Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Ο Μάρσαλης κι ο Βάντα Φλήτης

Γρά­φει ο Γιώρ­γος Μου­σγάς //

Συμπλη­ρώ­θη­καν 70 χρό­νια από την 5 Ιου­νί­ου 1947, που ο στρα­τη­γός Τζόρτζ Μάρ­σαλ εκπό­νη­σε το σχέ­διό του1 κατά τη διάρ­κεια οµι­λί­ας του στο Χάρ­βαρντ, η οποία µετα­δό­θη­κε ολό­κλη­ρη απ’ το ραδιό­φω­νο του από το BBC. Πέρα­σαν, επί­σης, και πέντε χρό­νια απ’ τις 27 Σεπτεμ­βρί­ου 2012, που ο Αλέ­ξης Τσί­πρας, ως πρό­ε­δρος, τότε, του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνέ­ντευ­ξη Τύπου στις Βρυ­ξέλ­λες είπε ότι «η Ευρώ­πη χρειά­ζε­ται ένα νέο Σχέ­διο Μάρ­σαλ»2

Τα «βαφτί­σια», επί το ελλη­νι­κό­τε­ρον, των στρα­τη­γών Τζόρτζ Μάρ­σαλ (1880–1959) και Τζέιμς Βαν Φλιτ3 απο­τέ­λε­σαν έκφρα­ση ευγνω­μο­σύ­νης της δηλη­τη­ρια­σμέ­νης απ’ την εθνι­κο­φρο­σύ­νη μετεμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής συνεί­δη­σης του κόσμου –που, ανά­με­σα στ’ άλλα, προσ­δο­κού­σε και τα αντα­πο­δο­τι­κά οφέ­λη για τη στρά­τευ­ση στην δου­λι­κή εθνικοφροσύνη. 

Βέβαια η λαϊ­κή συνεί­δη­ση, παρά τους αλλε­πάλ­λη­λους βια­σμούς που δέχτη­κε, βρή­κε τρό­πους και να αντι­στα­θεί, όπως κατα­μαρ­τυ­ρούν πραγ­μα­τι­κά περιστατικά.

«Αμιγώς αστικόν κράτος»

Μετά την απε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελλά­δας απ’ τους Γερ­μα­νούς στις 12 Οχτώ­βρη 1994, δεν ήρθε η «περί­ο­δος της ριζι­κής ανα­δη­μιουρ­γί­ας των οικο­νο­μι­κών και κοι­νω­νι­κών θεσμών, που στη­ρί­ζουν την πολι­τι­κή ζωή κάθε χώρας», όπως την ορα­μα­τί­στη­καν οι αγω­νι­στές του ΕΑΜι­κού Κινή­μα­τος, και την περιέ­γρα­ψε ένας απ’ αυτούς, ο καθη­γη­τής Άγγε­λος Αγγε­λό­που­λος4.

Έτσι τα δει­νά της κατο­χής δια­δέ­χτη­κε «το πρα­ξι­κό­πη­μα που είχε ήδη μεθο­δεύ­σει ο σκλη­ρός πυρή­νας του αστι­σμού από κοι­νού με τους Άγγλους» όπως σημειώ­νει ο καθη­γη­τής της Ιστο­ρί­ας Γιώρ­γος Μαρ­γα­ρί­της στο άρθρο του «Στην Απε­λευ­θέ­ρω­ση της Αθή­νας» (14.10.2015).

Ευρωπαίοι δέχονται τα πακέτα της βοήθειας του «Σχεδίου Μάρσαλ»

Ευρω­παί­οι δέχο­νται τα πακέ­τα της βοή­θειας του «Σχε­δί­ου Μάρσαλ»

Όπως τονί­ζει ο Γ. Μαρ­γα­ρί­της ήταν «εκεί­νο το κρυ­φό επι­τε­λείο του αστι­σμού, οι Μαρ­κε­ζί­νης και Ζαλο­κώ­στας που δημιούρ­γη­σαν από κοι­νού με Γερ­μα­νούς και Βρε­τα­νούς την “Χ” του Γρί­βα για να κτυ­πή­σουν το λαό όταν ο τελευ­ταί­ος θα γιόρ­τα­ζε τη λευ­τε­ριά του». Και ο στρα­τός των Άγγλων χτύ­πη­σε το Δεκέμ­βρη του 1944…

Ο Χρι­στό­φο­ρος Κατσά­μπας5, ιδρυ­τής της Πει­ραϊ­κής-Πει­ραϊ­κής και πρό­ε­δρος Συν­δέ­σμου Ελλη­νι­κών Βιο­μη­χα­νιών (ΣΕΒ) την περί­ο­δο 1945–1952, στο βιβλίο του «Πιστεύ­ο­ντας εις το μέλ­λον. Το χρο­νι­κό μιας προ­σπά­θειας. Αθή­να 1966», περιέ­λα­βε και την επι­στο­λή του, που — ως πρό­ε­δρος του ΣΕΒ ­- έστει­λε (11.12.1947) πρός τον τότε πρό­ε­δρο της κυβέρ­νη­σης Θεμι­στο­λή Σοφού­λη στην οποία μετα­ξύ των άλλων τόνι­ζε: «Υπο­τί­θε­ται ότι υπε­ρά­νω μιας δεδο­μέ­νης οικο­νο­μι­κής οργα­νώ­σε­ως της κοι­νω­νί­ας υπάρ­χει το κρά­τος αντα­πο­κρι­νό­με­νον πρός την οργά­νω­σιν ταύ­την. Εαν η οργά­νω­σις της κοι­νω­νί­ας και της οικο­νο­μί­ας της είναι αστι­κή, το κρά­τος πρέ­πει να είναι αμι­γώς αστι­κόν. Εάν δε τού­το δεν συμ­βαί­νει, δύο εξη­γή­σεις του φαι­νο­μέ­νου υπάρ­χουν. Ή το κρά­τος έχει περιέλ­θει εις χεί­ρας ομά­δος αντι­μα­χο­μέ­νης την καθε­στη­κυί­αν κοι­νω­νί­αν …ή ότι το κρά­τος, συνε­πεία τρα­γι­κής πλά­νης των εκπρο­σώ­πων αυτού, έπαυ­σε διερ­μη­νεύ­ον την βού­λη­σιν της κοι­νω­νί­ας, οπό­τε εις την ηγε­σί­αν από­κει­νται να επα­να­φέ­ρη την δια­τα­ρα­χθεί­σαν αρμονίαν».

