• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οι δυο «απαντήσεις» του Βάρναλη στον Καβάφη

Γράφει ο Οικοδόμος //

Σαν σήμερα, στις 29 Απρίλη του 1863 γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο μεγάλος μας ποιητής Κ. Π. Καβάφης (και έφυγε από τη ζωή τη μέρα των γενεθλίων του το 1933). Η παρούσα ανάρτηση είναι αποσπάσματα από παλαιότερη προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση και με τον Καβάφη (πρόκειται για μια εργασία που παρουσιάσαμε ―σε δυο μέρη― στο ιστολόγιο στηθάγχη). Εδώ εστιάζουμε στον «διάλογο» που αναπτύχθηκε μεταξύ των δυο σπουδαίων ποιητών μέσα από ποιήματά τους. Για περισσότερα ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με τον Κ. Π. Καβάφη μπορείτε να ανατρέξετε στις αρχικές αναρτήσεις μας στη στηθάγχη: Α΄ μέρος εδώ και Β΄ μέρος εδώ.)

(…) Αν δούμε τη σχέση του Βάρναλη με την αλεξανδρινή διανόηση ως μια σημαντική διαδρομή της συνολικής πορείας του, τότε το όνομα «Κ. Π. Καβάφης» αποτελεί έναν ξεχωριστό, μεγάλο σταθμό της διαδρομής αυτής. Ο Βάρναλης όσες φορές γράφει για τον Καβάφη χρησιμοποιεί εγκωμιαστικά λόγια, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα πως εκπροσωπούσε την παρακμή.

(…) ο Βάρναλης θεωρεί τον Αλεξανδρινό ποιητή ως μια από τις κορυφές της ελληνικής ποίησης, αλλά δεν παραλείπει να λέει πως ανήκει στην παρακμή. Όπως γράφει στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ ο Γιαλουράκης, ο Βάρναλης «είδε τον Καβάφη όπως ήταν και τον παραδεχόταν όπως ήταν».

(…)Μεταξύ Καβάφη και Βάρναλη υπάρχει μια ποιητική επικοινωνία από παλιά. Μια περιληπτική αναφορά κάνει ο Ηρ. Κακαβάνης στο βιβλίο του «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του». Ανάλογη «επικοινωνία» ο Βάρναλης είχε και με άλλους ποιητές (πχ. Κίπλινγκ). Τον Ιούνη του 1906 στην πόλη Ντενσουάι της Αιγύπτου οι δυνάμεις κατοχής των Άγγλων αποικιοκρατών εκτελούν με απαγχονισμό τέσσερις Αιγύπτιους αγωνιστές που παλεύουν για τη λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Με αφορμή το γεγονός αυτό ο Καβάφης γράφει το ποίημα:

Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2 μ.μ.

Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τάζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ’ επέρασαν το το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1908)

kavafis1

Την ημερομηνία που αναφέρεται ως τίτλος στο ποίημα εκδόθηκε από το «δικαστήριο» των Άγγλων καταχτητών η απόφαση για τον απαγχονισμό των αγωνιστών (η εκτέλεση έγινε μερικές μέρες αργότερα). Με τον τρόπο αυτό ο Καβάφης τονίζει το άδικο της απόφασης, την αδικία που όχι μόνο δεν την ανέχεται, αλλά νιώθοντας και ενοχή για το τραγικό αυτό γεγονός ζητάει «συγγνώμη» με το ποίημά του.

Αντίθετα ο Βάρναλης με το δικό του ποίημα εστιάζει στο γεγονός, στην αιτία και στον ένοχο που δε είναι άλλος από τους «αδικητάδες» που τα θέλουν όλα δικά τους και ο μόνος τρόπος για να τ’ αποχτήσουν είναι με τη βία. Ο Βάρναλης αφιερώνει το ποίημά του στον Στρατή Τσίρκα απαντώντας παράλληλα και στην άποψή του για τον «πολιτικό» Καβάφη, πως δηλαδή δεν είναι αδιάφορος για τα σύγχρονα γεγονότα και το έργο του έχει κοινωνικές αναφορές:

Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906
ΗΓΟΥΝ
ΠΑΝΤΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΙ ΟΠΟΙΟΙ

Στο φίλο μου Στρατή Τσίρκα

Τι κλάματα, κατάρες, ουρλιαχτά κι αντάρα!
Ήλιος – φωτιά, μεσημεριάτης τ’ Αλωνάρη
φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια.
Μανάδες αραπίνες μαβρομαντηλούσες
χτυπιούνται χάμου και δαγκώνουνε τα χέρια.
Γέροι και γράδες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν.

Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους
καβάλα και πεζούρα ― κι όλα τους καινούρια:
νιάτα, στολή, σπαθιά, ντουφέκια ― αθανασία!
Χαρούμενα και λέφτερα κ’ ερωτευμένα
σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες σταβροφόροι,
στο πανηγύρι του Θανάτου χορεφτάδες.

Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα
πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι
κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο απ’ τον ήλιο.
Άσπρα χέρια και μάγουλα, μοσκομυρίζει,
γαλάζιον αίμ’, αλλού κοιτάει, μακριά βιγλίζει.
Άντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα
παλιόσκυλα, μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο
τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα ― μέλι!

Τέζα οι ξυπόλυτοι φελλάχοι στη θελιά τους
με μάτια πεταμένα, κρεμασμένη γλώσσα
ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου!
Και στα παλούκια δίπλ’ άλλοι δεμένοι φταίχτες
τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αφτοί σπαράζουν,
στην αρχή ξεφωνάνε κ’ ύστερα σωπαίνουν…
Και τα μάβρα καθάρματα, που τους προδώσαν,
τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν.

Όντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,
η παιδούλα Μπετίνα, κλώτσαγε τον ήλιο,
από τον Έλυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας
κρυφογελώντας χάηδεβε τ’ άσπρα του γένια.
Όμοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης
χαιρότανε να βλέπει τους αδικητάδες
να τους κουνάει ο Αιώνιος Νόμος στον αγέρα
κι άλλους να τους σωριάζει χάμου, κρέας κομμένο.
Μεγάλοι αμαρτωλοί, που θέλανε δικά τους
τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα!

Κι ο Σατανάς, π’ όλο γελάει και μοναχός του,
έκλαιγε τώρ’ απ’ το κακό του: ― «Οι σατανάδες
του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Γενάρης του 1964)

barnalhs2

Το 1910 ο Καβάφης γράφει το «Πόλις», ένα ποίημα όπου η διάχυτη απαισιοδοξία του ποιητή καταλήγει σε απελπισία:

ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γή, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου ― σαν νεκρός ― θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού ― μη ελπίζεις ―
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γή την χάλασες.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο Βάρναλης «απαντά» με το ποίημα «Ελευθερίης φάος ιρόν…» το 1968. Στην απελπισία του Καβάφη («δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό») αντιπαραθέτει την «αλλαγή πορείας»: «Να αλλάξεις δρόμο»!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ…
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό
ΚΑΒΑΦΗΣ

Χαρισμένο του σοφού μου φίλου Γ. Σαββίδη

— Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός
στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!
Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά
φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.

Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο
μπορώ και θέλω εγώ θα μεγαλώσω!
(Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)

— Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί
σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.
Ανάσα πουθενά του δουλευτή
που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί!

Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,
φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο!
Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι»!

Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου
σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.
Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,
παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!

Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο
θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»
Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,
στ’ άλλο ο τάφος σου — κι ώρα σου κακή!

Τί τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;
Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ,
κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!
Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;
(ψιθυριστά)
Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,
δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Νοέμβρης 1968)