• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΤΕΡΙΜΠΑΣΟΒΣΚΑΓΙΑ – Ο Γιώργος Φαρσακίδης υποφέρει από τις αϋπνίες …

Και δεν είναι περίεργο. Είναι 91 χρονών, έζησε μεγάλη ζωή και όλοι δικοί του άνθρωποι μείνανε στο μακρινό παρελθόν. Είναι γνωστός ζωγράφος, χαράκτης, συλλέκτης, συγγραφέας, φιλόσοφος. Παρόλο την ηλικία του, η ζωή του είναι γεμάτη. Σε όλες τις υποθέσεις έχει στο πλευρό του τις τρεις βοηθούς: την Ρ…, την Ε… και την Ά…. Με αυτές έπρεπε να κανονίσουμε την συνάντηση με τον ζωγράφο. Ευτυχώς, καταφέραμε να βρούμε ένα κενό απόγευμα στο πρόγραμμά του ανάμεσα στο φεστιβάλ ΚΝΕ, στο οποίο παρουσιαζόταν ο κ. Φαρσακίδης και το επαγγελματικό του ταξίδι στην Αθήνα. Όσον αφορά τις αϋπνίες, να περάσουν οι ατελείωτες νύχτες του βοηθούσε η Άννα. Με αυτήν μοιραζόταν τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του. Και αυτές ερχόταν, μια μετά την άλλη, σαν κύματα της Μαύρης θάλασσας και του Αιγαίου – των δυο θαλασσών, με τις οποίες η μοίρα του Γεώργιου Φαρσακίδη ήταν στενά συνδεδεμένη.

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ

Όπως ήταν κανονισμένο, εγώ και η κόρη μου, την οποία την είχα μαζί μου για να μεταφράζει, φτάσαμε μπροστά στο σπίτι του ζωγράφου στην Θεσσαλονίκη στις 8 η ώρα ακριβώς. Η αγωνία μου κορυφώθηκε την στιγμή που φτάσαμε στην είσοδο του σπιτιού του. Πώς θα με υποδεχτεί; Από πού να ξεκινήσω τις ερωτήσεις; Στην μνήμη μου ξαφνικά ήρθε η ιστορία που διηγήθηκε ο αγαπημένος μου συγγραφέας εποχής πρώιμου χριστιανισμού, ο Ευπρέπιος, ο οποίος στο ξεκίνημα της μοναχικής του ζωής ρώτησε έναν σοφό γέροντα: «Πώς να σωθώ;». Η απάντηση που πήρε, ήταν : «Εάν θέλεις να σωθείς, τότε όταν έρχεσαι στο σπίτι κάποιου, μην αρχίζεις να μιλάς πριν σε ρωτήσουν».

Την πόρτα άνοιξε ένας άντρας μέσης ηλικίας, σίγουρα δεν ήταν ο Φαρσακίδης. Μας είπε πως ο Γεώργιος μας περίμενε και θα είναι μαζί μας από στιγμή σε στιγμή. Αφού συστηθήκαμε, καθίσαμε σιωπηλά στο σαλόνι, έχοντας στο νου την συμβουλή του σοφού γέροντα. Στο βάθος φάνηκε η σιλουέτα του Φαρσακίδη, μας έριξε ένα αφηρημένο βλέμμα και ξανά εξαφανίστηκε μέσα. Σε λίγα λεπτά, όμως, ο ζωγράφος μπήκε στο σαλόνι.

Ο Φαρσακίδης ήταν αρκετά ψηλός και πολύ αδύνατος. Το μπλε πουκάμισο με κοντά μανίκια κρεμόταν πάνω του, σαν να μην ήταν δικό του. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα. Προχωρούσε αργά και με προσοχή. Μου έκανε εντύπωση το πρόσωπό του, δεν είχε σχεδόν καθόλου ρυτίδες. Το βλέμμα του ταξίδευε κάπου μακριά. Πλησίασε στο τεράστιο οβάλ τραπέζι, το οποίο έπιανε σχεδόν όλον τον χώρο στο σαλόνι, και, με την βοήθεια της γραμματέας του Άννας, κάθισε απέναντί μας.

Χαιρετηθήκαμε και η σιωπή συνεχίστηκε. Μετά από λίγο ο Φαρσακίδης είπε κάτι στα ελληνικά στον άντρα που μας είχε ανοίξει την πόρτα. Η φωνή του ακουγόταν σιγανή και βραχνή, σαν τον ήχο που βγάζει το δέντρο, όταν ο αέρας κουνάει τα κλαδιά του.

Ο δεύτερος άντρας, ο φίλος του ζωγράφου, επίσης Γεώργιος, ρώτησε κάτι, πάλι στα ελληνικά, την κόρη μου.

