• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι απελευθερωτικοί αγώνες του Επτανησιώτικου λαού στην ελληνική ποίηση

Του Κώστα Δημητριάδη //

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Εφτανήσου ενάντια στην 50χρονη αγγλική αποικιοκρατική σκλαβιά, βρήκε βαθιά απήχηση στην ποιητική δημιουργία των μεγαλύτερων ποιητών του σύγχρονου ελληνισμού.

Ο Σολωμός, Ο Κάλβος, Ο Βαλαωρίτης και όλη η θαυμαστή πλειάδα της Εφτανησιακής ποιητικής Σχολής, ύμνησαν με το έργο τους ηρωισμούς και τις θυσίες του λαού της Εφτανήσου, μαστίγωναν την αγγλική τυραννία και την υποκριτική προστασία της στα Εφτάνησα, την ανθελληνική στάση της απέναντι στην Επανάσταση του Εικοσιένα.

Το αγωνιστικό τραγούδι στάθηκε μια από τις χαρακτηριστικές μορφές πάλης του Εφτανησιώτικου λαού. Μαχητικά εμβατήρια, αλλά και σατιρικοί στίχοι, εμψύχωναν το λαό στο σκληρό και διμέτωπο αγώνα του ενάντια στους Άγγλους δυνάστες και τους ντόπιους άρχοντες συνεργάτες τους.

***

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, όχι μόνο πρωτοστάτησε και έβαλε την υπογραφή του στο πρώτο έγγρφο κατά της αγγλικής προστασίας, αλλά και συνεχ΄ζοντας την αγωνιστική αντιξενική και αντιφεουδαρχική παράδοση του φλογερού πατριώτη και δασκάλου του Μαρτελάου, μαστιγώνει αμείλιχτα την υποκριτική προστασία των Άγγλων κατακτητών της Εφτανήσου και ξεσκεπάζει την ψεύτικη λευτεριά που είχαν αφήσει στα σκλαβωμένα Εφτάνησα

Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει ψεύτρα Ελευτεριά.

Ο Σολωμός δεν αρκείται σ’ αυτό. Ξεσκεπάζει και μαστιγώνει την ανθελληνική στάση της επίσημης Αγγλίας στην Επανάσταση του Εικοσιένα, με στίχους αμείλιχτους, καταλυτικούς:

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα της οργής.

Και στο πέλαο μία ματία
ρίχνει που σπιθοβολά,
και τα νύχια τα μακρία
σφίγγει απλώνει αρπαχτικά[1]

Ο Σολωμός με την οξύτατη ποιητική του αίσθηση, όχι μόνο προβλέπει την τελική νίκη του λαού, αλλά και προμαντεύει και την κατάρρευση της αγγλικής αποικιοκρατίας, που τη ζούμε κιόλας στις μέρες μας. Στην ωδή του στο λόρδο Μπάιρον, γράφει τούτους τους προφητικούς στίχους:

Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα,
και μι φέρσιμο τερπνόν
βλέπει αδύνατα τα τόξα
των αντίζηλων εθνών.

Και λαούς αλυσοδένει,
και εις τα πόδια τοις πατεί,
και το πέλαγο σωπαίνει
αν του σύρει μία φωνή.

Την αγγλική «προστασία» θα στιγματίσει και ο άλλος βάρδος της εθνικής μας Επανάστασης, ο υμνωδός της πολιτικής αρετής, Ανδρέας Κάλβος. Όταν το 1824, οι κοτζαμπάσηδες μ’ επικεφαλής το Μαυροκορδάτο, ζητούν να κάνουν την επαναστατημένη πατρίδα αγγλικό προτεκτοράτο, ο Κάλβος, που έχει ζήσει την αγγλική «προστασία» στα Εφτάνησα και έχει μέσα του ολοζώντανες τις οδυνηρές εμπειρίες της, αστράφτει και βροντά:

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
                έρημον βάρκαν.

Στην στεριάν, στα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
                λαούς και ελπίδας.

Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
                ψωμοζητούντες·

Παρά προστάτας να ‘χωμεν.

Μεγάλο ρόλο στον απελευθερωτικό αγώνα του Εφτανησιώτικου λαού έπαιξε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Με την πατριωτική δράση του και με το φλογερό τραγούδι του πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην πατρίδα.

Όλο το μίσος του προς την ξένη τυραννία και τη φλογερή αγάπη του προς την πατρίδα και τη λευτεριά, ο Βαλαωρίτης θα την απεικονίσει στην περίφημη ποιητική δημιουργία του «Φωτεινός ζευγωλάτης»:

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Πάρ’ ένα σβώλο, Mήτρο,

και διώξ’ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.

O χερουλάτης έφαγε τ’ άχαρα δάχτυλά μου

και στην αλετροπόδα μου ελιώσαν τα ήπατά μου.

Δυό μήνες έρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη

μ’ αρρώστια, με γεράματα! Bάσανα, νήστεια, κόποι

γι’ αυτό το έρμο το ψωμί! Kαι τώρα που προβαίνει

σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει

τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου

με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!…

Eξέχασες και δε μ’ ακούς;… εσένα κράζω, Mήτρο.

