Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ούτε «θύτες» ούτε «θύματα»: σχολική ζωή χωρίς ετικέτες

Γράφει η Αναστασία Ζήση //
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχικής Υγείας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Παν/μιο Αιγαίου

Την τελευταία δεκαετία, ο «σχολικός εκφοβισμός» αναδείχθηκε στο δημόσιο λόγο αλλά και εντός των επιστημών σε διακριτό κοινωνικό ζήτημα, αντικείμενο καταγραφής και διαχείρισης από ειδικούς και επαγγελματίες. Ως τεχνικός όρος ταυτίστηκε με την περιγραφή επιθετικών και βίαιων συμπεριφορών μεταξύ μαθητών οι οποίοι -κατά την σχετική βιβλιογραφία- συγκεντρώνουν ειδικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά που τους κατατάσσουν είτε στους «νταήδες» του σχολείου είτε στα «θύματα». Η κατανομή χαρακτηρισμών και ιδιοτήτων από τον ενήλικο κόσμο των ειδικών συνδέθηκε με την κατάρτιση κριτηρίων και καταλόγων από περιγραφές κοινωνικά «ακατάλληλων» και «δυσ-προσαρμοστικών» συμπεριφορών που συγκροτούν το ψυχολογικό προφίλ των «μεν» (Θύτες) και των «δε» (Θύματα). Σ’ αυτό το διεθνικό, επιστημονικό υπόδειγμα βασίστηκαν οι επίσημες καμπάνιες ενημέρωσης, όπως και οι καταρτίσεις των «χειριστών» του ζητήματος (εκπαιδευτικοί, σύμβουλοι, θεραπευτές). Τα συμπεριφορικά πρότυπα που οργάνωσαν τις κυρίαρχες λογικές «εξήγησης» αλλά και της «αντιμετώπισης» του θέματος εδραιώθηκαν στις παραδοχές ενός άμεσου συσχετισμού μεταξύ «ψυχισμού» και «συμπεριφοράς» επισημαίνοντας σε κάποιες περιπτώσεις το ρόλο και την ισχύ από παθολογικά περιβάλλοντα αγωγής και ανατροφής (οικογένεια).

Ωστόσο, πληθώρα ερευνών έχει καταδείξει την πολυπλοκότητα των εξωτερικών και των εσωτερικών δυνάμεων που διαμορφώνουν τη διαλεκτική των ανθρώπινων σχέσεων και καθιστούν ψευδή την σύνδεση ειδικών ψυχολογικών χαρακτηριστικών, ως σταθερών και μονίμων, με μοτίβα κοινωνικής συμπεριφοράς. Ειδικά, όταν οι εσωτερικοί κόσμοι βρίσκονται υπό διαμόρφωση, όπως συμβαίνει στα μικρά παιδιά. Οι ψυχολογικές ερμηνείες οι οποίες επικράτησαν, λογοθετικά αλλά και ως θεσμοποιημένες πρακτικές, για την ερμηνεία του «σχολικού εκφοβισμού» οδήγησαν στο φαινόμενο της ψυχολογιοποίησης με σοβαρές, αλλά αδιόρατες τις επιπτώσεις. Με άλλα λόγια, μια σύνθετη κοινωνική κατάσταση φάνηκε να ανάγεται σε ψυχολογικές και συμπεριφοριστικού τύπου ερμηνείες οι οποίες και συχνά προσαρτώνται των ηθικών αξιολογήσεων, όπως για παράδειγμα «διαλυμένη οικογένεια». Η αναπαραγωγή στερεοτύπων για την «προβληματική» οικογένεια που φέρει την αποκλειστική ευθύνη της «αποκλίνουσας» ή «παραβατικής» συμπεριφοράς του παιδιού της εύκολα βρήκε χώρο στο περιβάλλον του ψυχολογικού αναγωγισμού.

Οι σοβαρές επιπτώσεις αυτών των ιδεολογημάτων που λαμβάνουν στηρίγματα εντός του θετικιστικού, ψυχομετρικού μοντέλου κατασκευής της «κανονικότητας» που επιβλήθηκε με τρόπο πολυμέτωπο και μαζικό δεν αφορούν μόνο την διανομή ετικετών που οδηγούν παιδιά και γονείς σε έναν κοινωνικό στιγματισμό με βλαπτικές συνέπειες στην συναισθηματική και την κοινωνική τους υγεία, αλλά αποτυγχάνουν να αφουγκραστούν τις πραγματικές ανάγκες των θιγόμενων όπως και τις πραγματικές αιτίες της πιο βαθιάς αποξένωσης στην πιο τρυφερή ηλικία. Οι συνοπτικές διαδικασίες μιας αντιστοίχησης ψυχολογικών χαρακτηριστικών και εξωτερικών συμπεριφορών είναι πολύ απομακρυσμένες από την κατανόηση της σύνθετης ψυχικής ζωής, και των δυνάμεων που την διαμορφώνουν. Η «προβληματική» συμπεριφορά, όπως συχνά ονομάζεται η αποτυχία της αρμονικής συνύπαρξης, δεν είναι παρά μια έκφραση ενός ανεπεξέργαστου ψυχικού πόνου που βαθαίνει ακόμη περισσότερο με την ετικέτα, και το κοινωνικό διασυρμό που αυτή πάντα προκαλεί. Η πλειονοτική επιρροή που εμφανίζεται σε μικρές κοινότητες, όπως τις σχολικές, διευκολύνει την αλυσιδωτή τροπή των καταστάσεων που συνήθως καταλήγει σε εκτροπή, όπως η απομόνωση των παιδιών που θεωρούνται οι «νταήδες» και τον εγκλωβισμό των γονέων σε μια βαθιά ενοχή, απελπισία που τους οδηγεί είτε σε μετωπικές διαρκείς διαπραγματεύσεις διορθώσεων είτε σε αμυντικές στρατηγικές αποφυγής.

Όλοι συμφωνούμε ότι καμία μορφή βίας δεν είναι επιτρεπτή και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Για να να την αντιμετωπίσουμε με εγρήγορση και αίσθημα ατομικής και συλλογικής ευθύνης χρειάζεται να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο με ένα πνεύμα «διαμοιρασμένης αλληλεγγύης» και να αναπτύξουμε μέσω ενός ισότιμου και ανοιχτού διαλόγου την συνείδηση όλων εκείνων των μεγάλων και μικρότερων παραγόντων που βρίσκονται στην ρίζα της βίας που διαρρηγνύει τους δεσμούς της κοινωνίας και οδηγεί στην εξατομίκευση, την αποξένωση.