Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο καπιταλισμός καίει και πολτοποιεί την τέχνη και τη γνώση

Το 1966 –οι μικρότεροι στην ηλικία δεν θα το γνωρίζουν καν, κυκλοφόρησε η ταινία Fahrenheit 451 σε σκηνοθεσία François Truffaut με τον πρωταγωνιστή Oskar Werner και την 26χρονη Julie Christie ήδη βραβευμένη με όσκαρ 1ου γυναικείου Ρόλου το 1965 για το Darling.

Σε μια μελλοντική κοινωνία, τα βιβλία έχουν τεθεί εκτός νόμου από μια κυβέρνηση που φοβάται την ανθρώπινη σκέψη, ενώ οθόνες βομβαρδίζουν συνεχώς τους ανθρώπους με εικόνες της επικαιρότητας, δίχως να τους αφήνουν στιγμή να σκεφτούν –ρόλο που σήμερα παίζουν επάξια τα ψηφιακά ΜΜΕ, η τηλεόραση και τα ΜΚΔ με συνδυασμένα πυρά
Καθήκον του πυρονόμου Guy Montag (Γκι Μόνταγκ -Oskar Werner) είναι το κάψιμο όποιων βιβλίων εντοπίζονται. H γνωριμία του με την βιβλιόφιλη Clarisse (Κλαρίς -Julie Christie) κλονίζει τον τρόπο ζωής του και τον παρακινεί να αναθεωρήσει τις προτεραιότητές του (βοηθούσης και της παντοδύναμης ερωτικής έλξης που αναπτύσσεται μεταξύ τους)
Εκτός από τον Oskar Werner και τη Julie Christie, παίζουν μεγάλοι ηθοποιοί της εποχής Cyril Cusack (Captain Beatty), ο Anton Diffring (Fabian), ο Jeremy Spenser (ο άνδρας με το μήλο) η Bee Duffell κά

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ray Bradbury (Ρέυ Μπράντμπερυ 1953)– που πήρε το όνομά του από τους 451 βαθμούς Φαρενάιτ (~233οC) που καίγεται το χαρτί – η υπέροχη αυτή ταινία του μαέστρου Φρανσουά Τριφό -έφυγε στα 52 του χρόνια το 1984, αποτελεί μια από τις πιο συναρπαστικές δουλειές του (έχοντας συγγράψει και το σενάριο της ταινίας μαζί με τον Jean-Louis Richard)
Με μια υπνωτιστική κινηματογραφική γλώσσα και με εξπρεσιονιστικά στοιχεία, φουτουριστικά σκηνικά και θερμά χρώματα, μας αφηγείται μια ιστορία για το βιβλίο, για τη λογοκρισία και για τους ανθρώπους που την αψηφούν. Μια ιδιαίτερα ανθρώπινη ιστορία, γιατί χωρίς βιβλία ο κόσμος μας δεν θα ήταν ποτέ πια ίδιος.
Δοκίμασαν και ριμέικ (2018), αλλά βγήκε μια ακόμη αμερικανιά –οι μεγάλοι δεν αντιγράφονται και ο Ramin Bahrani αποδείχτηκε «νάνος»Fahrenheit 451

Στην πυρά!

Πριν από 88 χρόνια οι ναζί έκαψαν στη Γερμανία βιβλία λογοτεχνίας, ποίησης, φιλοσοφίας αλλά και επιστημονικά συγγράμματα όσα θεωρούσαν «μη γερμανικά» -«μη άριας φυλής» βασικά «διαφωνούντων» (βλ. κομμουνιστές).
100 χρόνια πριν, ο ποιητής Χάινριχ Χάινε σημείωνε προφητικά για το «πρελούδιο»: Εκεί που ο άνθρωπος καίει βιβλία, μπορεί να κάψει και στο τέλος ανθρώπους».
Πέρασαν 421 χρόνια (17-Φεβ-1600) από τη δίκη του Giordano Bruno (Τζορντάνο Μπρούνο) από την Ιερά Εξέταση όπου θα κριθεί ένοχος και θα εκτελεστεί στη πυρά.
Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποτεφρώσει τη γνώση και μαζί την ιστορική μνήμη

Πολτοποίηση της ποίησης

Πάνε 2-3 μήνες που βγήκε στον αέρα η είδηση πως οι εκδόσεις Γαβριηλίδη κλείνουν και ένα μεγάλο μέρος τής παραγωγής τους λέγεται ότι θα μεταφερθεί σε άλλον εκδοτικό οίκο, που επίσης είχε κλείσει πριν από 30 χρόνια και τώρα επανιδρύεται με το ίδιο όνομα.
Ταυτόχρονα, πολλή σκόνη έχει σηκώσει το γεγονός ότι οι πιστώτριες τράπεζες πολτοποίησαν την παραγωγή τού εκδοτικού οίκου (Γαβριηλίδης) που βρέθηκε στις αποθήκες του και αυτές τις μέρες, στα ΜΜΕ και ΜΚΔ αναπαράχτηκε κατά κόρον με στερεότυπα λόγια μνημόσυνου, ότι …
«Δεν ενημέρωσαν τους συγγραφείς, δεν τα έστειλαν σε παλαιοβιβλιοπωλεία, δεν τα πέταξαν στο δρόμο, τα πολτοποίησαν. Απέδειξαν έτσι ότι δεν είναι χαρτί και κόλλα το βιβλίο, αλλά λέξεις. Το χαρτί και η κόλλα παρέμειναν. Οι λέξεις χάθηκαν, πάνε, τις έφαγαν οι μηχανές. Αν αφαιρέσεις την ποίηση μένει ο πολτός. Πόσα χρήματα άξιζαν οι λέξεις; Πώς να μετρήσουμε σε χρήματα την ποίηση; Αδύνατον. Ενώ ο πολτός έχει συγκεκριμένη τιμή στην αγορά. Και οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για το ανεκτίμητο αλλά για το τιμολόγιο».

Πιασάρικο το κείμενο δε λέμε, όμως να πάμε στην ουσία:
Κάποιοι μίλησαν «φαινόμενο καθυστέρησης και υπανάπτυξης η λειτουργία μιας χώρας με αραχνιασμένη νομοθεσία που απαγορεύει την δωρεά πραγμάτων (sic!!) που έχουν κατασχεθεί και επιβάλλει την καταστροφή τους – δείγμα του πόσο αγάπησαν και νοιάστηκαν για το βιβλίο τα περιβόητα υπουργεία πολιτισμού και οι ενώσεις συγγραφέων και εκδοτών» Και στάθηκαν σε υπαρκτά, αλλά δευτερεύοντα –επιφανειακά –κατά τη γνώμη μας ζητήματα, μιλώντας και με προσωπικά βιώματα με τον Γαβριηλίδη.
«Συνάντησα σ’ εκείνο το μικρό κλειστοφοβικό πατάρι κάποιον νεαρό, (δεν θυμάμαι το όνομά του, μήτε μ’ ενδιαφέρει και το ποιος ήταν), που μού είπε ότι το βιβλίο μου είχε αρέσει πολύ. Ξεκίνησε μία μικρή συζήτηση και γρήγορα κατάλαβα ότι είναι ζήτημα εάν είχε διαβάσει τον πρόλογο και την πρώτη σελίδα.
Στα πέντε λεπτά, (μήτε τα προσχήματα, μήτε ένας καφές της παρηγοριάς, απλώς ένα ακόμη εμπόρευμα εκτυπώσιμο…), μού ζήτησε μερικές εκατοντάδες ευρώ για την έκδοση. Ήμουν τυχερός, άλλοι μετά από εμένα ήρθαν αντιμέτωποι με χιλιάρικα»…Ανακύκλωση - καταστροφή βιβλίων

Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη, η πολτοποίηση και ο καπιταλισμός

(του Ηρακλή Κακαβάνη προσυπογράφουμε αβλεπ[τ]ί)
Λουκέτο έβαλαν οι εκδόσεις Γαβριηλίδη και οι πιστώτριες τράπεζες πολτοποίησαν την υπάρχουσα ποσότητα βιβλίων στις αποθήκες. Διαδικασία για την οποία δεν ευθύνονται οι εκδόσεις αλλά οι νόμοι του κράτους επιβάλλουν.
Κράτος και νόμοι διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς.
Η καταστροφή αξίας χρήσης εξασφαλίζει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Όλοι ξέρουμε ότι προϊόντα χρήσιμα για τη διατροφή πετιούνται – καταστρέφονται ενώ υπάρχουν πεινασμένοι – φτωχοί. Γάλα πετιέται στα λύματα τη στιγμή που παιδιά πεθαίνουν από ασιτία. Εργοστάσια κλείνουν μόνο και μόνο γιατί οι μέτοχοι θα κερδίσουν περισσότερα, ασχέτως αν τα προϊόντα είναι χρήσιμα για την κοινωνία.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός. Έτσι λειτουργεί.
Πάνω απ’ όλα το κέρδος, η διασφάλισή του.
Η ανθρώπινη ανάγκη καλύπτεται μόνο όταν μπορεί να αποφέρει ικανό κέρδος.

Και το βιβλίο στον καπιταλισμό δεν είναι πολιτιστικό αγαθό, δεν αποσκοπεί στην πολιτιστική αειφορία της κοινωνίας.
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ είναι και ο χώρος του βιβλίου πεδίον δόξης λαμπρό για το κεφάλαιο, καιροσκόπους και τυχοδιώκτες.

Μας λέγανε μια ιστοριούλα οι παλιοί κομμουνιστές για να μας εξηγήσουν τη φύση του καπιταλισμού.

  • Χειμώνας σε εργατόσπιτο. Κάνει κρύο. Ρωτά το παιδί τη μητέρα του.
    • Μαμά γιατί δεν ανάβουμε τη σόμπα;
  • Γιατί δεν έχουμε κάρβουνα παιδί μου…
    • Γιατί μαμά δεν έχουμε κάρβουνα;
  • Δεν έχουμε χρήματα
    • Και γιατί δεν έχουμε χρήματα μαμά;
  • Επειδή ο μπαμπάς σου δε δουλεύει. Απολύθηκε από το Μεταλλείο όπου δούλευε…
    • Για ποιο λόγο απολύθηκε ο μπαμπάς; μαμά
  • Γιατί παιδί μου το μεταλλείο παρήγαγε πολύ κάρβουνο!!!

Το κεφάλαιο δεν παράγει για τις ανάγκες των ανθρώπων αλλά για το κέρδος. Η παραγωγή, δηλαδή, και η διακίνηση προϊόντων στον καπιταλισμό, δεν στοχεύει στην κάλυψη των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών, αλλά στο κέρδος του κάθε ιδιώτη.
Και σε αυτή τη βάση, και το περιεχόμενο του βιβλίου προσαρμόζεται στην επιδίωξη του μέγιστου κέρδους.

Προσθέτοντας
1. Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς
ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς
(…)
ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τραστ
(…)
Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ
στρατιώτες τους πήραν στον πόλεμο παν
ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς
σαν ήρωες έπεσαν κάτω απ’ τα τανκς
ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ
ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ
ξανάσμιξαν πάλι και φτιάξανε τραστ

2. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στην «Μπαλάντα του έμπορα» είχε γράψει το 1930 με τη γνωστή του διεισδυτικότητα
«Τι είναι στ’ αλήθεια το ρύζι
Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα»

Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι.
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ’ ακριβύνει το ρύζι γι’ αυτούς εκεί πάνω.
Οι μαούνες του ρυζιού θα ‘χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα ‘ναι για μένα.
Τι είναι στ’ αλήθεια το ρύζι
πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
ποιός να το ξέρει τάχα.
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
ξέρω την τιμή του μονάχα.

Φτάνει χειμώνας και χρειάζονται ρούχα
πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν’ αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε.
Σαν θα ‘ρθει το κρύο, θ’ ακριβύνουν τα ρούχα.
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα
κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι.
Τι είναι στ’ αλήθεια το μπαμπάκι
πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
ποιος να το ξέρει τάχα.
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι’ αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει.
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους.
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ
αλλά οι φαγάδες όλο και τ’ ακριβαίνουν.
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι.
Τι είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος
πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
ποιός να το ξέρει τάχα.
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Πηγή Περισσότερα

«Τσε Γκεβάρα, πρεσβευτής της Επανάστασης», του Νίκου Μόττα