– Ο κύριος Φαρσακίδης ρωτάει ποιοι είμαστε και τί θέλουμε, – μετάφρασε η κόρη μου.

Απορήσαμε με αυτή την ερώτηση, επειδή πριν την συνάντηση μας ζήτησαν όλα τα στοιχεία μας και τον σκοπό της επίσκεψης. Δεν περιμέναμε ότι ο Φαρσακίδης δεν θα ήταν ενημερωμένος για την επίσκεψη.

– Ο κύριος Φαρσακίδης δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ, μόλις τώρα ξύπνησε, – πρόσθεσε η Ά….

«Ο κανόνας του μοναχού Ευπρέπιου δεν λειτούργησε», σκέφτηκα, «θα πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή». Και προσπάθησα να εξηγήσω, λίγο μπερδεμένα, τον λόγο, για τον οποίο ήθελα να τον συναντήσω.

– Να μιλάμε ρώσικα, κύριε Φαρσακίδη; Δεν ξεχάσατε την μητρική σας γλώσσα, έτσι;

Ο Φαρσακίδης, σκεπτικός, είχε στρέψει το βλέμμα του μακριά και δεν απαντούσε. Τελικά είπε κάτι στον Γιώργο, ο οποίος μας μετάφρασε (προς την έκπληξή μας επίσης μιλούσε ρώσικα, επειδή, όπως μας εξήγησε αργότερα, σπούδασε ιστορικός στο πανεπιστήμιο της Μόσχας):

– Ο κύριος Φαρσακίδης έχει σαράντα χρόνια να μιλήσει ρώσικα. Θα προσπαθήσει. Να μιλάτε καθαρά και δυνατά.

Έτσι ξεκίνησε η συζήτησή μας. Εγώ έκανα τις ερωτήσεις και ο Φαρσακίδης απαντούσε πολύ σιγανά, με την φωνή του να χάνεται στο μεγάλο δωμάτιο, και έπρεπε να ζορίσω πολύ την ακοή μου, για να διακρίνω τα λόγια του.

farsakidis

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ο Γεώργιος Φαρσακίδης γεννήθηκε το 1926 στην Οδησσό, στην οδό Ντεριμπάσοβσκαγια 16, στο κτήριο όπου πριν πολλά χρόνια στεγαζόταν το Λύκειο Ρισελιέ. Όταν το Λύκειο μεταφέρθηκε στην οδό Ντβοριάνσκαγια, όλο το κτηριακό συγκρότημα αγόρασε γνωστός βιομήχανος Βάγκνερ. Σε ένα από αυτά οι γονείς του Φαρσακίδη αγόρασαν ένα ευρύχωρο διαμέρισμα, τα παράθυρα του οποίου βλέπανε και στην Ντεριμπάσοβσκαγια και στην Λαντζερόνοβσκαγια. Ο πατέρας του, Αναστάσιος, είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, όπου οι πρόγονοί του ζούσανε από την εποχή του Βυζαντίου, και το επίθετό του πριν έρθει στην Οδησσό ήταν Φαρσακίδογλου.

– Ο πατέρας σπούδασε στην ρώσικη σχολή εμπόρων στην Κωνσταντινούπολη, διηγήθηκε ο Φαρσακίδης. – Ο στόχος της σχολής ήταν να δημιουργήσει ένα δίκτυο εμπόρων σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία: η Ρωσία προσπαθούσε να έχει τον έλεγχο στα Στενά, που συνδέανε την Μαύρη θάλασσα με την Μεσόγειο. Οπότε, κατά κάποιο τρόπο, ο πατέρας ήταν κάτι σαν κατάσκοπος. Εκτός από αυτό, ήταν οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, που επιδίωκε να «αναστήσει» την Μεγάλη Ελλάδα στα παλιά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα παράλια της Μεσογείου. Πριν από το Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ο πατέρας μου εξορίστηκε στην Οδησσό λόγω των ιδεών του.

– Κύριε Φαρσακίδη, πείτε μου για την μητέρα σας, – του ζήτησα.

Τα μάτια του ζωγράφου γέμισαν με ζεστασιά. Ήξερα ότι ένα από τα τελευταία του βιβλία ήταν αφιερωμένο στην μητέρα του. Σε όλη την ζωή του εκδόθηκαν δέκα επτά βιβλία και λευκώματα.
– Η μητέρα, Ελένα Ντμίτριεβνα Κίβα, προερχόταν από μια πλούσια οικογένεια της Οδησσού. Έχοντας κληρονομήσει μεγάλο κεφάλαιο από τους γονείς της, ίδρυσε εταιρία «Ρώσικες δαντέλες». Ταξίδευε συχνά στην Ρωσία και στην Ευρώπη: έπαιρνε εμπόριο στο Ορέλ της Ρωσίας και το πουλούσε στην Βαρσοβία, Παρίσι και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Είχε καλλιτεχνική φλέβα, τραγουδούσε ωραία και είχε πολλές γνωριμίες με ηθοποιούς της Όπερας και του Ουκρανικού θεάτρου.

