Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

«Οκτώ τρόποι για να πεις αντίο»

Παρου­σιά­ζει ο Θανά­σης Ν. Καρα­γιάν­νης // 
Κρι­τι­κός Θεά­τρου για παι­διά – Συγγραφέας
http://thkaragia.wix.com/main

«Οκτώ τρό­ποι για να πεις αντίο»

στο Θέα­τρο «Αγγέ­λων Βήμα»

σε σκη­νο­θε­σία Γιάν­νη Καλατζόπουλου

Η μετα­φρά­στρια κ. Μαρ­γα­ρί­τα Δαλα­μά­γκα-Καλο­γή­ρου «ανα­κα­λύ­πτει» πάντο­τε και μετα­φρά­ζει ενδια­φέ­ρο­ντα και μονα­δι­κά για την ελλη­νι­κή θεα­τρι­κή παρα­γω­γή έργα του διε­θνούς ρεπερτορίου.

Αυτή τη φορά χαρί­ζει στο φιλο­θε­ά­μον κοι­νό της Αθή­νας το θεα­τρι­κό έργο «Οκτώ τρό­ποι για να πεις αντίο» της Ιαπω­νο-Κανα­δής συγ­γρα­φέα Mieko Ouchi, το οποίο ομο­λο­γου­μέ­νως εντυ­πω­σιά­ζει τον θεα­τή, στην παρά­στα­ση που σκη­νο­θέ­τη­σε ο ταλα­ντού­χος και πολύ­πει­ρος Γιάν­νης Καλα­τζό­που­λος. Το έργο ανή­κει στη θεμα­τι­κή ενό­τη­τα του θεά­τρου «Αγγέ­λων Βήμα»: «Με την καρ­διά μας ταξι­δεύ­ου­με».

Η υπό­θε­ση εξε­λίσ­σε­ται στην προ­ε­πα­να­στα­τι­κή επο­χή της γαλ­λι­κής φεου­δαρ­χί­ας, μοναρ­χί­ας, αρι­στο­κρα­τί­ας και απο­λυ­ταρ­χί­ας, επί βασι­λεί­ας Λου­δο­βί­κου ΙΕ΄ (1710–1774), του «Πολυα­γα­πη­μέ­νου», τον Μάη του 1740.

Δυο πρό­σω­πα επί σκη­νής, ντυ­μέ­να με ρού­χα επο­χής: ευγε­νούς του 18ου αιώ­να, η γυναί­κα, και με μαύ­ρο στε­νό παντε­λό­νι και κεντη­τό σακά­κι, ο άντρας. Πρό­κει­ται για τη σύζυ­γο ενός ευγε­νούς, ο οποί­ος στοι­χη­μά­τι­σε με τον Λου­δο­βί­κο ΙΕ΄, να προ­σλά­βει ένα μου­σι­κό, ο οποί­ος θα κατορ­θώ­σει να μάθει στη σύζυ­γό του να παί­ζει βιο­λί μέσα σε έξι εβδο­μά­δες και μάλι­στα να δώσει κον­σέρ­το στην Αυλή του βασι­λιά. Ο άντρας είναι ο γνω­στός Ιτα­λός συν­θέ­της της επο­χής του μπα­ρόκ, βιρ­τουό­ζος του βιο­λιού, Αντό­νιο Λού­τσιο Βιβάλ­ντι, ο επο­νο­μα­ζό­με­νος «κοκ­κι­νο­μάλ­λης παπάς» («il prete rosso»), ο οποί­ος προ­σλαμ­βά­νε­ται από τον Γάλ­λο ευγε­νή της Αυλής του Λου­δο­βί­κου ΙΕ΄, ώστε ο πρώ­ην παπάς, διά­ση­μος τότε μου­σι­κός, έπρε­πε να μάθει βιο­λί μέσα σε ελά­χι­στο χρο­νι­κό διά­στη­μα, και μάλι­στα η Γυναί­κα να δώσει κον­σέρ­το στην Αυλή, δεδο­μέ­νου ότι το άτο­μο αυτό δεν είχε ποτέ πιά­σει έως τότε βιο­λί στα χέρια του…

Η Γυναί­κα, σύζυ­γος του ευγε­νούς, δέχε­ται να ρισκά­ρει, σεβό­με­νη από τη μια την επι­θυ­μία του συζύ­γου της και από την άλλη αισθα­νό­με­νη δυσά­ρε­στα μέσα σ’ ένα συμ­βα­τι­κό και ρου­τι­νιά­ρι­κο γάμο και μέσα σ’ ένα περι­βάλ­λον φεουδαρχικό/αριστοκρατικό, που οι μόνες αξί­ες του είναι η τυπι­κό­τη­τα, το χρή­μα, η πολυ­τέ­λεια, η υπο­κρι­σία, η επι­δει­ξιο­μα­νία, ο καθωσπρεπισμός!

Ο ικα­νός δάσκα­λος την εντυ­πω­σιά­ζει και μοι­ραία επέρ­χε­ται μετα­ξύ τους μια ερω­τι­κή έλξη, ένας ανεκ­πλή­ρω­τος έρω­τας. Η εμπει­ρία τους στο συγκε­κρι­μέ­νο χώρο και χρό­νο, δημιουρ­γεί στο θεα­τή της παρά­στα­σης σκέ­ψεις, προ­βλη­μα­τι­σμούς και ερω­τη­μα­τι­κά. Τελι­κά, η σύντο­μη συνά­ντη­σή τους θα λάβει τέλος, αλλά θα βρουν ευφυώς «οκτώ τρό­πους για να πουν αντίο», τόσο απλά, με ψυχο­λο­γι­κές και φιλο­σο­φι­κές προ­ε­κτά­σεις, οι οποί­ες πατά­νε γερά πάνω σε στέ­ρεο υπό­βα­θρο κοι­νω­νι­κών και δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και ανθρώ­πι­νων συναισθημάτων.

Σκη­νο­θέ­της της παρά­στα­σης είναι ο πολύ­πει­ρος και πολυ­τά­λα­ντος Γιάν­νης Καλαν­τζό­που­λος, το «παι­δί θαύ­μα», του μετα­εμ­φυ­λια­κού επαγ­γελ­μα­τι­κού θεά­τρου για παι­διά, αλλά και του θεά­τρου για ενή­λι­κες και του κινη­μα­το­γρά­φου της ίδιας επο­χής. Με πλού­σια ευρη­μα­τι­κό­τη­τα, κατορ­θώ­νει να στή­σει μια παρά­στα­ση μόνο με δύο ηθο­ποιούς, αλλά και με φαντα­στι­κούς μονο­λό­γους προς άλλα πρό­σω­πα, όπως γ.π. το μονό­λο­γο της Γυναί­κας προς τον κηπου­ρό, ή με περι­γρα­φι­κούς μονο­λό­γους με περιε­χό­με­νο διά­φο­ρα θέμα­τα, γ.π. για την εξέ­λι­ξη της αρχι­τε­κτο­νι­κής των κήπων ή της αξί­ας της εργα­σί­ας (Γυναί­κα), απευ­θυ­νό­με­νος σε μία πόρ­νη, για τη ζωή του, με ενδο­σκο­πι­κές και αυτο­κρι­τι­κές τάσεις (Βιβάλ­ντι), για το συμ­βι­βα­σμό και τη δου­λι­κό­τη­τα, που προ­σπα­θούν να επι­βάλ­λουν οι αρι­στο­κρά­τες, στους υπο­τε­λείς τους, που ο Βιβάλ­ντι απε­χθά­νε­ται, ή για τη ζωή του στο Ωδείο του Ospedale della Pietà, όπου εργά­στη­κε για αρκε­τά χρό­νια κ.ο.κ.

Η παρα­μο­νή του στο αρχο­ντι­κό του αρι­στο­κρά­τη κρά­τη­σε ελά­χι­στα, προ­σπα­θώ­ντας να μάθει τη σύζυ­γό του βιο­λί από το μηδέν. Οι διά­λο­γοι που δια­μεί­βο­νται μετα­ξύ τους είναι ενδια­φέ­ρο­ντες, η εξέ­λι­ξη της υπό­θε­σης, μέσα από ανε­πά­ντε­χα επει­σό­δια και ατά­κες, δημιουρ­γούν ατμόσφαιρα.

Η Γυναί­κα, ισχυ­ρή προ­σω­πι­κό­τη­τα, προ­σπα­θεί να σπά­σει τα δεσμά της συζυ­γι­κής φυλα­κής της, παρα­σύ­ρε­ται και αφή­νε­ται ως ένα βαθ­μό στην ευγέ­νεια, στο φιλο­σο­φι­κό στο­χα­σμό, στην καλ­λι­τε­χνι­κή φύση του Βιβάλ­ντι, τον ερω­τεύ­ε­ται… Το ερω­τι­κό παι­χνί­δι ξεκι­νά­ει από την ίδια και ο Βιβάλ­ντι ασφα­λώς αντα­πο­κρί­νε­ται επι­φυ­λα­κτι­κά, με ευφυο­λο­γή­μα­τα. Η Γυναί­κα προ­σπα­θεί να ξεφύ­γει από την πλή­ξη, το ασφυ­κτι­κό περι­βάλ­λον της, την ιδιό­τη­τά της ως άτο­μο της αρι­στο­κρα­τι­κής Αυλής, αξιο­πρε­πής και καθω­σπρέ­πει σύζυ­γος ευγε­νούς. Αυτό το παι­χνί­δι τη δια­σκε­δά­ζει, την ανε­βά­ζει ψυχο­λο­γι­κά, έστω για μερι­κές εβδο­μά­δες, που αν και δεν αγα­πά το βιο­λί και την όπε­ρα, κατορ­θώ­νει να μάθει τα βασι­κά και να παί­ξει στην Αυλή και να τα κατα­φέ­ρει με τη δύνα­μη της ψυχής της και με την έμπνευ­ση από τον προ­σω­ρι­νό και φευ­γα­λέο έρω­τά της.

Για τους μου­σι­κό­φι­λους ανα­φέ­ρω ότι στην παρά­στα­ση ακού­γο­νται διά­φο­ρα απο­σπά­σμα­τα από θαυ­μά­σια έργα του σημα­ντι­κού αυτού συν­θέ­τη, και άλλων συν­θε­τών (ένα μενου­έ­το του Μπαχ), όπως: το «Summer Presto» από τις «Τέσ­σε­ρις επο­χές», «Andante, Concerto for two mandolins in g major», «Concerto for two violoncellos in g minor», «Concerto for cello in b flat», «Violin concerto in d major. Largo», «La stravaganza concerto #22 for orchestra in g major. Largo», «Concerto for lute and two violins in d major. Εισα­γω­γή Allegro» κ.ά.

Η παρά­στα­ση επι­φυ­λάσ­σει στο θεα­τή αρκε­τές ακό­μη εκπλή­ξεις και επει­σό­δια, τα οποία δεν είναι δυνα­τό – και δεν πρέ­πει – ν’ απο­κα­λυ­φθούν στο συνο­πτι­κό αυτό κεί­με­νο, δίκην θεα­τρι­κής κριτικής.

Αναμ­φι­σβή­τη­τα η δρα­μα­τουρ­γός έχει το ταλέ­ντο να παρου­σιά­ζει ενδια­φέ­ρο­ντα θέμα­τα, με γορ­γούς και ευφυ­είς δια­λό­γους, αρκε­τές σκη­νές, που εναλ­λάσ­σο­νται με τέχνη, σε διά­φο­ρα επί­πε­δα, με ανα­φο­ρές στη ελλη­νι­κή μυθο­λο­γία, στοι­χείο της επο­χής του ρομα­ντι­σμού και του μπα­ρόκ, αλλά κυρί­ως του κλα­σι­κι­σμού στην Ευρώ­πη του 16ου – 18ου αιώνα. 

Τους δύο ρόλους του έργου απέ­δω­σαν με απλό­τη­τα και μπρίο, με υπέ­ρο­χη υπο­κρι­τι­κή δει­νό­τη­τα, οι Γιάν­νης Καλα­τζό­που­λος (Βιβάλ­ντι), «εποί­η­σε ήθος» και δίδα­ξε υπο­κρι­τι­κή και η Κατε­ρί­να Μάν­τζιου (Γυναί­κα), τον ακο­λού­θη­σε μ’ επι­τυ­χία, αν και νεό­τε­ρη, απέ­δει­ξε ότι είναι ικα­νή και για παρό­μοιους ρόλους. Με τον Γιάν­νη Καλα­τζό­που­λο είχε ξανα­συ­νερ­γα­στεί παλιό­τε­ρα στην Θεσ/νίκη, στην παρά­στα­ση για παι­διά του έργου του Γιάν­νη Καλα­τζό­που­λου,  «Η Σολο­μώ­ντεια Λύση».

Τα σκη­νι­κά και τα κοστού­μια επι­με­λή­θη­κε με υπέ­ρο­χο τρό­πο η Τόνια Αβδε­λο­πού­λου, την κίνη­ση-χορο­γρα­φία η Κατε­ρί­να Ανδριο­πού­λου και τη διδα­σκα­λία βιο­λιού η Λυδία Μπο­ντού­νη. Για τους φωτι­σμούς την ευθύ­νη είχε ο Βαγ­γέ­λης Μού­ντρι­χας και για τις προ­βο­λές η Ιφι­γέ­νεια Πιτού­λη Mobebius, ενώ σημα­ντι­κή ήταν η παρου­σία, ως βοη­θός σκη­νο­θέ­τη, της Κάτιας Παπαϊ­ω­άν­νου. Όλοι οι συντε­λε­στές της παρά­στα­σης είναι εμφα­νές ότι ως ομά­δα και ο καθέ­νας από το πόστο του συνέ­βα­λαν στην επι­τυ­χία της παράστασης. 

 

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο