• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι διαμάχες για τη «σημαία» στον αστερισμό του εθνοκεντρισμού

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου //

Τις τελευταίες μέρες με αφορμή τις μαθητικές παρελάσεις εντείνεται μια αντιπαράθεση γύρω από τη σημαία, δηλαδή για το ποιος δικαιούται να κρατήσει την ελληνική σημαία, αν ο σημαιοφόρος θα πρέπει να είναι Έλληνας ή, αλλοδαπός μαθητής. Παρόλο που νομίζουμε πως το συγκεκριμένο πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί με την κατάργηση των παρελάσεων, απομεινάρι εξάλλου ενός μιλιταριστικού παρελθόντος και χειραγώγησης της νεολαίας (βλ. ΕΟΝ-Μεταξά κ.λπ.) ενδιαφέρον θα ήταν να προσεγγίσουμε το φαινόμενο του εθνοκεντρισμού. Και αυτό γιατί τόσο αυτοί που είναι υπέρ όσο και αυτοί που είναι κατά κινούνται στον αστερισμό του εθνοκεντρισμού. Αυτός διαφοροποιείται μεθοδολογικά, όπως θα δούμε παρακάτω, από τον ρατσισμό. Να υπενθυμίσουμε για την Ιστορία, «αν μας ακούει» βεβαίως, πως η κατάργηση των παρελάσεων (μαθητικών και στρατιωτικών) ήταν προγραμματική θέση του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι εθνοκεντρικές αντιλήψεις εντείνονται κυρίως σε περιόδους αλλαγών στην οικονομία, κρίσεων (αναδιάρθρωση της παραγωγής και της εργασιακής διαδικασίας) που μεταφέρονται στην κοινωνία με τη μορφή της ανεργίας, της υποαπασχόλησης, της υποαμειβόμενης εργασίας κ.λπ.. Το γεγονός αυτό διαμορφώνει ένα κλίμα ανασφάλειας, έκπτωσης και φοβίας. Απόρροια αυτή της εξέλιξης είναι και ο προνοιακός σωβινισμός (οι ξένοι μας «παίρνουν» τα επιδόματα κ.λπ.). Στο βαθμό που αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να εκλογικευτεί, υπεύθυνοι θεωρούνται κυρίως από τμήματα του πληθυσμού που βιώνουν τις ανασφάλειες της αγοράς εργασίας, οι μετανάστες εργάτες, οι πρόσφυγες κ.ά.

Φαινομενικά το επιχείρημα αυτό στέκει, καθώς η φτηνή, υποπληρωμένη και ανασφάλιστη εργασία των μεταναστών, των προσφύγων κ.ά. ανταγωνίζεται την εργασία των γηγενών εργατών και την «εκτοπίζει» (βλ. εφεδρικός βιομηχανικός στρατός). Ωστόσο τα φαινόμενα απατούν, καθώς η ανάγκη για φτηνά εργατικά χέρια εμφανίζεται τις περισσότερες φορές, τόσο στη χώρα μας όσο και στις περισσότερες χώρες του κόσμου που δέχτηκαν μετανάστες πριν την άφιξη των μεταναστών (ΗΠΑ, Γερμανία κ.ά.). Μάλιστα στις ΗΠΑ οι μετανάστες καταλαμβάνοντας ανειδίκευτες θέσεις εργασίας στο τεϊλορικό σύστημα εργασίας (διαχωρισμός σχεδιαστικής από εκτελεστική εργασία) «συνέβαλλαν» στο τσάκισμα των ισχυρών συνδικαλιστικών σωματείων των μαστόρων (τέλη 19ου αι., αρχές 20ου αι.). Στην περίπτωση της χώρας μας, εμφανίζεται από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του ΄70 έλλειψη εργατικών χεριών στην οικοδομή και τη βιομηχανία, επειδή μεγάλο μέρος της γηγενούς εργατικής δύναμης είχε «εξαχθεί» σε όλες τις ηπείρους (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία κ.ά.). Για το λόγο αυτό η στρατιωτική δικτατορία προχώρησε σε διακρατικές συμφωνίες με την Ινδία, το Πακιστάν, την Αίγυπτο κ.α. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 εμφανίζεται πάλι μεγάλη έλλειψη εργατικών χεριών κυρίως στον αγροτικό τομέα αλλά και στη βιομηχανία. Παράλληλα εμφανίζεται και μια «ανέλιξη» τμημάτων της γηγενούς εργατικής τάξης, που καταλαμβάνουν θέσεις στον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες κ.λπ.), ώσπου να έρθει η κρίση.

Με αυτήν την έννοια οι μετανάστες εργάτες με εξαίρεση ίσως την πρώτη περίοδο του ΄90 (οικοδομές), κάθε άλλο παρά εκτοπίζουν τους γηγενείς εργάτες. Ενώ το κεφάλαιο έλυσε το πρόβλημα έλλειψης εργατικής δύναμης η κοινωνική ένταση μεταφέρθηκε στο εσωτερικό του κόσμου της εργασίας. Η στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου να εισάγει εργατική δύναμη και να μην την υποκαταστήσει με τεχνολογίες έντασης κεφαλαίου, -καθώς βραχυπρόθεσμα το κόστος ήταν μεγάλο-, σημαίνει και την αναβολή του αναγκαίου εκσυγχρονισμού της παραγωγικής δομής. Για τους ίδιους λόγους πάλι ελληνικές επιχειρήσεις εγκαθίστανται σε γειτονικές χώρες συντηρώντας το πρόβλημα Ας σημειωθεί πως η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα υψηλή (μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης), ενώ υψηλότερη ήταν και η κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Ενώ αυτά τα επιχειρήματα πείθουν κάθε καλόπιστο, πως εξηγείται η υιοθέτηση εθνοκεντρικών, ή, ακόμη και ρατσιστικών προτάσεων για τα κοινωνικά προβλήματα; Τονίζουμε ξανά πως τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και στις τριβές και στις εντάσεις που αυτός προκαλεί στη σφαίρα της αγοράς εργασίας (τυπική, μαύρη εργασία κ.λπ.). Ή αλλιώς, ο ανταγωνισμός, -ίδιον του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας- για πρόσβαση σε σπάνιους πόρους (εργασία, ασφάλιση, κατοικία κ.λπ.). Εκ των πραγμάτων αυτό τον ανταγωνισμό τον βιώνουν πρωτίστως τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, -όχι όμως μεσαία και αστικά στρώματα-, αφού ούτε εργασία τους, ούτε η στεγαστική τους συνθήκη απειλείται από την παρουσία μεταναστών. Αυτό εξηγεί σε ένα βαθμό την «ανοχή» τους απέναντι στο “διαφορετικό”, στους «ξένους» κ.ο.κ.,

Έτσι η ταύτιση με το έθνος έρχεται να λύσει πρωτίστως ένα πρόβλημα ψυχολογικής τάξης, ένα πρόβλημα ταυτότητας, πόσο μάλλον όταν οι άνθρωποι μαζί με την απώλεια της εργασίας, βγήκαν και από ένα σύστημα κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων. Δεν χρειάζεται εδώ να τονίσουμε ότι οι άνθρωποι που μπορούν να ταυτιστούν με την εργασίας τους, μπορούν να σταθούν με αυτοπεποίθηση και με υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης. Δεν υπάρχει συνεπώς λόγος να εγκλωβιστούν σε «παρωχημένες» ταυτότητες (εθνικές, θρησκευτικές κ.λπ.), πόσο μάλλον όταν αυτοί φέρουν την ταυτότητα του παραγωγού, καθώς αυτοί είναι που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο.

Αντίθετα άνθρωποι που βρίσκονται στην ανεργία μαζί με το ταξικό bullying που δέχονται χάνουν κάθε σημείο κοινωνικής αναφοράς και κοινωνικής αναγνώρισης. Αισθάνονται, όπως προσδιορίζεται εξάλλου στο κυρίαρχο σύστημα αξιών, κυριολεκτικά «άχρηστοι», σαν να ζουν σε βάρος των άλλων. Εκπίπτουν ως παραγωγοί, εκπίπτουν όμως και ως καταναλωτές που για τις κοινωνίες, ας πούμε του «θεάματος», σημαίνει αποκλεισμός από θέσεις γοήτρου, θέσεις που έχουν μια συμβολική λειτουργία (υποκειμενική και κοινωνική) κυρίως όσον αφορά στη κατάταξη στην κοινωνική πυραμίδα. Η κοινωνική τους απόταξη από κοινωνικές συλλογικότητες, όπως είναι αυτή του κόσμου της εργασίας, ασύνειδα τους σπρώχνει να ταυτιστούν απόλυτα, κυριολεκτικά να πιαστούν από κάπου, με σύμβολα όπως «η σημαία» που αναπαριστά το αίσθημα του ανήκειν σε μια (φαντασιακή) συλλογικότητα (έθνος), και γίνεται σημείο αναγνώρισης και ταυτοποίησης για μια ομάδα.