Διώξε, σου λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο!

ΜΗΤΡΟΣ

Eίναι του Pήγα, δεν κοτώ… Για κοίταξ’ εκεί πέρα

να ιδείς τί θρος που γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Tι Pήγας, τι Pηγόπουλα! Eίν’ ο καινούριος κύρης,

που πλάκωσε με ξένο βιό να γένει νοικοκύρης.

Παλιόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια·

εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια.

K’ εσύ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,

που τρίβεις στουρναρόπετρα μ’ αυτά τα δάχτυλά σου,

πόχεις τετράδιπλα νεφρά, και ριζιμιό στα στήθια,

τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! O δούλος, είν’ αλήθεια,

λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κ’ αίμα δεν έχει.

 

Κι ο γέροντας μ’ απίδρομο σαν παλικάρι τρέχει

κι αρπάζει την σφεντόνα του. Έχει χολή στα μάτια.

Με το σφυρί του ένα γουλί το σπα σε δυο κομμάτια

και το σταφνίζει στο καυκί. * Γοργά την ανεμίζει

και τηνε σκάει με δύναμη. Ανοίγει το λιθάρι

και θυμωμένο ένα σκυλί πληγώνει στο ποδάρι,

κι έν’ άλλο χτυπάει στο κούτελο και το ξαπλώνει χάμου.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Βλέπεις· εγώ δεν τους ψηφώ, με τα γεράματά μου.

ΜΗΤΡΟΣ

Πατέρα τι ’ναι πὄκαμες!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Περίδρομος, κεφάλα, 

μη βλαστημήσω το βυζί που σὄδωκε το γάλα.

Δε νιώθεις πώς τους σχαίνομαι! Όλην αυτήν την ψώρα

οπὄρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα

—όπως είν’ ένας ο Θεός κι εγώ ’μαι Λευκαδίτης—

την έπαιρνα όλη επάνω μου κι επνίγομουν μαζί της.

Κι εσύ του γέρου Φωτεινού μονάκριβο βλαστάρι,

του λύκου τ’ ανυπόταχτου, αγγόνι του Θιοχάρη,

π’ άλλη τροφή δεν έλαβες να φας και να χορτάσεις,

για να σου βάψει την καρδιά και να ριζοδοντιάσεις,

παρά την έχτρα την παλιά, που ’ναι θεμελιωμένη,

σκληρή, πατροπαράδοτη, άφθαρτη, στοιχειωμένη,

για κάθε ξένην αφεντιά βαθιά μες στη γενιά μας—

εσύ, θελέσι, * στέκεσαι και βλέπεις τη σπορά μας

να την πατούν οι αλλόφυλοι και χάσκεις σα λουρίτης…  

Ου, να χαθείς! Μ’ εντρόπιασες, δεν είσαι Λευκαδίτης.

***

Τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού της Εφτανήσου τους τραγούδησαν και πολλοί άλλοι ποιητές και πολλά από τα τραγούδια τους αυτά, μελοποιημένα από Εφτανήσιους μουσουργούς, βρίσκονταν καθημερινά στ στόμα του λαού. Ένα τέτοιο τραγούδι, μελοποιημένο από τον Αντώνη Μελισσινό, έγινε αργότερα πανελλήνιο

Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα
της άνοιξης καμάρι
τα λουλούδια, οι ζέφυροι
ο ήλιος, το φεγγάρι
χάνουν την εμορφάδα τους
στη σκλαβωμένη γη.

Το τραγούδι αυτό, που εκφράζει όλο τον πόνο του σκλαβωμένου εφτανησιώτικου λαού, τραγουδήθηκε πολύ από τον ελληνικό λαό και στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης.

***

Στα 1849, μέσα στη φλογισμένη ατμόσφαιρα της εξέγερσης του Εφτανησιώτικου λαού, τραγοδήθηκε πολύ στα Εφτάνησα το ακόλουθο τραγούδι του ποιητή Γεράσιμου Μαυρογιάννη, τονισμένο από το μουσουργό Νικόλαο Τζανή:

Κι αν δεν κόπτει το σπαθί μου
κι η αιχμή του αν δεν τρυπάει
η ψυχή δε λησμονάει
πως επλάσθη ελληνική.

 

Των εχθρών μισώ τα δώρα ,

δεν τα θέλω ας τα κρατήσουν
τους μισώ κι ας με μισήσουν

προτιμώ τη φυλακή.

 

Στο λαμπρό μέλλον μου ελπίζω

βλέπω τηνελευθεριά μου

και ξεχνάω τη σκλαβιά μου

θαρτει ολόλαμπρος αυγή

 

Θάρθει, θάρθει, ναι, μια μέρα

Που θα ξεσχισθούν συνθήκαι

Κι όποιος σ’ άλυσες εμβήκε

Πάλι ελεύθερος θα βγει.

[1] Από τον «Υμνο εις τηνΕλευθερίαν»

 

 

Κείμενο που εκφωνήθηκε από ελληνικό σταθμό του Βουκουρεστίου – Πηγή ΑΣΚΙ