Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο αλωνάρης Ιούλης, Αηλιάτης, Εκατομβαιών και Φουσκομηνάς

Ο Ιούλης,  7ος μήνας για εμάς με 31 ημέρες, κατά το αττικό ημερολόγιο των αρχαίων ήταν ο πρώτος μήνας της χρονιάς -30 ημερών, λεγόταν «Εκατομβαιών»  και αντιστοιχούσε στο διάστημα 23 Ιούνη – 23 Ιούλη, κατά το εκκλησιαστικό είναι ο 11ος (Σεπτέμβρης), κατά το παλαιό ρωμαϊκό ο 5ος (Quintilis) κλπ. Το όνομά του συνδέεται με το ότι ο Αύγουστος Καίσαρας για να τιμήσει τον Ιούλιο Καίσαρα τον ονόμασε έτσι

Διαδέχεται τον «κερασάρη», «ορνιαστή» και κυρίως «θεριστή» Ιούνιο και είναι ο «αλωνάρης» (ή αλωνιστής) γιατί στον μήνα αυτόν γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών.
Αλλά επειδή αλώνισμα χωρίς λίχνισμα, δε νοείται μπαίνει στο χορό και ο προφήτης Ηλίας που διαφεντεύει τους ανέμους, έτσι ο Ιούλιος λέγεται και Αηλιάτης ή Αηλιάς, προς τιμή της φλογερής μορφής της βίβλου, εφόρου βροχής, βροντής, κεραυνών –με τα χιλιάδες ξωκλήσια, κτισμένα στις ελληνικές αμόλυντες βουνοκορφές, εκεί που ο τόπος ήταν πάντα ιερός..
Ακόμα «Γυαλιστής» ή «Γυαλινός» (Νάξο & Χίο), επειδή σε ορισμένες περιοχές τους «γυαλίζουν», δηλ. ωριμάζουν τα σταφύλια, «Δευτερόλης» (2ος μήνας του καλοκαιριού), Φουσκομηνάς ή Χασκόμηνας (Ρόδος).

Παλαιότερα, που δεν υπήρχαν οι «κομπίνες» (μια ακόμη ελληνικούρα από το αγγλικό combine [harvester], ή απλά «combine» = θεριζοαλωνιστικές μηχανές) το αλώνι αποτελούσε σημείο αναφοράς και συνεύρεσης και γιορτής: σε μέρη «αψηλά» να το φυσούν οι περισσότεροι άνεμοι, ήταν ένας κύκλος ~15μ, τις περισσότερες φορές χωμάτινο (που το κατάβρεχαν συχνά και το πασπάλιζαν με ψιλοκομμένο άχυρο, που κολλούσε στη λάσπη και γινόταν σώμα) με το «στρέντζερο»… «στήχερο» ή «στρογερό» (10άδες ονομασίες ανάλογα με την περιοχή), στη μέση –ένα ξύλινο γερό κατακόρυφο παλούκι γύρω από το οποίο -ζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο έτρεχαν τα ζώα (βόιδα, άλογα, γαϊδούρια ή μουλάρια) που αλώνιζαν το στάχυ.
Πιο σπάνια ήταν στρωμένο με πέτρα ή πλάκες, για να είναι «καθαρό», αλλά αυτό δεν ήταν ό,τι καλύτερο, γιατί το πάτημα από τις οπλές των ζώων έσπαγε πολλούς σπόρους και έτσι χανόταν μέρος της σοδειάς.αλωνάρης Ιούλης Ιούλης αλωνάρης Ιούλης αλωνάρης Εκτός από το στάρι αλωνίζονται η βρώμη, το κριθάρι, το καλαμπόκι ακόμη και τα φασόλια, -το κάθε ένα από αυτά με το δικό του τρόπο: η βρώμη πχ., «δροσισμένη», ώστε να ξεχωρίσει ο σπόρος από τη σάλμη (καλαμιά) χωρίς να την διαλύσει, αξιοποιώντας την τελευταία για ελαφρά και υγιεινά στρώματα και μαξιλάρια, εκτός από τροφή ζώων, σκέπασμα κηπευτικών κά.