– Ήσασταν ακόμα μικρός, όταν με τους γονείς σας μετακομίσατε στην Ελλάδα. Τί θυμάστε για την ζωή σας στην Οδησσό;

Ο Φαρσακίδης βυθίστηκε στην σκέψη και μετά από πολύ ώρα ξεκίνησε να διηγείται, αργά, όπως του έρχονταν διάφορες αναμνήσεις. Δεν είναι εύκολο για έναν ενενηντάχρονο να θυμηθεί τι έγινε στην ηλικία των έξι χρονών.

– Θυμάμαι γιγάντια δέντρα στο Νικολάγιεβσκι μπουλεβάρ. Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή υπήρχε μεγάλη πείνα. Οι άνθρωποι, για να επιζήσουν, τρώγανε περιστέρια και γάτες. Θυμάμαι πως έκλαιγα, όταν την ίδια μοίρα είχε η αγαπημένη μου γάτα Μούρκα.

Ο Φαρσακίδης ανοίγει το βιβλίο του «Η πρώτη πατρίδα», είναι ιστορία μιας οικογένειας, που έζησε στην Οδησσό σχεδόν εκατό χρόνια πριν. Κοιτάζουμε μαζί τις φωτογραφίες των γονιών του, της αδελφής του, των γειτόνων, των φίλων και γνωστών. Επίσης υπάρχουν και οι φωτογραφίες των καρτ-ποστάλ από την Οδησσό εκείνης της εποχής. Όλα αυτά κράτησε η μητέρα του στο αρχείο της και τώρα τα κρατάει ο ίδιος στο δικό του.

– Ειλικρινά, δεν κατάλαβα πως κατάφερα να πάρω ψηλές κριτικές για αυτό το βιβλίο,- μου εμπιστεύτηκε ο Φαρσακίδης. – Τα ελληνικά δεν ήταν η μητρική μου γλώσσα και η γραμματική με δυσκόλεψε αρκετά. Όμως μεγάλωσα, διαβάζοντας βιβλία ρώσικης λογοτεχνίας: τους Πούσκιν, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι. Πιθανόν η επιρροή τους και η τεχνική που χρησιμοποίησα ευθύνονται για την επιτυχία που γνώρισε το βιβλίο.

Όσο περισσότερα συζητάμε με τον ζωγράφο, τόσο πιο καθαρά ακούγεται η ομιλία του, τόσο πιο σωστές και λογοτεχνικές γίνονται οι προτάσεις του. Απίστευτό που στην αρχή με το ζόρι κατάφερνα να πιάσω τις λέξεις.

Ο Φαρσακίδης μου φέρνει απόσπασμα από την εφημερίδα με το σχολιασμό του βιβλίου του. Έχει πολύ ενδιαφέρον και το παραθέτω ολόκληρο παρακάτω:

«Οι αναγνώστες αντικρίζουν την ρομαντική όψη της Οδησσού. Κάθε σπίτι – μια ιστορία, κάθε πέτρα – θρύλος. Ταυτόχρονα μπροστά στους αναγνώστες περνάνε εικόνες και γεγονότα του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου, της ρώσικης επανάστασης, των πρώτων χρόνων Σοβιετικού κράτους. Με χιούμορ περιγράφονται τα έθιμα και οι συνήθειες των Οδεσσιτών και προεπαναστατικός βίος των Ελλήνων της Οδησσού. Βέβαια, το μικρό αγοράκι δεν θα μπορούσε να ξέρει για τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο. Αλλά τις ιστορίες, που του έλεγαν οι γονείς του, τις μεταδίδει πολύ ζωντανά και πειστικά, διατηρώντας το ύφος και τα χαρακτηριστικά της αφήγησής τους».

«Η πρώτη πατρίδα» εκδόθηκε από τον αθηναϊκό οίκο «Πορεία» και αμέσως κέρδισε τις εντυπώσεις των αναγνώστων και των κριτικών. Το 1984 το βιβλίο πήρε το πρώτο βραβείο Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Στην χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχει εκδοθεί. Κρίμα, γιατί πρόκειται για μια αληθινή «εγκυκλοπαίδεια» της ζωής στην Οδησσό διαφορετικών εποχών.

Πηγή: ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΓΙΟΥΡΤΣΕΝΚΟ / Всемирные Одесские Новости (Παγκόσμια Νέα της Οδησσού)