Εργάτες επιθεωρούν Αμερικανικό εκσκαπτικό μηχάνημα που χρησιμοποιήθηκε για τη βελτίωση των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα, στα πλαίσια του σχεδίου Μάρσαλ

Εργά­τες επι­θε­ω­ρούν Αμε­ρι­κα­νι­κό εκσκα­πτι­κό μηχά­νη­μα που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε για τη βελ­τί­ω­ση των τηλε­πι­κοι­νω­νιών στην Ελλά­δα, στα πλαί­σια του σχε­δί­ου Μάρσαλ

Έτσι δεν υπήρ­ξε καμ­μιά εκκί­νη­ση για τη «Βαρειά βιο­μη­χα­νία στην Ελλά­δα», με «την ελεύ­θε­ρη ανά­πτυ­ξη των παρα­γω­γι­κών δυνά­με­ων, την πραγ­μα­το­ποί­η­ση της εσω­τε­ρι­κής συσ­σώ­ρευ­σης, την απο­δέ­σμευ­ση της οικο­νο­μί­ας από το ξένο κεφά­λαιο…» όπως την περιέ­γρα­ψε ο Δημή­τρης Μπά­τσης6, στέ­λε­χος του ΚΚΕ, στο ομώ­νυ­μο βιβλίο του το 1947, απο­γυ­μνώ­νο­ντας το μύθο της «Ψωρο­κώ­σται­νας».

Η αδυ­να­μία της Μεγά­λης Βρε­τα­νί­ας να κρα­τή­σει τον έλεγ­χο στις ελλη­νι­κές υπο­θέ­σεις έθε­σε σε κίνη­ση την, από και­ρό έτοι­μη, αμε­ρι­κα­νι­κή μηχανή. 

Η άμε­ση στρα­τιω­τι­κή επέμ­βα­ση των ΗΠΑ και η ανά­γκη στα­θε­ρο­ποί­η­σης στην Ελλά­δα οδή­γη­σαν στην έντα­ξη της χώρας στα προ­γράμ­μα­τα της «αμε­ρι­κα­νι­κής βοή­θειας» (Δόγ­μα Τρού­μαν, Σχέ­διο Μάρ­σαλ, Ευρω­παϊ­κά Πρό­γραμ­μα Ανα­συ­γκρό­τη­σης). Ήδη απ’ την 1.4.1945 είχε εγκα­τα­στα­θεί στην Ελλά­δα η ΟΥΝΡΑ7 και άρχι­σε την εισα­γω­γή τρο­φί­μων, μηχα­νη­μά­των και φαρμάκων.

Το πρώτο φορτίο ζάχαρης της Καραϊβικής που αποστέλλεται με τη βοήθεια του Μάρσαλ

Το πρώ­το φορ­τίο ζάχα­ρης της Καραϊ­βι­κής που απο­στέλ­λε­ται με τη βοή­θεια του Μάρσαλ

Τα «βαφτίσια»

Η φιλο­α­με­ρι­κά­νι­κη προ­πα­γάν­δα καλ­λιερ­γού­σε, μερι­κές φορές, προσ­δο­κί­ες στον κόσμο με εκχυ­δαϊ­σμέ­νο ‑και συνά­μα κωμι­κό- τρό­πο, αλλά και διαν­θι­σμέ­νο με μπό­λι­κες δόσεις εθνι­κο­φρο­σύ­νης. Ιδιαί­τε­ρα σε ορει­νές και απο­μο­νω­μέ­νες περιο­χές δια­δρα­μα­τί­στη­καν απί­στευ­τες καταστάσεις. 

Τέτοια περι­στα­τι­κά περι­γρά­φει ο δάσκα­λος Κώστας Παπ­πάς από την Ιερο­μνή­μη Ιωαν­νί­ων, που υπη­ρέ­τη­σε εκεί­νο τον «άχα­ρο και­ρό» (1941–1959) σε ακρι­τι­κά χωριά της Κόνι­τσας και του Πωγω­νί­ου. Τα διη­γή­μα­τα στο βιβλίο του για «Γέλια και για Κλά­μα­τα» (1998) είναι απο­κα­λυ­πτι­κά. Σε ένα από αυτά περι­γρά­φει την ατμό­σφαι­ρα στο καφε­νείο ενός χωριού. 

Το καφε­νείο ήταν το κέντρο της ζωής, καθώς μέσω αυτού δια­κι­νού­νταν τα ελά­χι­στα αγα­θά, αλλά προ­πά­ντων για­τί είχε το φωνό­γρα­φο και μάζευε τους μερα­κλή­δες, τους γλεν­τζέ­δες και τους χορευ­τα­ρά­δες με κορυ­φαίο «το λοχα­γό των ΤΕΑ». Τα Τάγ­μα­τα Εθνο­φυ­λα­κής Αμύ­νης (ΤΕΑ), τα οποία λαν­θα­σμέ­να ανα­φέ­ρο­νται πολ­λές φορές ως Τάγ­μα­τα Εθνι­κής Ασφα­λεί­ας, ήταν ένα ειδι­κό παρα­στρα­τιω­τι­κό σώμα που συγκρο­τή­θη­κε τον Σεπτέμ­βριο του 1948, κατά τη διάρ­κεια του εμφυ­λί­ου πολέ­μου με από­φα­ση του Γενι­κού Επι­τε­λεί­ου Στρατού. 

«Όσον για τον καφε­τζή, γρά­φει ο Κ. Παπ­πάς, αυτός πιά πλέ­ει σε πελά­γη ευτυ­χί­ας, για­τί βολεύ­τη­καν καλού­τσι­κα τα οικο­νο­μι­κά του. Έπει­τα ελπί­ζει πολύ και στο σχέ­διο του “Μάρ­σα­λη”. Έτσι βάφτι­σε ο ίδιος επί το ελλη­νι­κό­τε­ρον το σχέ­διο “Μάρ­σαλ”.