Ίσως εδώ έχει νόημα να κάνουμε τον διαχωρισμό μεταξύ εθνοκεντρισμού και ρατσισμού. Δεν είναι μόνο μια ακαδημαϊκή εμμονή αλλά και ένας καθ’ όλα αναγκαίος μεθοδολογικός διαχωρισμός που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη μορφολογία του προβλήματος αλλά και τις λύσεις του. Πρώτα να ξεκινήσουμε από το αυτονόητο: τα κοινά στοιχεία μεταξύ των ανθρώπων είναι πολλά περισσότερα από τις φαινοτυπικές (ψεδοεπιστημονικές) διαφορές (φυλή, χρώμα, αίμα κ.λπ.), τις εθνοτικές ή, θρησκευτικές ιδιαιτερότητες (προπολιτικές ταυτότητες). Στο βαθμό όμως που μια κοινωνική ομάδα, ένα κοινωνικό σύστημα, εξηγεί την κυριαρχία με βιολογικούς όρους (αίμα, φυλή κ.λπ.) και θεωρεί άτομα μιας άλλης ομάδας γενετικά κατώτερα της κυρίαρχης, καθώς επίσης και ανεπίδεκτα πολιτισμικής εξέλιξης (γνωστικά κατώτερα), τότε αυτή είναι ρατσιστική. Εφόσον αυτή η ιδεοληψία ενσωματώνεται στη θεσμική δομή μιας κοινωνίας με αποκλεισμούς και απαγορεύσεις (ΗΠΑ ως τη δεκαετία του ’60, Νότια Αφρική ως τη δεκαετία του ΄90 κ.ά.) τότε αυτή η κοινωνία είναι ρατσιστική. Αντίθετα αν μια κοινωνία αναγνωρίζει στα μέλη μιας άλλης ομάδας δυνατότητες εξέλιξης, εφόσον εγκαταλείψουν τον «κατώτερο» τρόπο ζωής και τον «κατώτερο» πολιτισμό αποδεχόμενα αυτόν της κυρίαρχης ομάδας (γλώσσα, θρησκεία, σημαία κ.ο.κ.), αυτή είναι εθνοκεντρική.

Με αυτή την έννοια η ελληνική κοινωνία είναι περισσότερο μια εθνοκεντρική κοινωνία που μετά την οικονομική κρίση και τα φαινόμενα που την ακολουθούν, όπως κοινωνική έκπτωση, κοινωνική αποειδίκευση (απώλεια κοινωνικών δεξιοτήτων και προσωπικών σχέσεων που συνδέονται με την εργασία), ανεργία κ.ά. εμφανίζει έναν επιθετικό ρατσισμό που καταγράφεται και πολιτικά-εκλογικά. (βλ. άνοδο και Χρυσής Αυγής). Κατά κάποιο τρόπο το διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας που σαφώς επιτείνεται από τις πολιτικές της Κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) αποτελεί το έδαφος για τη ρατσιστική ρητορική και τις ρατσιστικές επιθέσεις εναντίον μεταναστών, προσφύγων κ.ά. Πάλι όμως δεν πρόκειται για μετανάστες αστούς (Αμερικανούς, Γερμανούς κ.λπ.) αλλά για μετανάστες εργάτες. Να και το ταξικό πρόσημα του ρατσισμού. Κι αυτό γιατί όταν οι δράστες επιλέγουν τους μετανάστες ως θύματα, το κάνουν επειδή τους βλέπουν ως υποδεέστερες μορφές ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και επειδή γνωρίζουν την αδυναμία τους, -λόγω της ταξικής τους θέσης και του επισφαλούς νομικο-πολιτικού τους στάτους-, να αυτοπροστατευτούν. Όχι λίγες φορές μάλιστα οι ενέργειες τους έχουν την ανοχή και των Αρχών (πολιτικών και αστυνομικών).

Είναι κρίμα όμως που η συζήτηση για τη σημαία περιορίζεται μόνο στο σημαίνον (στη σημαία), και αποσιωπάται το σημαινόμενο. Αποσιωπάται δηλαδή πως η ελληνική σημαία αναδείχτηκε σε οικουμενικό σύμβολο αντίστασης των λαών στο φασισμό (έπος του ΄40) ενώ άλλες φορές (εκστρατεία στην Ουκρανία εναντίον της Σοβιετικής Ένωση 1919, Κορέα 1952 κ.ά.), η ίδια αυτή σημαία ταυτίστηκε με τον ιμπεριαλισμό και τις επιθετικές ενέργειες εναντίον άλλων λαών.