• [ «Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί» οι φασίστες]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο λόρδος Μπάιρον και οι φιλέλληνες στην Επανάσταση του 1821 σύμφωνα με τον Καρλ-Μέντελσον Μπαρτόλντι

Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης  //

Ο Καρλ-Μέντελσον Μπαρτόλντι (1838-1897), γεννημένος στη Λειψία, με ρίζες από οικογένεια Εβραίων της Γερμανίας και πρωτότοκος γιος του Γερμανού συνθέτη και πιανίστα Φέλιξ Μέντελσον (1809-1847), ήταν ιστορικός και διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Σπούδασε νομικά στη Χαιδελβέργη, αποφοίτησε το 1859 ενώ κατά καιρούς εργάστηκε ως καθηγητής στα πανεπιστήμια της Χαιδελβέργης (1867) και του Φράιμπουργκ ένα χρόνο αργότερα. Η καταδίκη του ως δημοκρατικού και εχθρού του πρωσικού απολυταρχισμού τον κατέστησε ένα αιρετικό στοιχείο της οικογένειας Μπαρτόλντι.

  Κύριο ενδιαφέρον του Καρλ Μέντελσον ήταν η μελέτη της ιστορίας της ελληνικής Επανάστασης του 1821. Επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1863 και από τότε άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την καταγραφή της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Πέθανε το 1896 στην Ελβετία, όπου παρέμεινε για 23 χρόνια στην κλινική Königsfelden και παντρεύτηκε δύο φορές. Έργα του: «Ελληνική Ιστορία από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους ως την εποχή μας» 2 τόμοι (1ος τόμος, 1870, 2ος, 1874), που μεταφράστηκαν από το Μιχαήλ Παπαρρηγόπουλο (ο 1ος τόμος, 1872) και από τον Άγγελο Βλάχο (ο 2ος, 1873-1876), «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης» κ.ά.

  Στη συνέχεια παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την «Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», σε απόδοση της Ελένης Γαρίδη και από την ειδική έκδοση που είχε κυκλοφορήσει η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, το οποίο είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα και από τις εκδόσεις Τολίδη (Δεκέμβριος 1980) αλλά ήταν δυσεύρετο. Τα αποσπάσματα αυτά εστιάζουν στην ανάπτυξη και στη διάδοση του φιλελληνικού κινήματος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, και το οποίο δεν ήταν πάντα ανιδιοτελές, αλλά και στην πολιτική και στρατιωτική δουλειά που ανέπτυξε ο ποιητής λόρδος Μπάιρον την ίδια περίοδο.

  Η ιστορική καταγραφή του Καρλ Μέντελσον, χωρίς να κρύβει τις συμπάθειες της και κάπου μια επιπολαιότητα, περισσότερο καμωμένη από συναισθηματική (και ιδεολογική) παρόρμηση παρά από ανεπαρκή γνώση των ιστορικών μεθόδων, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση της περιόδου καθώς αναδεικνύει δύο πολύ σημαντικά ζητήματα, μεταξύ άλλων: 1) ότι η Επανάσταση δεν ήταν χωρίς ήττες και οπισθοδρομήσεις και 2) ότι η περίφημη εθνική συνεννόηση και σύμπνοια της περιόδου μακριά από συμφέροντα και διαμάχες, όπως εδώ και πολλά χρόνια μας διδάσκει η κυρίαρχη εθνική/κρατική ιστορία είναι ακόμα ένας εθνικός μύθος.

  Να σημειώσουμε εδώ ότι η περίοδος καταγραφής της ιστορίας της ελληνικής Επανάστασης σίγουρα επηρεάζει αφού τα γεγονότα ήταν πάρα πολύ πρόσφατα, και ότι για πληρέστερη και σαφέστερη ανάγνωση της περιόδου οι ιστορικές καταθέσεις του Γιάνη Κορδάτου στο βιβλίο «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821» και οι μελέτες των νεότερων μαρξιστών ιστορικών.

Ο φιλελληνισμός

(από το Κεφάλαιο Γ’, Τα χρόνια της δοκιμασίας (1822-1824), σελ. 138)

  Οι ενέργειες των Γερμανών καθηγητών Κρουγκ, Φος και Τιρς δεν χαρακτηρίζονταν πια γελοίες και εγκληματικές, αλλά απλά επικίνδυνες, γιατί ο φιλελληνισμός είχε πια καταστεί δύναμη. Είχε συνδιαλλάξει τις πολιτικές αντιθέσεις, συνένωσε, με τον κοινό ενθουσιασμό, τις εχθρικές αναμεταξύ τους μερίδες και κατέρριψε το μεσότοιχο των εθνικοτήτων και των κοινωνικών τάξεων. 

  Οι αριστοκράτες μέσα στον φιλελληνικό ενθουσιασμό τους έτειναν το χέρι στο λαό, οι ριζοσπάστες στους συντηρητικούς, η γερμανική νεολαία και οι Γερμανοί σοφοί στους Γάλλους νομιμόφρονες σαν τον Σατομπριάν, τον Ρισελιέ και τον Βιλέλ. Όλοι  ενθουσιάζονταν για την «καταματωμένη ορφανή του ευρωπαϊκού πολιτισμού», αλλά ο ενθουσιασμός είχε σημασία όταν δεν έμενε στα λόγια, αλλά ενσαρκωνόταν σε έργα. 

  Ο φιλελληνισμός έμελλε ν’ αποκτήσει όχι μόνο αποστόλους απ’ όλες τις τάξεις, αλλά και μάρτυρες. Κατά το παράδειγμα του ιδρυθέντος το καλοκαίρι του 1821 και προγραφέντος από την υψηλή πολιτική γερμανικού κομιτάτου βοήθειας προς την Ελλάδα, ιδρύθηκαν παρόμοια γαλλικά, ελβετικά κι αγγλικά ακόμη. Συλλέγονταν έρανοι υπέρ των Ελλήνων, οργανώνονταν φιλελληνικές παραστάσεις και συναυλίες, στρατολογούνταν αξιωματικοί και στρατιώτες και αγοράζονταν όπλα και  πολεμοφόδια, τα οποία στέλνονταν στην Ελλάδα μέσω Μασσαλίας κω Λιβόρνου. Μάταιες ήταν πια οι απαγορεύσεις των κυβερνήσεων και  της αστυνομίας, άδικα ο Γκέτε κουνούσε δύσπιστα το κεφάλι του σαν άλλος Ολύμπιος Ζευς. Η παγκόσμια κοινή  γνώμη είχε ξεσηκωθεί, ιδέες για μια σταυροφορία διέτρεχαν τον κόσμο και  ο φιλελληνισμός είχε καταστεί θρησκεία νέων και γέρων. 

  Ακόμα κι αυτό το εμπορικό μυαλό των Άγγλων δεν κατόρθωσε ν’ αντισταθεί για πολύ στο φιλελληνικό ρεύμα. Από το φθινόπωρο του 1823 οι φιλελληνικές ενέργειες κατευθύνονταν από το διεθνές κέντρο τους που είχε ιδρυθεί στο Λονδίνο υπό τη διεύθυνση του λόρδου Ερσκιν. Κατ’ εντολή του ένας Άγγλος λοχαγός περιήλθε την Ελλάδα διεγείροντας παντού την ελπίδα ότι γρήγορα θα ‘πεφτε βροχή αγγλικού χρυσού, ενώ ο Στάνχοπ κίνησε για τη Γερμανία και την Ελβετία για να συντονίσει τις ενέργειες των εκεί κομιτάτων. 

  Οι φιλελληνικές διαθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης βρήκαν ισχυρό στήριγμα στον Τύπο και την κοινή γνώμη της Αγγλίας. Ως την εποχή εκείνη οι Άγγλοι πρόβαλλαν πάντοτε το εμπορικό τους συμφέρον για να δικαιολογήσουν την υποστήριξη του τουρκικού καθεστώτος και φοβούνταν μη χάσουν τους νωχελικούς και εύκολους Τούρκους πελάτες τους και συναντήσουν αντί αυτών τους πανούργους και φιλοκερδείς Έλληνες. Όμως η σαράφικη αυτή αντίληψη είχε πια εκλείψει. Ο λόρδος Μπάιρον, ο μάρτυρας αυτός της νεότερης κοινωνίας, συνετέλεσε ιδιαίτερα με το παράδειγμά του στην εξάλειψή της και τον εξευγενισμό του φιλελληνισμού μπροστά στα μάτια της Αγγλίας και ολόκληρου του κόσμου.

Ο λόρδος Μπάιρον 

(από το Κεφάλαιο Δ’, Η Κρίση, σελ. 141-144)

 Ο λόρδος Μπάιρον ήταν μεγάλος άνθρωπος, όπως ήταν και μεγάλος ποιητής. Αυτό το ‘δειξε πολύ καθαρά στην Ελλάδα. Ήξερε τη χώρα και τους ανθρώπους και καμιά ποιητική πλάνη δεν του θάμπωνε τα μάτια. Σπάνια κατέβηκε στην Ελλάδα φιλέλληνας τόσο ελεύθερος από προκαταλήψεις όσο αυτός. 

  Επίσης, ο Μπάιρον ήξερε πολύ καλά ότι η Επανάσταση ήταν ένας δύσκολος και απεγνωσμένος αγώνας. Ωστόσο, ανέλαβε ψύχραιμα την εντολή του Φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου να κατεβεί στην Ελλάδα ως πληρεξούσιός του. 

  Φαίνεται πως οι Έλληνες νόμισαν για καθήκον τους να του επιδείξουν αφελέστατα τη φιλαυτία τους και το φατριασμό τους. Όταν το φθινόπωρο του 1823 έμενε στην Κεφαλονιά ήρθαν και τον βρήκαν απεσταλμένοι των οπλαρχηγών και των κοτζαμπάσηδων και διεκδικούσαν για λογαριασμό των αφεντικών τους την εύνοιά του. 

  Ο Κολοκοτρώνης τον προσκαλούσε να ‘ρθει με τους Μοραΐτες οπλαρχηγούς, μηνώντας ότι αν ο Μαυροκορδάτος δεν παραιτούνταν από τις μηχανορραφίες του, θα τον κάθιζε πάνω στο γαϊδούρι και θα τον έδιωχνε από το Μοριά με ραβδισμούς. 

  Ο Μαυροκορδάτος απ’ την άλλη μεριά κι ο Μεταξάς τον προσκαλούσαν να έρθει μαζί τους, ο δε Ανδρούτσος ισχυριζόταν ότι η χώρα θα καταστρεφόταν αν ο λόρδος δεν πήγαινε στην Ανατολική Ελλάδα. Ο Πετρόμπεης, αφελής όπως πάντα, ανακοίνωσε στο «μυλόρδο» ότι το μόνο μέσο για τη σωτηρία της Ελλάδας ήταν να του δανείσει μερικές χιλιάδες λίρες στερλίνες!

  Κάθε οπλαρχηγός επαινούσε τον εαυτό του και κατηγορούσε τους γείτονές του. «Ως τώρα -έγραφε ο Μπάιρον- δεν μπορώ να πω τίποτα καλό για τους Έλληνες και δεν επιθυμώ να πω κακά εναντίον τους αν και οι ίδιοι λένε φοβερά πράγματα ο ένας για τον άλλο». Ωστόσο, μέσα στη φοβερή αυτή κατάσταση δεν έχασε την κρίση και την ψυχραιμία του. Χρησιμοποίησε βέβαια την παραμονή του στην Κεφαλονιά για να ενημερωθεί για τους σκοπούς και τη θέση των ελληνικών κομμάτων, απέφυγε όμως κάθε στενότερο σύνδεσμο με οποιονδήποτε αρχηγό. «Αν έφευγα νωρίτερα από δω, έγραφε στο γραμματέα του Κομιτάτου στις 7 Δεκεμβρίου 1823, «θα αναγκαζόμουν να προσχωρήσω σ’ αυτή ή σε κείνη τη μερίδα. Αμφιβάλλω και τώρα αν ξεφύγω. Οπωσδήποτε θα κάνουμε ό,τι μπορούμε» . 

  Κατά βάθος ο Μπάιρον έκλινε προς τους πολιτικούς παρά προς τους κλέφτες, περισσότερο προς τον «Ευρωπαίο» Μαυροκορδάτο παρά προς τον Κολοκοτρώνη. Έστειλε μάλιστα το συνταγματάρχη Στάνχοπ με κολακευτικότατη επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο, βεβαιώνοντας πως «θαύμαζε το θάρρος, την ικανότητα και προ πάντων την τιμιότητά του» και ονομάζοντάς τον Ουάσιγκτον ή Κοσιούσκο της Ελλάδας. 

  Το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1824, αφού γλίτωσε σαν από θαύμα την τρικυμία και τους Τούρκους, ο Μπάιρον έφτασε στο Μεσολόγγι. Τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές και τον χαιρέτησαν σαν πολιτικό μεσσία. «Σε περιμένουμε», του είπαν, «όπως τα νεογνά του χελιδονιού τη μάνα τους». Ωστόσο, ο Μπάιρον ήξερε ότι οι συγκινητικές αυτές διαβεβαιώσεις είχαν στο βάθος τους πολύ υλική αφορμή κι ότι οι ηγέτες της Δ. Στερεάς έβλεπαν πίσω από το «μυλόρδο» τους χρηματικούς πόρους της Αγγλίας και το χρυσάφι των αγγλικών δανείων και φαντάζονταν τις τσέπες του Μπάιρον ανεξάντλητες. 

  Ο Μπάιρον έδειξε με θαυμαστό τρόπο ότι μέσα του είχε πεθάνει ο ιδεαλιστής κι ότι είχε γίνει ένας πολύ πρακτικός άνθρωπος. Προσπάθησε πρώτα πρώτα να κάνει τον πόλεμο ανθρωπιστικότερο και να καταργήσει τα βασανιστήρια και τους φόνους αιχμαλώτων. Δοκίμασε κατόπι να συνδιαλλάξει τις αντιμαχόμενες μερίδες των Ελλήνων, κρατώντας τον εαυτό του πάνω από φατρίες και μη επιτρέποντας καμιά οικειότητα στους αντιμαχομένους. Σε όλους συμβούλευε την ομόνοια. Όσες φορές προσπαθούσε κάποιος να δια

βάλει τον αντίπαλό του, έφερνε τον κατήγορο μπροστά στον κατηγορούμενο και τον ξεσκέπαζε. 

  Στη διάθεση του Μαυροκορδάτου έβαλε τα χρήματα που είχε φέρει και πλήρωνε για τροφοδοσία των αγωνιστών δύο χιλιάδες τάλιρα τη βδομάδα. Από τα λείψανα του σώματος του Μάρκου Μπότσαρη έφτιαξε ένα σώμα σουλιώτικης σωματοφυλακής και προσπάθησε να το συνηθίσει στην ευρωπαϊκή πειθαρχία, προετοιμαζόμενος να εκστρατεύσει ως αρχιστράτηγος κατά της Ναυπάκτου. 

  Η έξυπνη και σταθερή επέμβασή του στον ελληνικό αγώνα αποτέλεσε ευχάριστη αντίθεση προς τις βίαιες νεωτεριστικές τάσεις των δυτικών εκπολιτιστών που κατέβαιναν στην Ελλάδα προτείνοντας διάφορες, ο καθένας, λύσεις για την ευτυχία της. Χαμογελούσε ειρωνικά για τους εκπολιτιστικούς αγώνες του φίλου του Στάνχοπ, που τον ονόμαζε «συνταγματάρχη – τυπογράφο» και αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της ελευθεροτυπίας σε χώρα με νηπιακό στάδιο πολιτισμού. Υποστήριζε με επιμονή ότι στην Ελλάδα  έπρεπε να προηγηθεί η απελευθέρωση και δυσφορούσε κι αγανακτούσε βλέποντας τη φοβερή πλημμύρα εκπολιτιστικών θεωρητικών μέσων, τυπογραφικών πιεστηρίων, αλληλοδιδακτικών σχολείων και Αγίων Γραφών που τα ‘στελνε το Κομιτάτο του Λονδίνου. 

  Ένας καλογυμνασμένος στρατός τού φαινόταν χρησιμότερος από τις καλογραμμένες εφημερίδες. «Η Ελλάδα», έλεγε, «θα εξασφαλίσει τη νίκη αν έχει έναν καλό τραπεζίτη προϊστάμενο των οικονομικών της, έναν καλό στρατηγό επικεφαλής τακτικού στρατού κω τον Χάστιγξ να διοικεί ένα στόλο με πλοία ατμοκίνητα».

  Κανένας από τους ξένους φιλέλληνες δεν σκεπτόταν έτσι πρακτικά, ούτε ενεργούσε τόσο λογικά όσο ο Μπάιρον. «Θα γινόταν Σόλων ή Λυκούργος της νέας Ελλάδας», είπε γι’ αυτόν ο Γκέτε, που είχε τη γνώμη ότι η φιλελληνική επιχείρηση του Μπάιρον ήταν ιδιοτελής. Όμως η δύναμή του μέλλονταν να συντριβεί από το θάνατο, τη στιγμή ακριβώς που εγκαινίαζε νέα ζωή. 

  Τα πρώτα σφάλματα της νεαρής ελληνικής ελευθερίας έγιναν μπροστά στα μάτια του. ΟΙ Σουλιώτες, απαλλαγμένοι από κάθε χαλινό μετά το θάνατο του Μπότσαρη, τρώγονταν ακατάπαυστα με τους Μεσολογγίτες και τους άλλους Έλληνες. Αξιούσαν ο καθένας να ‘χει το βαθμό του αξιωματικού και να υπηρετείται στα μεσολογγίτικα καφενεία από ακόλουθο που να του κρατάει το τσιμπούκι. Απαιτούσαν ακόμα διπλούς μισθούς και τριπλά σιτηρέσια και σκότωσαν το Σουηδό φιλέλληνα Σάας, που τους προέτρεπε να ησυχάσουν. Έξαλλοι όρμησαν στο σπίτι του Μπάιρον κι έφτασαν ως το κρεβάτι όπου ο ποιητής κειτόταν άρρωστος· τους έδιωξε αυστηρότατα και παραιτήθηκε της αρχιστρατηγίας για τη μελλοντική εκστρατεία της Ναυπάκτου. 

  Οι αδιάκοποι νευρικοί κλονισμοί και το άθλιο μεσολογγίτικο κλίμα απειλούσαν πια σοβαρά την κλονισμένη ανεπανόρθωτα υγεία του. Το πρωί της 22ας Ιανουαρίου 1824 απάγγειλε στους φίλους που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του το ποίημά του «Στην 36η επέτειο της γεννήσεώς μου». 

Αν θρηνείς χαμένα νιάτα γιατί θέλεις πια να ζεις;
Της τιμής εδώ είν’ ο τάφος! Τρέξε αυτού να σκοτωθείς!
Δεν σου μένει παρά να ‘βρεις ό,τι γύρευες παντού
και να το ‘βρεις δεν μπορούσες: Μνήμ’ αντρός πολεμικού.

 Η 36η υπήρξε πραγματικά η τελευταία επέτειος που γιόρτασε και το ποίημα το κύκνειό του άσμα. Στις 7 Απριλίου βγήκε έφιππος περίπατο με τον Ιταλό Πιέτρο Γκάμπα. Τρία μίλια μακριά από το Μεσολόγγι τούς έπιασε ραγδαία βροχή και έφτασαν καταμουσκεμένοι και με την ψυχή στο στόμα στην πόλη. Φθάνοντας σπίτι του αισθάνθηκε φοβερά ρίγη πυρετού και ο γιατρός διέταξε αφαίμαξη· εκείνος αντιστάθηκε επίμονα πολλές μέρες, και στο τέλος πείστηκε να την υποστεί όταν ο γιατρός τού είπε ότι κινδύνευε να τρελαθεί. 

  Ήταν αργά πια. Ο πυρετός ανέβηκε και πάλι και φάνηκαν συμπτώματα εγκεφαλίτιδος. Όλο στο Μεσολόγγι φοβούνταν πια το μοιραίο. Το απόγευμα της 18ης Απριλίου έχασε τα λογικά του και έλεγε μόνο ασυνάρτητες φράσεις. Μιλούσε συνεχώς για τους δικούς του και την Ελλάδα: 

– Ελλάδα, έλεγε, σου έδωσα ό,τι μπορεί να δώσει ένας άνθρωπος, την περιουσία μου, τον καιρό μου, τη ζωή μου. Μακάρι η θυσία μου να σε ωφελήσει! 

  Στις 6 το απόγευμα είπε στον πιστό του υπηρέτη που κρατούσε κλαίγοντας το χέρι του: 

– Τώρα θέλω να κοιμηθώ! 

  Γύρισε στο πλευρό και βυθίστηκε σε ύπνο βαθύ. Στις 19 Απριλίου το βράδυ άνοιξε για τελευταία φορά τα μάτια του και αμέσως τα ‘κλεισε πάλι. Ήταν η ύστατη αναλαμπή. Σε λίγο η θερμή καρδιά του, που χτύπησε για κάθε τι καλό και ωραίο, σταμάτησε για πάντα… 

  Στο Μεσολόγγι παρακολουθούσαν με ανησυχία την εξέλιξη της αρρώστιας του. Στις 18 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, μόλις που ακουγόταν ψιθυριστά η ευχή «Χριστός Ανέστη», ενώ ταυτόχρονα ρωτούσαν: «Τι κάνει ο μυλόρδος!». 

  Η κατάπληξη και το πένθος υπήρξε γενικό μόλις αναγγέλθηκε ο θάνατός του. Από τις τάπιες ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί, όσα και τα χρόνια του νεκρού ποιητή, έκλεισαν τα μαγαζιά και τα εργαστήρια κι ο Σ. Τρικούπης εξεφώνησε τον επικήδειο λόγο. Ο Μπάιρον έφευγε την πιο κρίσιμη στιγμή, την ώρα της πλήρους ακμής του, όταν μόλις είχε αρχίσει να συντελεί στη διαμόρφωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Το αγαθό όμως που δημιουργήθηκε από το αθάνατο όνομά του εκτείνεται πέρα από το νήμα της ανθρώπινης ζωής. Ο εξαίρετος αυτός άντρας έπεσε με αξιοπρέπεια και με συνείδηση του σκοπού του και στο πρόσωπό του λύθηκε το πρόβλημα της επίγειας ύπαρξης: ο θάνατός του έμελλε ν’ αποκαλύψει ότι ο κάθε οδοιπόρος του κόσμου τούτου λυτρώνεται με τον αγώνα κι ότι η αληθινή ευτυχία της ζωής τότε μόνο ολοκληρώνεται, όταν ο ατομικός αγώνας πλαταίνει και σμίγει με τον αγώνα των πολλών. «Προαισθάνομαι την υπέρτατη ευδαιμονία την υπέρτατη τούτη στιγμή», μπορούσε να πει και ο Μπάιρον, ο Φάουστ αυτός της εποχής του, όταν μακριά από την πατρίδα του κατέβαινε στον τάφο στην έρημη μεσολογγίτικη ακτή, υπέρ της ελευθερίας ενός έθνους που πάλευε εναντίον των δυναστών του. 

_______________________________________________________________________________________________________

Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό Ατέχνως. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.