Βοηθητικά χρησιμοποιούσαν και τη λεγόμενη «δοκάνα» (είδος σβάρνας), μια πλατφόρμα από δύο σανίδες πλατιές και μακριές με ελαφρά κύρτωση στην επάνω πλευρά τους και κάτω κοιλώματα (σκαλισμένα στο ξύλο) μέσα στα οποία σφηνώνονταν πέτρες που θρυμμάτιζαν τα στάχυα.Ιούλης αλωνάρης σβάρναΚατόπιν με ένα φτυάρι-δικριάνι (δικράνι ή δεκρυάνι) ξεκινούσε το λίχνισμα, η διαδικασία δηλ. που ξεχώριζε τον καρπό από το άχυρο με την βοήθεια του ανέμου.
Όσο διαρκούσε ο αλωνισμός, δεν μπορούσε να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος, αλλά έπρεπε να εναλλάσσεται με το παιδί και τη γυναίκα του (προσοχή όμως γιατί γυναίκα με ρόκα γνέθοντας «είναι ξωτικιά και διώχνει τον άνεμο και δεν μπορούν να ανεμίσουν (λιχνίσουν)») ενώ αυτός θα ξεκουράζεται στ’ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι’ αυτό το σκοπό.
Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να ‘σαι καλά, Φχαριστούμε».
Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ’ ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.
Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».
Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ’ το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ’», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.
Εκτός από το να αλωνίζουν, γίνονταν κατά περιοχή και άλλες αγροτικές δουλειές, σκάλιζαν καπνά, καλαμπόκι & πατάτες, στα καπνοχώρια «ραμάτιαζαν» (περνούσαν σε κλωστή του καπνού τα φύλλα για να ξεραθούν), φυσικά ράντιζαν και θειάφιζαν τα αμπέλια, τρυγούσαν τις μελισσοκυψέλες απ’ το θυμάρι.Ιούλης αλωνάρης Ιούλης αλωνάρης Ο Ιούλιος έχει τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών. Πέρα από τις καθεαυτό δικές του γιορτές-πανηγύρια (των Αγ. Αναργύρων, της Αγ. Κυριακής, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Παρασκευής & του Αγ. Παντελεήμονα), έχει και πολλές γιορτές-πανηγύρια του χειμώνα, που έχουν μεταφερθεί προκειμένου να επιτρέψει η καλοκαιρία τη διεξαγωγή τους & βέβαια τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου.
Σε πολλά, ιδιαίτερα του Βορειοελλαδικού χώρου, συνηθίζονται τα λεγόμενα κουρμπάνια, τα οποία αποτελούν μορφή δημοτελούς θυσιαστικής εκδήλωσης και συνεχίζουν την παράδοση πανάρχαιων, αρχέγονων λατρευτικών δοξασιών και συνηθειών (ΣΣ |> «κουρμπάνι» λέγεται το ζώο που θυσιάζεται, καθώς και η τελετουργία στο σύνολό της).
Σύμφωνα με το εθιμικό τελετουργικό, προσφέρεται στην εκκλησία ως τάμα ή αγοράζεται από την οικεία εκκλησιαστική επιτροπή κάποιο ζώο, του οποίου το κρέας, αφού μαγειρευτεί και ευλογηθεί από τον ιερέα, μοιράζεται στο εκκλησίασμα.

Από Πανηγύρια, ξεχωρίζουμε «του ταύρου» (Αγ. Παρασκευή Λέσβου), προς τιμή του Αγ. Χαραλάμπους.
Πρόκειται για μια γιορτή – ταυροθυσία, που διαρκεί 3 ημέρες. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η άφιξη κάθε χρόνο των ξενιτεμένων Αγιοπαρασκευιωτών, κυρίως από την Αυστραλία, αφού συνήθως ένας απ’ αυτούς έκανε την καθόλου ευκαταφρόνητη χορηγία για την αγορά του ταύρου, εκτελώντας έτσι κάποιο τάμα του.
Το πρωί της Παρασκευής οδηγούν τον ταύρο, που πρέπει να είναι εκλεκτός (3ετής, ανευνούχιστος & να μην έχει μπει σε ζυγό) μπροστά στο σπίτι του χορηγού.
Εκεί υπό τους ήχους μουσικής τον στολίζουν, του κρεμούν στο λαιμό άνθη & στεφάνι και βάφουν τα κέρατά του με χρυσόσκονη –απαραίτητη επιγραφή στο μέτωπό του, που δείχνει το όνομα του δωρητή.
Στη συνέχεια με μουσική, με λάβαρα, με σημαία & με την εικόνα του αγίου μπροστά, αρχίζει η περιφορά του ταύρου σε όλο το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ζώο μεταφέρεται στην τοποθεσία «Ταύρος», ορεινή & δυσπρόσιτη, 15 χλμ μακριά, όπου βρίσκεται και το ξωκλήσι του αγίου.
Από τα χαράματα το Σάββατο αρχίζει η ομαδική μετάβαση των πανηγυριστών στον «Ταύρο», απ’ όλο το νησί. Το σούρουπο φέρνουν τον ταύρο, πάλι με μουσική, μπροστά στο εκκλησάκι και ο ιερέας τον ευλογεί με ειδική ευχή. Τον οδηγούν έπειτα στον τόπο της θυσίας.
Εκεί, κατά την πίστη που επικρατεί, το ζώο γονατίζει με τη θέλησή του για να θυσιαστεί. Παράλληλα σφάζονται κι άλλα μικρότερα ζώα, «με την ευλογία του παπά» πάντα, τάματα κι αυτά των πιστών.
Την ευλογία του δέχονται κι οι έφιπποι πανηγυριστές, θεωρείται μάλιστα ότι το πανηγύρι αποβλέπει ιδιαίτερα στην προστασία των φοράδων.
Από το κρέας του ταύρου και με ειδικά κατεργασμένο σιτάρι παρασκευάζεται σπεσιαλιτέ, το λεγόμενο «κεσκέτσι»… «Κεσκέκι» (ή Κισκέκ ή Κεσκέτσι), που το πρωί της Κυριακής διανέμεται στους πιστούς, για «να πάρουν όλοι τη δύναμη που είχε ο ταύρος».
Η όλη θυσία-γιορτή τελειώνει το απόγευμα της Κυριακής με ιππικούς αγώνες. Ακολουθεί γλέντι όλων των πανηγυριστών στην πλατεία του χωριού.Ιούλης αλωνάρης

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

  • «Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
  • «Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
  • «Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
  • «Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».
  • «Από τ’ Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς».
  • «Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει».
  • «Έτσι το ‘χει το λινάρι να ανθεί τον Αλωνάρη».
  • «Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ’ αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
  • «Κάλλιο λόγια στο χωράφι , παρά ντράβαλα (φασαρίες) στ’ αλώνι».
  • «Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
  • «Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
  • «Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
  • «Μικρό-μικρό τ’ αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου».
  • «Ο άη-Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα».
  • «Ο Θεριστής θερίζει, ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει».
  • «Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
  • «Που μουχτάει τον Χειμώνα‚ χαίρεται τον Αλωνάρη».
  • «Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη(Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
  • «Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει».
  • «Τ’ Αλωναριού τα κάματα (δυνατή ζέστη), τ’ Αυγούστου τα λιοβόρια» (ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος).
  • «Της αγιά Μαρίνας ρώγα και του άη -Λιός σταφύλι». (δηλαδή το σταφύλι ωριμάζει αργότερα από τη σταφίδα)
  • «Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το κοφίνι».
  • «Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
  • «Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να χεις».
  • «Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο».
  • «Χιόνισε μέσ΄στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη».

Ιούλης αλωνάρης

👥  Ο Ιούλης στην ποίηση

«…Ήτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,
που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,
στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια
και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος
κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος…»
Η «άγνωστη» ατιμία Κώστας Βάρναλης


…Τον ΙΟΥΛΙΟ κάποτε μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν…
Αμαρτία μου να ‘χα κι εγώ μιαν αγάπη
Ρόδο μου ρόδο αμάραντο…”
 Άξιον εστί
ii.«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα
δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»
Εκ του πλησίον
iii.  [Γυμνός, Ιούλιο μήνα]
Οδυσσέας  Ελύτης
|                                               («Ο Μικρός Ναυτίλος»)
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.


Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.
Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.
Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.
Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.
Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.
Κ. Π. ΚαβάφηςΝα μείνει

Φοβάμαι τους ἀνθρώπους που ἑφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό».
Μανώλης ΑναγνωστάκηςΙούλης αλωνάρης

Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν | στο λαιμό των βοδιών.
Πού πας, ομορφούλα μου, | Χιονούλα και ήλιε;
Πάω στις μαργαρίτες | του πράσινου λιβαδιού.
Δε φοβάσαι | που αλαργεύεις μόνη;
Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος | φοβίζουν τον έρωτα.
Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου, | χιονάτη κόρη.
Έχει φύγει η καρδιά μου, | για πάντα.
Ποια είσαι, λευκή κόρη, | κι από πού έρχεσαι;
Γυρίζω από τους έρωτες | κι από τις κρήνες.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν | στο λαιμό των βοδιών.
Τι έχεις στα χείλη σου | που τα φλογίζει;
Το άστρο του καλού μου | που ζει και πεθαίνει.
Τι έχεις στο στήθος σου | λεπτό κι ωραίο;
Το σπαθί του καλού μου | που ζει και πεθαίνει.
Τι λεν τα μαύρα μάτια σου, | σοβαρό και βαθύ;
Τη σκληρή απελπισιά μου | που πάντα πληγώνει.
Γιατί φοράς μαύρο | του θανάτου μανδύα;
Αλίμονο, είμαι θλιμμένη | κι άκληρη χήρα,
του κόντε της Δάφνης | της Ροδοδάφνης.
Αφού κανέναν δεν αγαπάς, | τι ψάχνεις εδώ;
Το σώμα του όμορφου κόντε μου | της Ροδοδάφνης.
Ψάχνεις λοιπόν τον έρωτα να βρεις | άπιστη χήρα;
Σου εύχομαι να τον βρεις.
Τα άστρα του ουρανού | είναι οι πόθοι μου,
σ’ αυτά θα βρω τον εραστή μου | που ζει και πεθαίνει.
Αναπαύεται μες στο νερό, | χιονάτη κόρη
σκεπασμένος με νοσταλγίες | κι άσπρα γαρίφαλα.
Αχ, ιππότη περιπλανώμενε | στα κυπαρίσσια,
μια νύχτα φεγγαρόφωτη | σου χαρίζει η ψυχή μου.
Ω, Ίσις ονειροπαρμένη! | Κόρη δίχως γλύκα,
με στόματα παιδιών | λέει τις ιστορίες της.
Την καρδιά μου σου δίνω. | Μια καρδιά ήρεμη
πληγωμένη από το βλέμμα | των γυναικών.
Γενναίε ιππότη, | ο Θεός μαζί σου.
Πάω να βρω τον κόντε | της Ροδοδάφνης.
Αντίο, δέσποινα μου, | κοιμισμένο ρόδο,
}εσύ πας στον έρωτα | κι εγώ πάω στο θάνατο.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν | στο λαιμό των βοδιών.
Η καρδιά μου αιμορραγεί, | κόκκινη κρήνη”.
Federico Garcia Lorca – Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου
(Ποιητικά άπαντα, εκδ. Εκάτη)
Ποιητική απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Χρήστος Λεοντής.

Ο  ηλιοφόρος Ιούλιος λίγος,
ο εύγευστος Αύγουστος ελάχιστος
καὶ πότε κιόλα ο σιγαλός Σεπτέμβριος.
Προς το  κενό καλπάζοντας
να  κρατηθείς, από πού
να  φύγεις,
κλειδί—κλαδί δεν έχει ο  χρόνος λείος, απότομος
κάθε στιγμή του γκρεμός — πως να  σώσεις
την αστραπή τη  ζωή σου
—μ’ ένα ποίημα, μ’ ένα παιδί,
μ’ ένα άγαλμα στο μουσείο;
Μία, δύο και  τρεις φορές κι εκατοντάδες
κι αν έρθει ο Ιούλιος
κι ο  Αύγουστος αν έρθει πάλι
στο θάνατό σου θα  σ’ εγκαταλείψουν
που λίγο-λίγο, καθημερινός σ’ έχει κερδίσει, όσα
φιλιά  κι όσα φτερά
μέσα τους κι αν επρόφτασες να  θησαυρίσεις.
Λένα Παππά – Ιούλιος-Αύγουστος

«Κυρά κυρά θαλασσινή και στεριανή
με τα λουλουδιασμένα μάγουλα
σφίγγοντας μες στον μπούστο σου
την κάψα του αλωνάρη
πότε κρατώντας στην ποδιά σου
ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν παναγιά αιγιοπελαγίτισσα
ντυμένη μ’ένα δίχτυ
να κουβαλάς στο σούρπωμα στηνκεφαλή σου
το πανέρι με τα ψάρια
Μηλί βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριαντιαφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης
Σπανε τα ρόδια στη ροδιά και πεφτουν γέλια στο ποτάμι
με κουκουναρια κυνηγιουνται οι κορασιες στο περιγιάλι κι αχ, ο δραγάτης δε βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ, δε βαστάνε οι βιολιτζήδες τ’αμπελιόυ μες στα βιολιά τους
Μηλί, βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης»
Γιάννης Ρίτσος
i.Κυρά των αμπελιών (απόσπασμα)
ii [Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου]
Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα.
Είχε λιακάδα τότε -Ιούλιος μήνας-
δίπλωναν το ψωμί στην πετσέτα,
το πλοιάριο έφευγε,
έκαιγαν οι εφημερίδες σ’ ένα ψάθινο καπέλο
καταμεσής στο νερό.

Ιούλιος πορθητής – Μουσική Παντελής Θαλασσινός
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης

Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή
Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε παϊτόνι ολόχρυσο στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού
Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό