Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο αθάνατος Μίκης

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος ||

Έχει ή δεν έχει τελειωμό ο χρόνος; Οριοθετείται ή φεύγει και πετά; Νοηματοδοτείται ή ξεγλιστράει; Μπορούν να τον ρυθμίσουν τα ρολόγια; Η αλήθεια είναι πως «τη μέρα που ανακαλύφτηκε ο χρόνος οι άνθρωποι/κούρδισαν τα ρολόγια κι άρχισαν να τον κυνηγούν». (Κλείτος Κύρου, «Εν όλω συγκομιδή»). Και το κυνηγητό δεν έχει τελειωμό. Να προλάβουμε τη συνάντηση, το λεωφορείο, την λαϊκή, την ομιλία. Να προλάβουμε   την «περίσκεψη…» Τρέξιμο δίχως σταματημό. Και αργά το βράδυ η τηλοψία σού δίνει το «αληθινό περιεχόμενο της ζωής». Επί της βαρβαρικής πολιορκίας της σκέψης μας, έως και κατάληψης, αφού μένουμε απαθείς και «κουρκουτιασμένοι» από τα προβλήματα, καταπίνουμε αμάσητα τα όποια διαφημιστικά ή -το χειρότερο- προπαγανδιστικά μηνύματα έως «ξεραμένοι» οριζοντιωθούμε, μπουκωμένοι από προψημένα ζυμάρια που στο μεταξύ μας έφερε ο «ντελιβεράς». Και ο χρόνος «προχωρά».

Τα πάντα, σκέψη, διαλογισμός και προβληματισμός για τη διάθεση, την αληθινή διάθεση του χρόνου, ούτε λόγος να γίνεται. Το περιεχόμενο του χρόνου έχει χαθεί. Κι άντε σε καμία επέτειο να θυμηθούμε τη σύνδεση του τωρινού με το τότε και το αύριο.
Ασφαλώς και δεν κατανοήσαμε πως  «ο τωρινός ο χρόνος κι ο περασμένος χρόνος/Είναι ίσως και οι δυο παρόντες στο μελλούμενο χρόνο./Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο».(Τ. Σ. Έλιοτ) Ο περασμένος είναι ξεχασμένος, ο μελλοντικός είναι αποδιοπομπαίος και ο τωρινός είναι πλαστός. Δεν έχεις, δεν απολαμβάνεις, δε βιώνεις το χρόνο όταν είσαι δούλος. Όταν δεν υπάρχει ατομική βούληση, τότε κάνεις και καμώνεσαι πως «απολαμβάνεις» τον χρόνο σου. Mikis σε ΚΚΕ

Ελεύθερος χρόνος! Βορά στις πλαστές ανάγκες που επιβλήθηκαν παντοιοτρόπως  με   τη διαφήμιση.
«Ο χρόνος μου λεηλατημένος | Οι χίλιες καθημερινές ανάγκες | σαν πεινασμένα αγριόσκυλα |του ξεκολλάν κι ένα κομμάτι», Τίτος Πατρίκιος, «Αντιδικίες».
Ούτε χρόνος κι ούτε πλέον ψυχική διάθεση για αγώνα για κάτι καλύτερο, ουσιαστικότερο, για τη νοηματοδότηση της ζωής μας. Για ψυχαγωγία; Δεν το συζητάμε. Νόθη και υπολείπουσα.  Για αυτομόρφωση; Τα πάντα υπό τη σκέπη και την «προσφορά» του χρήματος. Τα πάντα τιμώνται. Και χωρίς καμιά υπερβολή και «η τιμή τιμάται». Πόσο; Ανάλογα. Έχει χαθεί πλέον το είδος αυτό που ονομάζεται κοινωνική προσφορά. Κι ούτε λόγος για κοινωνικά δικαιώματα. Απαιτήσεις του ατόμου έναντι του κράτους να προβεί αυτό σε θετικές παροχές. Δεν γίνονται αυτά. Και το μέλλον μάλλον αβέβαιο. Το συνθέτει η σημερινή πραγματικότητα, οι τωρινές ενέργειες ή όπως τις λένε «μεταρρυθμίσεις». Νερά, αέρας, βουνά ακόμα και τα απόσκια παραχωρούνται. Εξυγίανση και ανάπτυξη. Για ποιον; Όχι φυσικά για τον λαό. Ο λαός αγκυλωμένος στα δεσμά του. Σήμερα περισσότερο από κάθε  άλλη εποχή  είναι επίκαιρος ο Καβάφης. «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη». Και εμείς υπνώττουμε… φοβούμενοι πως «Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία».

Μίκης Πορεύτηκε σαν απλός στρατιώτηςΒαραίνει, πώς να το κάνουμε, ο χρόνος. Αυξάνει το παρελθόν και μικραίνει το μέλλον. Έτσι έχουν τα πράγματα. Φυσιολογική κατάληξη.  Ήρθαν και πέρασαν τόσοι και τόσες.. Προσέφεραν, άλλος πολύ άλλος λίγο, κι «έφυγαν». Τι έδωσαν; Ο χρόνος θα δείξει. Ο χρόνος, η μεγάλη αυτή φαγάνα που όλα τα δέχεται κι όλα τα καταπίνει… Ενίοτε κρατά κάτι. Το κάτι αυτό είναι διαχρονικό. Αντέχει. Λέγεται ΑΓΩΝΑΣ. Δεν είναι απλή εσωτερική παρόρμηση. Είναι βίωμα, τρόπος ζωής. ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ. Είναι Αντίσταση στην εκμετάλλευση του ανθρώπου που γίνεται ή με την προπαγάνδα  ή με τα όπλα. Είναι η Αντίσταση στα ξερονήσια και στα κολαστήρια.  Είναι πίστη στον άνθρωπο και θεώρησή του ως μοναδική και ανεπανάληπτη αξία. Είναι  καθαρή ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Αντίσταση, χωρίς παζάρια. Έτσι νοηματοδοτείται ο χρόνος. Αυτό πέτυχε ο Μίκης Θεοδωράκης. Σηματοδότησε το χρόνο. Πώς το πέτυχε; Έζησε και πέθανε ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ.


toumpouros
Ο Χρήστος Α.Τούμπουρος γεννήθηκε στην Άγναντα Άρτας (Τζουμέρκα). Εκεί τελείωσε το Γυμνάσιο και ακολούθως σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έγραψε τέσσερα βιβλία: «Αγναντίτικα Λιχνίσματα», «Το Γυμνάσιο Αγνάντων ο Πνευματικός Φάρος των Τζουμέρκων», «Με την Ηπειρώτικη λαλιά» και «Τραγουδώντας την ξενιτιά», καθώς και εννέα θεατρικά έργα με περιεχόμενο που αφορά τη ζωή στην Ήπειρο.