τη διοίκηση του μεγάλου βεζίρη23 άρχισε την εκπαίδευση υπό την επίβλεψη των Γάλλων αξιωματικών πεζικού. Σταδιακά, αυτό το μικρό σύνταγμα αποτέλεσε το πρόπλασμα ενός μελλοντικού στρατού24.

Βασικό αποτέλεσμα των προηγούμενων ήταν η δημιουργία ενός σώματος νεαρών αξιωματικών που γνώριζαν τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα και είχαν έρθει σε επαφή με σημαντικές πλευρές της λειτουργίας των δυτικών καπιταλιστικών στρατών25. Κατά συνέπεια, αυτοί που ανέλαβαν να λύσουν τα στρατιωτικά αδιέξοδα της φεουδαρχικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενέτειναν τα κοινωνικά – ταξικά της αδιέξοδα, διότι όλο και περισσότερο υιοθετούσαν καπιταλιστικά πρότυπα.

Παράλληλα, ο νέος στρατός στελεχώθηκε από άνδρες προερχόμενους κυρίως από τις επαρχίες, αφού οι επαρχιακές εκείνες κοινότητες, που συνεισέφεραν με έμψυχο δυναμικό στον νέο στρατό, λάμβαναν ορισμένες φορολογικές απαλλαγές. Παρά το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις, κυρίως οι στρατιωτικές, που προωθήθηκαν μεταξύ των ετών 1792 και 1807, βρήκαν υποστηρικτές σε αρκετές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, η ομάδα που τις υποστήριζε – κυρίως στρατιωτικοί και γραφειοκρατικοί κύκλοι της Κωνσταντινούπολης και των επαρχιών – δεν αποτελούσε μια σταθερή συμμαχία, που προσανατολιζόταν από την ανάγκη εκσυχρονισμού του οθωμανικού στρατού και κράτους26. Τόσο οι υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων όσο και οι πολέμιοί τους προσανατολίζονταν από τα ιδιοτελή τους συμφέροντα, και δεν είχαν διαμορφώσει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό – ταξικό πλαίσιο, στη διαμάχη που ξέσπασε με επίκεντρο τις μεταρρυθμίσεις παρενέβαιναν και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδίως μέσω των προξένων τους, πάντα με γνώμονα την προώθηση της εξωτερικής τους πολιτικής σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα27.

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος με τους πολεμίους του πραγματοποιήθηκε το 1805, όταν ο Σουλτάνος κήρυξε γενική επιστράτευση, ακυρώνοντας το εθελοντικό σύστημα στρατολόγησης. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των γενιτσάρων, που εξεγέρθηκαν στην περιοχή της Ρούμελης. Οι αντιδράσεις απέναντι στις μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκαν και κορυφώθηκαν τη διετία 1807-’08, όταν και οδήγησαν στην εκθρόνιση του Σελίμ Γ’, στη δολοφονία του και στο θάνατο πολλών από τους υπέρμαχους της μεταρρύθμισης28.

Ενας από τους λόγους που οι μεταρρυθμίσεις συνάντησαν αντίσταση ήταν ότι απειλούσαν τους κατοχυρωμένους μισθούς και τα προνόμια χιλιάδων ανδρών, των γενιτσάρων και όσων είχαν σχέση μαζί τους. Ωστόσο, το βασικότερο ήταν ότι η δημιουργία ενός συγκεντρωτικού διοικητικού μηχανισμού, ακόμα κι όταν συναντούσε την αρχική στήριξη των περιφερειακών αξιωματούχων και ισχυρών επαρχιακών οικογενειών, μακροπρόθεσμα έθιγε τα συμφέροντά τους.

Παρά την ανατροπή του Σελίμ Γ’, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα δεν σταμάτησε, αλλά συνεχίστηκε από τον Αλεμντάρ Μουσταφά πασά, ο οποίος, αφού ανέβασε στο θρόνο τον Μαχμούτ Β’, ανέλαβε το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Στη διάρκεια της σύντομης θητείας του αναδημιούργησε το στρατό της Νέας Τάξης με καινούργιο όνομα, επανέφερε και διεύρυνε τα μεταρρυθμιστικά διατάγματα. Στο επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων βρισκόταν η πλήρης αναδιοργάνωση του σώματος των γενιτσάρων, καθώς και η ενίσχυση επαρχιακών δυνάμεων, όπως οι ντερεμπέηδες29 και οι αγιάνηδες. Ωστόσο, ο πρόωρος θάνατός του (δολοφονήθηκε από τους γενίτσαρους τον Νοέμβριο του 1808) έθεσε προσωρινά τέλος στις μεταρρυθμίσεις.

Αυτός που επρόκειτο να τις ολοκληρώσει ήταν ο Μαχμούτ Β’. Ο Μαχμούτ Β’ προσπάθησε να περιορίσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις και να οικοδομήσει ένα πιο συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, με καλύτερο έλεγχο στην οικονομική ζωή των επαρχιών (εισοδημάτων, φόρων κ.λπ.)30. Η σημαντικότερη μεταρρύθμισή του ήταν η κατάργηση του σώματος των γενιτσάρων το 1826, με την παράλληλη ίδρυση ενός στρατού με ευρωπαϊκή εκπαίδευση και εξοπλισμό. Η μεταρρύθμιση ολοκληρώθηκε με την κατάπνιξη της τελευταίας εξέγερσης των γενιτσάρων (1826), η οποία αποδυνάμωσε παράλληλα και τους ιεροδιδασκάλους του Ισλάμ (ουλεμάδες)31.

Βέβαια, και από τη σκοπιά του εκσυγχρονισμού του στρατού, η συγκεντροποίηση της φεουδαρχικής οθωμανικής εξουσίας ευνοούσε ταυτόχρονα την ενδυνάμωση των υποστηρικτών της καπιταλιστικής εξουσίας.

Αντί επιλόγου

Οι στρατιωτικές αποτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον 17ο αιώνα και έπειτα ώθησαν την κεντρική οθωμανική εξουσία σε μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, διάφορες παραδοσιακές κοινωνικές ομάδες, με σημαντικό ρόλο στη φεουδαρχική οθωμανική εξουσία, συγκεντρώθηκαν γύρω από τους γενίτσαρους και αντιτάχθηκαν στις μεταρρυθμίσεις, που οδηγούσαν σε απώλεια των προνομίων τους. Την ίδια στιγμή, οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν στην όλο και μεγαλύτερη ενδυνάμωση της υπό διαμόρφωση αστικής τάξης, αλλά και στην αστοποίηση μερίδας των παραδοσιακών κοινωνικών ομάδων και κρατικών αξιωματούχων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιτείνοντας τα αδιέξοδά της.

Φυσικά, ο Σελίμ Γ’, ο Μαχμούτ Β’ και οι υπόλοιποι Σουλτάνοι μεταρρυθμιστές δεν επιθυμούσαν την ανατροπή της φεουδαρχικής εξουσίας. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις τους ευνοούσαν την παραπέρα ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων εντός της Αυτοκρατορίας και συνεπώς προετοίμαζαν τη διεκδίκηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιταχύνθηκε η διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης και των άλλων βαλκανικών αστικών τάξεων, γεγονός που ωφέλησε την προετοιμασία και το ξέσπασμα της Επανάστασης.

200 Χρόνια Επανάσταση 1821 epanastash 1821

  1. HalilInalcik, «Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κλασσική Εποχή. 1300-1600», εκδ. «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 1995, σελ. 80-81. Παρασκευάς Κονόρτας, «Η οθωμανική κρίση του τέλους του ΙΣΤ΄ αιώνα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο», «Τα Ιστορικά», τεύχ. 23/1985, σελ. 49. Omer Barkan – Justin McCarthy, «The Price Revolution of the Sixteenth Century: A Turning Point in the Economic History of the near East», «International Journal of Middle East Studies», vol. 6, no. 1, 1975, pp. 8-9, 18.
  2. Bernard Lewis, «Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας», τόμ. 1ος, εκδ. «Παπαζήση», Αθήνα, 2001, σελ. 85.
  3. Η συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) σφράγισε τις απώλειες και ξεκίνησε μια νέα φάση της οθωμανικής ιστορίας.
  4. Ο Σελίμ Γ’, ο επονομαζόμενος Μεταρρυθμιστής (24 Δεκεμβρίου 1761 – 28 Ιουλίου 1808), ήταν ο 28ος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανέβηκε στο θρόνο το 1789.
  5. Στο «ιλιτζάμ», η συλλογή φόρων παραχωρούνταν μέσω δημόσιου πλειστηριασμού. Οι φοροεισπράκτορες έπρεπε να εγγυηθούν προκαθορισμένα έσοδα από συγκεκριμένα εδάφη, προκειμένου να τους επιτραπεί να εισπράττουν φόρους για 1-3 χρόνια.
  6. Ali Yaycioglu, «Partners of the Empire: The Crisis of the Ottoman Order in the Age of Revolutions», Stanford University Press, Stanford, 2016, p. 29.
  7. Gabor Agoston – Bruce Masters (edit.), «Encyclopedia of the Ottoman Empire», «Facts on File», 2008, p. 555.
  8. Οι αργυραμοιβοί της Κωνσταντινούπολης, στην πλειοψηφία τους Ελληνες και Αρμένιοι, ήταν ελεύθεροι να δανείζουν με τόκο και ασχολήθηκαν και με τη χρηματοδότηση του εμπορίου και των συντεχνιών τον 17ο αιώνα. Ορισμένοι από αυτούς μετεξελίχθηκαν στους πρώτους τραπεζίτες.
  9. Abraham Udovitch, «Bankers without Banks: Commerce, Banking and Society in the Islamic World of the Middle Ages», Princeton Near East Papers, vol. 30, 1981, p. 260. Ενδεικτικό της ανόδου της δύναμης της ομάδας αυτής είναι το γεγονός ότι, για παράδειγμα, τα ηγετικά μέλη της συντεχνίας των σαράφηδων, αρμένικης καταγωγής, ανήλθαν σε προεξάρχουσες θέσεις της Αυτοκρατορίας, όπως η θέση του αρχηγού του αυτοκρατορικού νομισματοκοπείου, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
  10. Halil Inalcik, «Centralization and Decentralization in Ottoman Administration», στο Thomas Naff – Roger Owen (eds.), «Studies in Eighteenth Century Islamic History», Southern Illinois University Press, Carbondale, 1977, p. 38.
  11. Donald Quataert, «The Ottoman Empire», 1700-1922, Cambridge University Press, Cambridge, 2005, p. 46. Ali Yaycioglu, ό.π., 2016, p. 77.
  12. Ali Yaycioglu, ό.π, pp. 44-46.
  13. Ali Yaycioglu, ό.π., p. 139.
  14. Η δημιουργία του σώματος των γενιτσάρων τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Βασική διαφορά των γενιτσάρων από προγενέστερα στρατιωτικά σώματα ήταν η μονιμότητα και η σταθερή αμοιβή των μελών του. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι γενίτσαροι αποτελούσαν τον πυρήνα του οθωμανικού στρατού, λειτουργώντας παράλληλα και ως προσωπική φρουρά του σουλτάνου.
  15. Είναι πολλά τα παραδείγματα εξεγέρσεων που υποκινήθηκαν από τους γενίτσαρους και βρήκαν τη στήριξη των πληθυσμών των πόλεων, ιδιαίτερα από τον 17ο αιώνα και μετά.
  16. Βασική διαφοροποίηση σε σχέση με την πρώιμη περίοδο της Αυτοκρατορίας αποτελεί η διατήρηση, από τον 18ο αιώνα και μετά, δικών τους καταστημάτων. Πλέον υπήρχαν γενίτσαροι που απασχολούνταν ως χασάπηδες, φουρνάρηδες, βαρκάρηδες, ιδιοκτήτες καφενείων κ.ά. «Yeni Ceri», στο P. J. Bearman – Th. Bianquis – C. E. Bosworth – E. Van Donze l – W. P. Heinrichs (edit.), «The Encyclopaedia Of Islam», Vol. XΙ, Brill Editions, Leiden, 2002, pp. 322-331.
  17. Cemal Kafadar, «Janissaries and Other Riffraff of Ottoman Istanbul: Rebels Without a Cause?» στο Baki Tezcan – Karl K. Barbir (edit.), «Identity and Identity Formation in the Ottoman World», University of Wisconsin Press, Madison, 2007, pp. 122-125.
  18. Donald Quataert, ό.π., 2005, p. 45.
  19. Γενικά, κατά τη διάρκεια της εξουσίας του υπήρξαν πολλές αποσχιστικές τάσεις, κυρίως από πασάδες στις ανατολικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, ενώ ενισχύθηκε η αυτονομία των παραδουνάβιων περιοχών.
  20. Shaw J. Stanford, «Between Old and New: The Ottoman Empire under Sultan Selim III 1789-1807», Harvard University Press, Cambridge, 1971, p. 73.
  21. Ali Yaycioglu, ό.π., p. 47. Το σώμα των γενιτσάρων δεν μπόρεσε ούτε να εκσυχρονιστεί, ούτε να περισταλεί η ισχύς του. Αντίθετα, πέτυχε μερικά χρόνια αργότερα να εκθρονίσει τον σουλτάνο.
  22. Shaw J. Stanford, ό.π., p. 132.
  23. Ο μεγάλος βεζίρης ήταν ο επικεφαλής των κρατικών υπηρεσιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  24. Το 1797 αριθμούσε 2.536 άνδρες και 27 αξιωματικούς, 9.263 άνδρες και 27 αξιωματικούς το 1801, και 22.685 άνδρες και 1.590 αξιωματικούς το 1806.
  25. Bernard Lewis, ό.π., σελ. 153.
  26. Shaw J. Stanford, ό.π., p. 86.
  27. Ali Yaycioglu, ό.π., p. 56.
  28. Bernard Lewis, ό.π., σελ. 173.
  29. Ανώτατοι τοπικοί άρχοντες στην περιοχή της Μικράς Ασίας, οι οποίοι από τις αρχές του 18ου αιώνα απέκτησαν μια «εικονική» αυτονομία από την κεντρική εξουσία. Η Πύλη ήταν «υποχρεωμένη» να τους ανέχεται και κινητοποιούνταν εναντίον τους μόνο όταν αμφισβητούσαν την εξουσία της.
  30. Donald Quataert, ό.π, p. 102.
  31. Bernard Lewis, ό.π., σελ. 173.