Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο γάμος στα Τζουμέρκα και ο σύγχρονος γάμος του βολέματος…

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος //

Εγώ διορίζω, εσύ διορίζεις… Πλείστοι διορίζουν!

Ως γάμο οι παλιοί γνώρισαν αποκλειστικά τη νόμιμη ένωση άντρα και γυναίκας και μάλιστα με εκκλησιαστική τελετή, που είναι ένα από τα επτά μυστήρια της εκκλησίας. Ο δρόμος ένας ήταν. Προξενήτρα-προξενέματα-προίκα και προικιάτικα και ταχιά στην εκκλησία. Άντε και καλά κούτσ’κα. Καθαρή διαδικασία που απόλυτα εφαρμόζονταν. Αργότερα, το 1982 καθιερώθηκε στη χώρα μας ο πολιτικός γάμος. Δυο μάρτυρες, οι μελλόνυμφοι κι ένας εντεταλμένος αντιδήμαρχος «και πάνε όλοι καλιά τους». Να, κι άλλος ένας γάμος. «Καινούρια τεντζερούλα μου και πού να σε κρεμάσω». Κάπως έτσι τον χαρακτήρισαν τον πολιτικό γάμο οι γιαγιούλες. Και συνέχισαν… «Αφύσ’κα πράγματα».

Παραβλέποντας τα περί ανοιχτού και κλειστού γάμου, με ή χωρίς προσκεκλημένους, από συνοικέσιο ή έρωτα να πω πως ο θυμόσοφος λαός έχει πει, και τι δεν έχει πει. Χίλια δυο πράγματα. «Πάρ’ τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου», που αναφέρεται κάποιος σε ανθρώπους όταν λένε «άλλα αντί άλλων», δηλαδή άκαιρα και παράταιρα πράγματα. Με λίγα λόγια «όταν απολάνε παπαρδέλες». Για μια δύσκολη κατάσταση «που την καβάλ’σαν τα προβλήματα» ο λαός θα πει πως «όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη» κάτι παρόμοιο με το «ήταν στραβό το κλίμα, το ’φαγε και ο γάιδαρος». Μέχρι μια κάποια ηλικία νόμιζα πως τα λόγια αυτά, ότι «αφήνω το γάμο και πάω για πουρνάρια», αφήνω δηλαδή κάτι μοναδικό, πολύ σημαντικό για κάτι ασήμαντο και δευτερεύον, τα λέγαμε μόνο στα Τζουμέρκα. Εκεί, ως γνωστόν, πλεονάζουν τα πουρνάρια, τα κέδρα και τα ασβούδια. Είχα πλανηθεί.

Μικρός είχα παρευρεθεί σε πολλούς γάμους. Ήμουν ο μόνιμος συνοδός της γιαγιάς μου που ως προξενήτρα κατείχε πάντοτε «πρώτη θέση» στο γάμο. Δεν μπόρεσα να ερμηνεύσω τη φράση «έγινε του Κουτρούλη ο γάμος». Χρειάστηκε να αποσχολίσω και να μάθω πως ο Ιωάννης Κουτρούλης συγκατοικούσε με μια χαδιάρα η οποία είχε λιμπιστεί τα νιάτα και την ομορφιά του Κουτρούλη, «την έκανε από το σπίτι της» και «έπεσε» στην αγκαλιά του. Λέγεται πως ο τόπος δράσης του Κουτρούλη ήταν η Μεθώνη. Μέγα σκάνδαλο, πρωτοφανές και πρωτάκουστο και ως εκ τούτου ασχολήθηκε και η εκκλησία. «Τράβηξε» έναν και μέγα αφορισμό στη γυναίκα. «Γυναίκα ήταν, αυτή έφταιγε, ας μην ξεκαπιστρωνόταν». Πάντως το 1394 ο τότε Πατριάρχης (Αντώνιος Δ΄) αναγνώρισε το διαζύγιό της και έτσι «άνοιξε ο δρόμος» να παντρευτεί ο Κουτρούλης. Τον γάμο τον συνόδευσε μέγα γλέντι που έμεινε ιστορικό και μνημονεύεται για κάθε γάμο που θα γίνει «μέγα τζέρτζελο».

Ακόμα πρέπει να διευκρινίσουμε πως ο όρος «χωριάτικος γάμος» στην ουσία απαλείφτηκε από το ελληνικό λεξιλόγιο, πολύ περισσότερο από το Τζουμερκιώτικο, καθόσον τα χωριά μόνο από κάτι «γεροκούτια» ή έστω από κάτι «γερόγατους» κατοικούνται. Γι’ αυτούς έτσι όπως ήρθε η ζωή «ούτε γάμος άκλαυτος κι ούτε νεκρός αγέλαστος». Το πρώτο σκέλος δεν υπάρχει. «Ανεφύη» όμως άλλος γάμος. Ο πολιτικός γάμος. Προηγείται βέβαια το πολιτικό διαζύγιο. Είναι απλό. Ο βουλευτής «σκαπέτησε» από το Κόμμα με το οποίο εκλέχθηκε τάζοντας και εκλιπαρώντας, δεόμενος και παλαντζάροντας, ομνύοντας και επικαλούμενος την πολιτική του αρετή και την υπακοή του στις πολιτικές αξίες και στο εθνικό φιλότιμο. Με λίγα λόγια εφαρμόζοντας το αξίωμα που απορρέει από το δημοτικό στίχο: «τάξε μανούλα μ’ τάματα σ’ όλα τα μοναστήρια».

«Αλλάζει ο βιολιτζής, αλλά ο χαβάς παραμένει ο ίδιος» ή καταπώς θα έλεγαν στο Τζουμέρκο «ούλος ο καβγάς είναι για το πάπλωμα». Γι’ αυτό και το αιώνιο αγώνισμα του βολέματος συνεχίζεται με διορισμούς, εκπτώσεις και υποσχέσεις. Με αποκατάσταση… Δεν έχει σημασία αν είναι κάποιος παρήλιξ, έστω και ογδόντα ετών. Υπάρχουν πολλές «ανορθωτικές ουσίες» που εύκολα κάνει κάποιος τη δουλειά του. Έστω και ογδόντα. Για αξιοπρέπεια ας μην μιλάμε. Ως γνωστόν και η τιμή τιμάται!

_______________________________________________________________________

toumpourosΟ Χρήστος Α.Τούμπουρος γεννήθηκε στην Άγναντα Άρτας (Τζουμέρκα). Εκεί τελείωσε το Γυμνάσιο και ακολούθως σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έγραψε τέσσερα βιβλία: «Αγναντίτικα Λιχνίσματα», «Το Γυμνάσιο Αγνάντων ο Πνευματικός Φάρος των Τζουμέρκων», «Με την Ηπειρώτικη λαλιά» και «Τραγουδώντας την ξενιτιά», καθώς και εννέα θεατρικά έργα με περιεχόμενο που αφορά τη ζωή στην Ήπειρο.