Έτσι βάφτι­σε και τον Βαν Φλίτ που τον έκα­νε Βάντα Φλήτη.

-“Τι λές ορέ ξου­παρ­μέ­νε”, είπε μια μέρα στο Χορο­πή­δα, που τον προ­βλη­μά­τι­ζε. “Αφού ειμί εθνι­κό­φρο­νας, θα μ’ δώκουν κι μένα λιφτά …από το Μάρ­σα­λη. Πώς πήραν οι άλλ…”».

Χορός με το…κομπινεζόν!

Τα «δέμα­τα της ΟΥΝΡΑ», που έφτα­ναν σπο­ρα­δι­κά στα χωριά, εισή­γα­γαν νέες εκφρά­σεις στη ζωή των κατοί­κων τους: «Ρε καλώς την ΟΥΝΡΑ» ή «Ήρθε η ΟΥΝΡΑ», έλε­γαν για κάποιον που επέ­στρε­ψε απ’ την πόλη με ψώνια ή για κάποιον που έφερ­νε δώρα.

Η δια­νο­μή των δεμά­των είχε και αυτή τις «σκο­τει­νές πλευ­ρές της» καθώς και εκεί κυρί­αρ­χο λόγο είχαν οι …κρα­τού­ντες του χωριού.

Στο χωριό του γρά­φο­ντος συνέ­βη το εξής περι­στα­τι­κό: Στο μερ­τι­κό μιας πολυ­με­λούς φτω­χής οικο­γέ­νειας έπε­σε ένα κομπι­νε­ζόν. Δηλα­δή «ένα γυναι­κείο εσώ­ρου­χο από λεπτό ύφα­σμα (νάϊ­λον ή μετά­ξι), που φοριέ­ται πάνω απ’ τα κυρί­ως εσώ­ρου­χα, με σχή­μα κοντού και άνε­του φορέ­μα­τος με ράντες και μεγά­λο ντε­κολ­τέ στή­θος», όπως το περι­γρά­φει ο Γ. Μπα­μπι­νιώ­της στο λεξι­κό του.

Το κομπι­νε­ζόν, με έντο­νο ρόζ χρώ­μα, το πήρε η μεγα­λύ­τε­ρη κόρη της οικο­γέ­νειας. Το φόρε­σε πάνω απ’ τα δικά της «κυρί­ως εσώ­ρου­χα», πήγε στο πανη­γύ­ρι, κι έσυ­ρε το χορό στην πλα­τεία του χωριού.

-«Πω! Πω! Πως ντου­φε­κά­ει σήμε­ρα η Βασί­λω» σχο­λί­α­ζε ένας εθνι­κό­φρο­νας, που έλυ­νε και έδε­νε στο χωριό. 

Τα σήματα που χαχάνιζαν!

Σε άλλο χωριό κάποιος εθνι­κό­φρο­νας μπή­κε, πρωί-πρωί, τρο­μαγ­μέ­νος στο καφενείο.

-Τι έπα­θες; τον ρώτη­σαν οι θαμώνες.

-Τι να δεί­τε χου­ρια­νοί μου! ΄Ηβλι­πα ούλ’ τ’ νύχτα τα σήμα­τα π’ έστιλ­νι ου Γιάν’ς στ’ Βουλ­γα­ρία (σ.σ.: Ο Γιάν­νης στην Κατο­χή ήταν μαχη­τής του ΕΛΑΣ)

-Εμείς δεν ακού­σα­με τίπο­τε. Ακου­γό­ταν τίπο­τε; τον ρώτη­σε, με προ­σποι­η­τό ενδια­φέ­ρον, το πει­ρα­χτή­ρι του χωριού.

-Πως δεν ακού’ονταν; Άκ’γες, συνέ­χεια ένα «Ααάπ! Ααάπ! Ααάπ!», έλε­γε ταραγ­μέ­νος ο δύστυ­χος χωρικός.

-Αυτά τα σήμα­τα δεν κάνουν «Ααάπ! Ααάπ! Ααάπ». Κάνουν «Χά! Χά! Χά!». Ξέρω εγώ, απά­ντη­σε με προ­σποι­η­τή σοβα­ρό­τη­τα το πει­ρα­χτή­ρι, που ήταν και αριστερός. 

Ο άλλος αφού το σκέ­φτη­κε λιγά­κι, απά­ντη­σε: «Ναί! Τώρα π’ μ’ του λές, ιέτσι έκαναν!».

Τι είχε συμ­βεί; Σε εκεί­νη την περιο­χή, αρχές της δεκα­ε­τί­ας του 1950, είχε δια­νοι­χθεί ο δημό­σιος χωμα­τό­δρο­μος. Και κάποια νύχτα πέρα­σε ένα φορ­τη­γό. Ο χωρι­κός είδε από μακριά τα φώτα του φορ­τη­γού και άκου­σε τη μηχα­νή που βογκού­σε. Αν και ο εμφύ­λιος πόλε­μος είχε τελειώ­σει η ταλαί­πω­ρη φαντα­σία του έπλα­σε …κομ­μου­νι­στο­συμ­μο­ρί­τες εν δράσει!

Και το «μαύρο χιούμορ» των βιομηχάνων 

Τα πρώ­τα χρό­νια του εμφυ­λί­ου, και συγκε­κρι­μέ­να το Δεκέμ­βρη του 1947, ο τότε υπουρ­γός Στρα­τιω­τι­κών Γ. Στρά­τος κάλε­σε τον πρό­ε­δρο του ΣΕΒ Χρ. Κατσά­μπα και –όπως περι­γρά­φει ο ίδιος στο βιβλίο του «Πιστεύ­ο­ντας εις το μέλ­λον» (σελί­δες 265, 266, 267) και του είπε:

-Κύριε πρό­ε­δρε. Η πατρίς ευρί­σκε­ται εν κιν­δύ­νω συνε­πεία του συμ­μο­ρι­το­πο­λέ­μου και έχει ανά­γκη όπλων. Η κυβέρ­νη­σις ζητεί από τους βιο­μη­χά­νους το ποσόν των πέντε δισε­κα­τομ­μυ­ρί­ων δραχ­μών, (περί­που 500.000 δολ­λα­ρια, ποσόν τερά­στιον δια την επο­χήν εκεί­νην), πρός αγο­ράν όπλων, υπό τον όρον όπως την όλην δια­χεί­ρι­σιν ανα­λά­βουν οι ίδιοι οι βιομήχανοι.

Ο Χρ. Κατσά­μπας, αφού εξέ­φρα­σε την προ­θυ­μία οτι «οι βιο­μή­χα­νοι να υπο­στώ­σι αυτήν την θυσί­αν» ζήτη­σε να «ακού­σουν αυτό το αίτη­μα απ’ τον ίδιο τον πρό­ε­δρο της κυβέρ­νη­σης Θεμ. Σοφού­λη».

Την ίδια μέρα ο πρό­ε­δρος της κυβέρ­νη­σης, με την παρου­σία υπουρ­γών, δέχτη­κε αντι­προ­σω­πεία έντε­κα βιο­μη­χά­νων. Ο Χρ. Κατσά­μπας τον πλη­ρο­φό­ρη­σε ότι θέτουν «εις την διά­θε­σιν της κυβερ­νή­σε­ως το αιτη­θέν ποσόν των πέντε δισε­κα­τομ­μυ­ρί­ων δραχ­μών, αλλ’ υπό τον όρον της μη ανα­μεί­ξε­ως εις την δια­χεί­ρη­σιν των βιο­μη­χά­νων, οίτι­νες θα γνω­ρί­ζω­σι μόνον ότι η κυβέρ­νη­σις ζητεί το ποσόν αυτό όπως το χρη­σι­μο­ποι­ή­σει δι’ εθνι­κάς ανά­γκας και ουχί δια αγο­ρά όπλων».

Ο πρό­ε­δρος της κυβέρ­νη­σης ευχα­ρί­στη­σε τους βιο­μη­χά­νους και «λόγω της δημιουρ­γη­θεί­σης κατά την στιγ­μήν εκεί­νην φιλι­κής ατμό­σφαι­ρας» ο Χρ. Κατσά­μπας είπε: «Κύριε πρό­ε­δρε, η χώρα μας έχει άφθο­να νησιά. και εφό­σον οι βιο­μή­χα­νοι είναι η κακή πλη­γή της Ελλά­δας και εξ αυτών προ­έρ­χο­νται όλα τα κακά που μαστί­ζουν τον λαόν της, πόσοι είναι αυτοί, εκα­τόν; δια­κό­σιοι; Δεν απο­φα­σί­ζε­τε να τους βάλε­τε σε ένα καρά­βι και να τους στεί­λε­τε εξο­ρία σε κάποιο νησί για να ησυ­χά­σε­τε και σεις και οι βου­λευ­ταί σας και η χώρα ολό­κλη­ρος;».

Ο Θ. Σοφού­λης, κατά τον πρό­ε­δρο του ΣΕΒ, απά­ντη­σε: «Αχ, βρέ Κατσά­μπα, ενό­μι­ζα ότι ήσουν έξυ­πνος άνθρω­πος! Βλέ­πεις τι λέμε ή τι πιστεύουμε;».

Χάθηκε ο ανθός της κοινωνίας

Τα νησιά άνοι­ξαν, όχι βέβαια για τους βιο­μή­χα­νους, αλλά για τους αγω­νι­στές της Αντί­στα­σης και των κατο­πι­νών αγώνων.

Το 1998 ο καθη­γη­τής της Ιστο­ρί­ας στο Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο της Θεσ­σα­λο­νί­κης Παύ­λος Πετρί­δης (1946–2000) εξέ­δω­τε το βιβλίο : «Στη δίνη του εμφυ­λί­ου πολέ­μου — Σπά­νια ντο­κου­μέ­ντα του ΕΑΜ, 1944 – 1947» με πρό­λο­γο του επι­τί­μου, τότε, προ­έ­δρου του ΚΚΕ Χαρί­λα­ου Φλω­ρά­κη.

Μιλώ­ντας κατά την παρου­σί­α­ση του βιβλί­ου ‑με την παρου­σία εκπρο­σώ­πων όλου του πολι­τι­κού φάσμα­τος- και ανα­φε­ρό­με­νος στην επο­χή που καλύ­πτει με το βιβλίο του, ο Παύ­λος Πετρί­δης είπε: Ήταν μια επο­χή που οι εχθροί του ΕΑΜι­κού κινή­μα­τος «δεν ήθε­λαν μόνο να νική­σουν, αλλά και να εξο­ντώ­σουν τους αντι­πά­λους τους, με απο­τέ­λε­σμα να χαθεί ο ανθός της ελλη­νι­κής κοι­νω­νί­ας» (Βλέ­πε «Ριζο­σπά­στης 25.6.1998).

Η μετα­πο­λε­μι­κή ερει­πω­μέ­νη Ελλά­δα δεν ανοι­κο­δο­μή­θη­κε, όπως απαι­τού­σαν οι ανά­γκες των παι­διών της. Φωτει­νά μυα­λά έφυ­γαν απ΄ την πατρί­δα και τα πιο στι­βα­ρά χέρια τα πήρε η «κακούρ­γα μετα­νά­στευ­ση», όπως τρα­γού­δη­σε ο Στέ­λιος Καζαν­τζί­δης. Τα χωριά ερή­μω­σαν και ο κόσμος στι­βά­χτη­κε στις πόλεις –πρό πάντων στο Λεκανοπέδιο…

Η «μαρσαλοποιημένη Ελλάδα»

Για το Δόγ­μα Τρού­μαν και το Σχέ­διο Μάρ­σαλ έχουν γρα­φεί πολλά. 

Στην εισή­γη­ση για την κατά­στα­ση στην Ελλά­δα στην 7η Ομο­μέ­λεια της ΚΕ του ΚΚΕ στις 14 ‑18.5.1950 ανα­φέ­ρο­νται χαρα­χτη­ρι­στι­κά τα εξής: «… Μπο­ρού­με να βγά­λου­με το συμπέ­ρα­σμα ότι η μαρ­σα­λο­ποι­η­μέ­νη Ελλά­δα έχει μια βιο­μη­χα­νία, που, ακρι­βώς χάρη στην αγγλο­α­με­ρι­κά­νι­κη “βοή­θεια”, χωρίς να πλη­σιά­σει το προ­πο­λε­μι­κό επί­πε­δο, πήρε τον κατή­φο­ρο. Και η περι­βό­η­τη “εκβιο­μη­χά­νι­ση” που θα μας έφτια­χναν οι Αμε­ρι­κά­νοι απο­δεί­χτη­κε μια απά­τη… Αυτή η ανα­συ­γκρό­τη­ση είναι, βασι­κά, αερο­δρό­μια, λιμά­νια, δρό­μοι, για πολε­μι­κούς σκο­πούς. Από το πώς ξοδεύ­τη­καν τα 3.610 εκα­τομ­μύ­ρια δολά­ρια φαί­νο­νται και οι συνέ­πειες που έχει αυτή η “βοή­θεια” για το λαό μας. Η κυριό­τε­ρη συνέ­πεια της αγγλο­α­με­ρι­κά­νι­κης “βοή­θειας” είναι το μετα­δε­κεμ­βρια­νό μοναρ­χο­φα­σι­στι­κό καθε­στώς, που βού­τη­ξε στην πεί­να και το αίμα το λαό…».

…Γι’ αυτό λοι­πόν και η μετα­φο­ρά της «μαρ­σα­λο­ποι­η­μέ­νης Ελλά­δας» στο σήμε­ρα δεν απο­τε­λεί τίπο­τε άλλο, παρά έκφρα­ση, μιας αυτα­πά­της της «αρι­στε­ρής», πια, ανυποληψίας.

O Π. Κανελλόπουλος με τον Βάν Φλίτ στη Μακρόνησο

O Π. Κανελ­λό­που­λος με τον Βάν Φλίτ στη Μακρόνησο

_______________________________________________________

1. Στοι­χεία για το Σχέ­διο Μάρ­σαλ, αλλά και τον ίδιο το στρα­τη­γό, περιέ­χο­νται στο αφιέ­ρω­μα του «Ριζο­σπά­στη» της 11 Ιού­νη 2017, Μ’ ένα σμπά­ρο πέτυ­χαν πολ­λά τρυ­γό­νια, σελί­δα 20.

2. Βλέ­πε «Το Σχέ­διο Μάρ­σαλ της 5ης Ιου­νί­ου 1947», Ποντί­κι 4.6.2015

3. Βαν Φλιτ (1892–1992). Στον Α΄ Παγκό­σμιο Πόλε­μο υπη­ρέ­τη­σε ως διοι­κη­τής τάγ­μα­τος υπό τις δια­τα­γές του στρα­τη­γού Τζον Πέρ­σινγκ. Κατά τη διάρ­κεια του Β’ Παγκο­σμί­ου Πολέ­μου υπη­ρέ­τη­σε στην Ευρώ­πη ως διοι­κη­τής του 8ου Συντάγ­μα­τος Πεζι­κού και συμ­με­τεί­χε στην από­βα­ση στη Νορμανδία.

van fli1Στις 24 Φλε­βά­ρη 1948, ο Βάν Φλίτ έφτα­σε στην Αθή­να ως διοι­κη­τής της Αμε­ρι­κα­νι­κής Στρα­τιω­τι­κής Συμ­βου­λευ­τι­κής και Προ­γραμ­μα­τι­κής Ομά­δας, με σκο­πό να βοη­θή­σει τις κυβερ­νη­τι­κές δυνά­μεις να συντρί­ψουν το Δημο­κρα­τι­κό Στρα­τό Ελλά­δας (ΔΣΕ), όσο το δυνα­τό γρη­γο­ρό­τε­ρα, μέσα στο 1948. Στην υπο­δο­χή του, και δεί­χνο­ντας το τιμη­τι­κό άγη­μα, ο υπουρ­γός Στρα­τιω­τι­κών Πανα­γιώ­της Κανελ­λό­που­λος είπε την περί­φη­μη φράση:«Στρατηγέ, ιδού ο στρα­τό σας».

Η πρώ­τη επα­φή με το μέτω­πο δεν ήταν και ιδιαί­τε­ρα ευχά­ρι­στη για το Βάν Φλίτ, καθώς το στρα­τιω­τι­κό αερο­σκά­φος με το οποίο πήγε στη Φλώ­ρι­να πάτη­σε νάρ­κη στον διά­δρο­μο προ­σγεί­ω­σης, την οποία είχαν τοπο­θε­τή­σει αντάρ­τες του ΔΣΕ. Ανα­τι­νά­χθη­κε το ουραίο τμή­μα του αερο­πλά­νου, αλλά ο Βαν Φλιτ γλί­τω­σε με ελα­φρά τραύ­μα­τα. Δύο Έλλη­νες αξιω­μα­τι­κοί, υπεύ­θυ­νοι του αερο­δρο­μί­ου, εκτε­λέ­στη­καν για εγκλη­μα­τι­κή αμέλεια.

Ο Θανά­σης Λεκά­της, κατέ­γρα­ψε στο «Ριζο­σπά­στη» της 13ης Ιού­νη 2007, την παρα­κά­τω «ιστο­ρία βιω­μέ­νη» για τον Βαν Φλίτ:

«…Όταν παρου­σιά­στη­κα, το Γενά­ρη του ’49 στην Καλα­μά­τα, επει­δή δεν είχε πάει ακό­μα ο φάκε­λός μου, με ντύ­σα­νε με και­νού­ρια ρού­χα, αμε­ρι­κά­νι­κα. Οταν πήγα στη μονά­δα, ακούω τ’ άλλα τα παι­διά να μου λένε “καλώς τον Βαν Φλιτ”. Μετά ήρθε ο φάκε­λος, μου αλλά­ξα­νε και στο­λή και μονάδα.

- Σε στεί­λα­νε στις εκκαθαριστικές;

- Ναι, πώς… στη Μακρό­νη­σο, 38 μήνες».

Αθή­να, προ­χτές, την ώρα που ο Μητσο­τά­κης περι­γρά­φει — στην αμε­ρι­κά­νι­κη πρε­σβεία — τη χαρά των αστών που γλι­τώ­σα­νε χάρη στην αμε­ρι­κά­νι­κη βοή­θεια, ο κυρ — Αλέ­κος, ο τσα­γκά­ρης, απ’ τους Γαρ­γα­λιά­νους, μας περι­γρά­φει σ’ ένα ταβερ­νά­κι στην Αγο­ρά, πώς του ζητού­σα­νε τότε να απο­κη­ρύ­ξει τον ΕΛΑ­Σί­τη πατέ­ρα του. Δεν το έκανε.

Και πώς, μετά, τον και­ρό που εκτε­λού­σαν τον Μπε­λο­γιάν­νη, αυτός είχε στο κατό­πι μόνι­μα έναν ασφα­λί­τη και μόλις έβρι­σκε μερο­κά­μα­το πήγαι­νε ο ίσκιος στ’ αφε­ντι­κό και διέ­τασ­σε “διώξ’ τον κομ­μου­νι­στή”. “Δε μ’ αφή­ναν ούτε το φαΐ μιας μέρας να δουλέψω…”.

- Και σήμερα;

- Να σου πω, παι­δί μου. Πρώ­τα αγο­ρά­ζω το “Ριζο­σπά­στη” κι ύστε­ρα εισι­τή­ριο για το λεωφορείο…

Γεια σου, σύντρο­φε. Κάτι τέτοια λεβέ­ντι­κα είναι που τρο­μά­ζουν τους αστούς και τους κάνουν ακό­μα και σήμε­ρα να ανά­βουν λαμπά­δες στην Αμε­ρι­κή που τους έσωσε».

4. Ο Αγγε­λος Αγγε­λό­που­λος (1904–1995) στη Βλα­χό­ρα­φτη Αρκα­δί­ας. Ηταν πτυ­χιού­χος της ΑΣΟΕΕ και έκα­νε μετα­πτυ­χια­κές σπου­δές στα πανε­πι­στή­μια της Λει­ψί­ας και του Παρι­σιού. Διε­τέ­λε­σε διευ­θυ­ντής του Ανώ­τα­του Οικο­νο­μι­κού Συμ­βου­λί­ου της Ελλά­δας από το 1931 ως το 1945 και καθη­γη­τής της Δημό­σιας Οικο­νο­μί­ας στο Πανε­πι­στή­μιο Αθη­νών από το 1932 ως το 1947, όταν απο­λύ­θη­κε λόγω των πολι­τι­κών του φρονημάτων.

Στη διάρ­κεια της Κατο­χής, πήρε μέρος στην Εθνι­κή Αντί­στα­ση και συμ­με­τεί­χε στην ΠΕΕΑ (Κυβέρ­νη­ση του Βου­νού) ως γραμ­μα­τέ­ας Οικο­νο­μι­κών. Το 1944 διο­ρί­στη­κε υφυ­πουρ­γός Οικο­νο­μι­κών στην κυβέρ­νη­ση του Γ. Παπαν­δρέ­ου. Από το 1946 ως το 1967, ήταν εκδό­της της μηνιαί­ας επι­θε­ώ­ρη­σης «Νέα Οικο­νο­μία». Το 1961 εκλέ­χθη­κε τακτι­κός καθη­γη­τής της Εφηρ­μο­σμέ­νης Οικο­νο­μι­κής στην Πάντειο. Στη θέση αυτή, παρέ­μει­νε μέχρι το 1967, οπό­τε παραι­τή­θη­κε, δια­μαρ­τυ­ρό­με­νος για το πρα­ξι­κό­πη­μα της 21ης Απρί­λη. Το 1974, αμέ­σως μετά την πτώ­ση της χού­ντας, ανέ­λα­βε διοι­κη­τής της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, θέση που δια­τή­ρη­σε ως το 1979. Από το 1975, ήταν τακτι­κό μέλος της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών. Ηταν παντρε­μέ­νος με την Ελλη Σεφε­ριά­δη, με την οποία απέ­κτη­σε έναν γιο και μια κόρη.

Από το πλού­σιο συγ­γρα­φι­κό του έργο, ξεχω­ρί­ζουν οι μελέ­τες: «Το Δημό­σιο Χρέ­ος της Ελλά­δας» (1934), «Ο Σοσια­λι­σμός» (1944), «Το Οικο­νο­μι­κό Πρό­βλη­μα της Ελλά­δας» (1946), «Ο Τρί­τος Κόσμος απέ­να­ντι στις πλού­σιες χώρες» (1972), «Οικο­νο­μι­κά» (1974), «Από την Κατο­χή στον Εμφύ­λιο» (1994) κ.ά.

5. Χρ. Κατσά­μπας (1893- 1984) στο αυτο­βιο­γρα­φι­κό βιβλίο του “Πιστεύ­ο­ντας εις το μέλ­λον. Το χρο­νι­κό μιας προ­σπά­θειας” (Αθή­να 1966) περι­γρά­φει με έντο­νο τρό­πο πως ενώ «η κλω­στο­ϋ­φα­ντουρ­γία βάμ­βα­κος είχεν εξαι­ρε­θεί υπό της Αμε­ρι­κα­νι­κής Απο­στο­λής πάσης βοη­θεί­ας» κατά­φε­ρε να κάνει εισα­γω­γές μηχα­νη­μά­των απ’ τη Γερ­μα­νία και άλλες χώρες αλλά και να χρη­μα­το­δο­τη­θεί από Αμε­κά­νι­κη Τρά­πε­ζα χωρίς κυβερ­νη­τι­κή ή τρα­πε­ζι­κή εγγύ­ση… Έτσι έστη­σε την «Πει­ραϊ­κή-Πατραϊ­κή», που ήταν η αγα­πη­μέ­νη του τρα­πε­ζι­κού κεφαλαίου.

6. Ο Δημή­τρης Μπά­τσης, νομι­κός και οικο­νο­μο­λό­γος, γεν­νή­θη­κε στην Αθή­να 1916. Γόνος πλού­σιας μεγα­λο­α­στι­κής οικο­γε­νεί­ας, ήταν γιος του βασι­λό­φρο­να ναυάρ­χου Α. Μπά­τση, που κατα­γό­ταν από τα Ψαρά και μητέ­ρα του ήταν η Αν. Πρί­ντε­ζη, από τη Σύρο.

Φοί­τη­σε στο Βαρ­βά­κειο ή το Πει­ρα­μα­τι­κό Σχο­λείο, σύμ­φω­να με τη μαρ­τυ­ρία της κόρης του Ελέ­νης. Σπού­δα­σε Νομι­κά και Οικο­νο­μι­κά και μιλού­σε άρι­στα Γαλ­λι­κά και Αγγλι­κά. Ήταν μάχι­μος δικη­γό­ρος και μέλος της «Επι­στη­μο­νι­κής Εται­ρεί­ας Μελέ­της Νεο­ελ­λη­νι­κών Προ­βλη­μά­των «Επι­στή­μη –Ανοι­κο­δό­μη­ση», γνω­στής με τα αρχι­κά «ΕΠ-ΑΝ», που ιδρύ­θη­κε στις 3 Σεπτεμ­βρί­ου του 1945, μαζί με τον πρύ­τα­νη του Εθνι­κού Μετσό­βειου Πολυ­τε­χνεί­ου Νικό­λαο Κιτσίκη.

Υπήρ­ξε αρχι­κά συντά­κτης και υπεύ­θυ­νος σύντα­ξης, ενώ από το 6ο τεύ­χος του ήταν εκδό­της και διευ­θυ­ντής στο δεκα­πεν­θή­με­ρο επι­στη­μο­νι­κό περιο­δι­κό «Ανταί­ος», το οποίο κυκλο­φο­ρού­σε από τις 20 Μαΐ­ου 1945 έως τον Ιού­νιο του 1951.

Στο περιο­δι­κό δημο­σί­ευ­σε κατ’ αρχή από τις 10 Μαΐ­ου 1946 κεί­με­να που απο­τέ­λε­σαν αργό­τε­ρα το υλι­κό για το βιβλίο «Η βαρειά βιο­μη­χα­νία στην Ελλά­δα», όπου μετα­ξύ άλλων ανα­φέ­ρε­ται και στην υπο­γρα­φή της «σύμ­βα­σης Cooper». (Με τη σύμ­βα­ση αυτή παρα­χω­ρή­θη­κε η εκμε­τάλ­λευ­ση των νερών του ποτα­μού Αχε­λώ­ου στις αμε­ρι­κά­νι­κες εται­ρεί­ες Hugh Cooper and Co Inc και Chemical Construction Corporation. Η σύμ­βα­ση, που υπο­γρά­φτη­κε το 1940, προ­σέ­φε­ρε απί­στευ­τα προ­νό­μια στις εται­ρί­ες που έφτια­ξαν τα Αμε­ρι­κα­νοί και θα διαρ­κού­σε μέχρι τις 31.12.2010!! Μπο­ρού­σε μάλι­στα να ανα­νε­ω­θεί άλλα 25 χρό­νια! Τελι­κά λόγω του πολέ­μου, η σύμ­βα­ση δεν πρό­λα­βε να εκτελεστεί).

Στο πρώ­το τεύ­χος του περιο­δι­κού υπο­γράμ­μι­ζε πως «προ­ϋ­πό­θε­ση για να τεθούν τα θεμέ­λια της ανοι­κο­δό­μη­σης, στο απώ­τε­ρο μέλ­λον σε πλα­τιές και κοι­νω­νι­στι­κές βάσεις είναι να λευ­τε­ρω­θή ο λαός και η οικο­νο­μία του από κάθε αντι­πα­ρα­γω­γι­κό, αντιοι­κο­νο­μι­κό και εκμε­ταλ­λευ­τι­κό μπό­διο που έστη­νε στην πρό­ο­δο της χώρας μια μονο­πω­λια­κή κερ­δο­σκο­πι­κή ολιγαρχία».

Ο Δ. Μπά­τσης Συνε­λή­φθη στις 23 Οκτω­βρί­ου 1951 από την Ασφά­λεια Πει­ραιά και η δίκη του στο Α΄ Διαρ­κές Στρα­το­δι­κείο Αθη­νών άρχι­σε στις 15 Φεβρουα­ρί­ου 1952, με την κατη­γο­ρία της «διε­νέρ­γειας κατα­σκο­πεί­ας κατά των συμ­φε­ρό­ντων του κρά­τους». Κατα­δι­κά­στη­κε σε θάνα­το και εκτε­λέ­στη­κε μαζί με το Νίκο Μπε­λο­γιάν­νη, τον Ηλία Αργυ­ριά­δη και το Νίκο Καλού­με­νο στις 4 περί­που ξημέ­ρω­μα Κυρια­κής στις 30 Μάρ­τη 1952. Όλοι τους μετα­φέρ­θη­καν στο στρα­τό­πε­δο του Γου­δή, πίσω από το νοσο­κο­μείο «Σωτη­ρία και ο τυφε­κι­σμός τους έγι­νε με το φως των προ­βο­λέ­ων των στρα­τιω­τι­κών αυτο­κι­νή­των, ενώ τάφη­καν την ίδια μέρα στο Γ΄ Νεκρο­τα­φείο Αθηνών.

Ήταν παντρε­μέ­νος δύο φορές και από τον πρώ­το του γάμο με τη Λίνα Αιλια­νού είχε απο­κτή­σει το 1942, μια κόρη την Ελέ­νη Μπά­τση-Λυκιαρ­δο­πού­λου, και σε δεύ­τε­ρο γάμο παντρεύ­τη­κε με την Λίλιαν Καλαμάρο-Black.

7. Η ΟΥΝΡΑ (UNRA — United Nations Relief and Rehadiliation Administration — Οργα­νι­σμός Διοί­κη­σης Βοή­θειας και Απο­κα­τα­στά­σε­ως Ηνω­μέ­νων Εθνών) ιδρύ­θη­κε το 1943 από 43 κρά­τη, που στη συνέ­χεια απο­τέ­λε­σαν μέλη του ΟΗΕ, με αντι­κει­με­νι­κό σκο­πό να βοη­θή­σει οικο­νο­μι­κά τις χώρες που είχαν πλη­γεί από τις δυνά­μεις του φασι­στι­κού άξο­να. Κάθε μέλος τηςΟΥΝ­ΡΑ διέ­θε­τε στο ταμείο της οργά­νω­σης, για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση των σκο­πών της, το 1% του εθνι­κού του εισο­δή­μα­τος. Αυτή ήταν η εικό­να. Αλλά πίσω από την εικό­να βρι­σκό­ταν η ουσία ότι Η ΟΥΝΡΑ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν όργα­νο στα χέρια των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών, έχο­ντας ως κύριο σκο­πό να εξα­σφα­λί­σει την αμε­ρι­κα­νι­κή οικο­νο­μι­κή διείσ­δυ­ση σε μια σει­ρά από χώρες. Και δεν είναι καθό­λου δύσκο­λο να κατα­λά­βει κανείς πως έτσι είχαν τα πράγ­μα­τα αν λάβει υπό­ψη του ότι το 73% των κεφα­λαί­ων της ΟΥΝΡΑ ήταν αμε­ρι­κα­νι­κά. «Η οργά­νω­ση αυτή — γρά­φει ο Σπ. Θεο­δω­ρό­που­λος — απο­τε­λού­σε τον “ανι­χνευ­τή”, την προ­κά­λυ­ψη της αμε­ρι­κα­νο­κρα­τί­ας στην Ελλά­δα… Παρά την προ­με­τω­πί­δα του Οργα­νι­σμού Ηνω­μέ­νων Εθνών που είχε, ήταν ουσια­στι­κά μια αμε­ρι­κα­νι­κή οργά­νω­ση, στε­λε­χω­μέ­νη και ελεγ­χό­με­νη απο­λύ­τως από τους Αμερικανούς».

Η ΟΥΝΡΑ εγκα­τα­στά­θη­κε στην Ελλά­δα την 1.4.1945 και μέσα στη διε­τία 1945–1947 εισή­γα­γε στη χώρα μας τρό­φι­μα αξί­ας 171,9 εκα­τομ­μυ­ρί­ων δολα­ρί­ων. Για τον εξο­πλι­σμό της γεωρ­γί­ας διέ­θε­σε μηχα­νή­μα­τα κλπ. αξί­ας 45 εκα­τομ­μυ­ρί­ων δολα­ρί­ων, ενώ για φάρ­μα­κα διέ­θε­σε το ποσό των 7.540.000 δολα­ρί­ων. Τα νού­με­ρα ίσως να φαί­νο­νται εντυ­πω­σια­κά αλλά η αλή­θεια που κρύ­βε­ται πίσω από αυτά είναι ακό­μη πιο εντυ­πω­σια­κή. Το 1952 ο Κ. Βαρ­βα­ρέ­σος — που το ’45 είχε δια­τε­λέ­σει και υπουρ­γός Εφο­δια­σμού — ομο­λο­γού­σε ότι για να συμπλη­ρώ­σει την βοή­θεια της ΟΥΝ­ΡΑμ­το ελλη­νι­κό δημό­σιο υπο­χρε­ώ­θη­κε να δια­θέ­σει «ολό­κλη­ρον το συναλ­λαγ­μα­τι­κόν από­θε­μα της χώρας». Βέβαια, απ’ αυτό δεν προ­κύ­πτει μόνο το απλοϊ­κό συμπέ­ρα­σμα ότι η βοή­θεια της ΟΥΝΡΑ ήταν μικρή σε σχέ­ση με τις ελλη­νι­κές ανά­γκες. Το πραγ­μα­τι­κό πρό­βλη­μα μ’ αυτή τη βοή­θεια ήταν ο τρό­πος με τον οποίο την διέ­θε­ταν οι Αμε­ρι­κα­νοί. Τα είδη της ΟΥΝΡΑ που­λιού­νταν στην ελλη­νι­κή αγο­ρά. Πολ­λά όμως απ’ αυτά τα είδη δίνο­νταν δωρε­άν, γεγο­νός που — κατά τον υμνη­τή της εν λόγω οργά­νω­σης Εμμ. Μαρ­κό­γλου — «ανέ­πτυ­ξεν ευνοιο­κρα­τία και διαφθοράν»

Τις πρώ­τες ύλες της ΟΥΝΡΑ και καθε­τί που μπο­ρού­σε να απο­φέ­ρει πλου­τι­σμό τα άρπα­ζαν οι βιο­μή­χα­νοι, οι παλιοί συνερ­γά­τες των Γερ­μα­νών και κάθε λογής κομπι­να­δό­ροι, που στη συνέ­χεια απο­τέ­λε­σαν τους στυ­λο­βά­τες της αμε­ρι­κα­νο­κρα­τί­ας. «Το κακό — γρά­φει ο Σπ. Θεο­δω­ρό­που­λος ανα­φε­ρό­με­νος στη βοή­θεια της ΟΥΝΡΑ — είναι ότι αυτός ο πακτω­λός αντί να διο­χε­τευ­τεί εκεί που θα έπια­νε ουσια­στι­κό τόπο… προ­ω­θή­θη­κε εκεί ακρι­βώς που θα δημιουρ­γού­σε τις πρώ­τες προ­σβά­σεις των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών στην Ελλά­δα, ένα δίκτυο “πιστών ημε­τέ­ρων” της Αμε­ρι­κής στην Ελλά­δα». Ετσι θεμε­λιώ­θη­κε μια πρώ­τη αλλά ισχυ­ρή βάση οικο­νο­μι­κής διείσ­δυ­σης του αμε­ρι­κα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού στην Ελλά­δα, που έκα­νε δυνα­τή στη συνέ­χεια και την επι­τυ­χή εφαρ­μο­γή του Δόγ­μα­τος Τρού­μαν. (Τα στοι­χεία για την ΟΥΝΡΑ είναι απ’ το «Ριζο­σπά­στη» της 17.3.2002).

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο