Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο παυλιανισμός του Παύλου εκ της Ταρσού

Γράφει ο Στέλιος Κανάκης

Δεν θα ήταν υπερβολή να ονομάζεται ο χριστιανισμός παυλιανισμός. Βεβαίως, εξ’ ίσου θα άρμοζε να ονομάζεται κωνσταντινισμός (από τον αυτοκράτορα Φλάβιο Κωνσταντίνο που ουσιαστικά τον συγκρότησε και τον επέβαλε) ή και ευσεβισμός, από τον πολύ Ευσέβιο Καισαρείας (265-340, ο λεγόμενος και «πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας») που τον οργάνωσε, τον κωδικοποίησε και τον εφάρμοσε – κατ’ αρχήν ως αυτοκρατορική ιδεολογία.

Πιθανόν και να του άξιζε του παυλιανισμού αυτή η… διάκριση. Αλλά, ποιου Παύλου ή Παύλων; Για το πρόσωπο που αποκαλείται Παύλος «γνωρίζουμε» μόνο από τις επιστολές «του» – πολλές εκ των οποίων έχουν αποδειχθεί πλαστές κι άλλες, γραμμένες από διάφορους κι από τις «Πράξεις των Αποστόλων». Οποιοσδήποτε άλλος, των πολυγραφότατων ιστορικών της εποχής μη εξαιρουμένων, τον αγνοεί ολοκληρωτικά. Αν και μας προσφέρεται ο Παύλος ως σύγχρονος του Ιώσηπου1, αγνοεί παντελώς όλα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής καθώς και οτιδήποτε γράφεται στα Ευαγγέλια, με τα οποία έρχεται σε κραυγαλέες αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις περισσεύουν και μεταξύ των επιστολών καθώς και μεταξύ αυτών και των «Πράξεων» που υποτίθεται πως περιγράφουν το έργο του. Αγνοεί τα πάντα περί Χριστού και είναι άγνωστος στους πάντες. Αλλά και τα ευαγγέλια τον αγνοούν. Πολύ αργότερα, στον 4ο αιώνα γίνεται της… μόδας.

Παρ’ όλο που οι επιστολές του θεωρούνται ως τα πρώτα γραπτά της Καινής Διαθήκης, ο Ιουστίνος,2 στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, τις αγνοεί, καθώς και τον υποτιθέμενο συγγραφέα τους τον Παύλο. Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας (ή οι συγγραφείς) των επιστολών αναφέρεται σε διαφορετικό Ιησού απ’ αυτόν των Ευαγγελιστών, οι οποίοι, βεβαίως και αυτοί μεταξύ τους αντιφάσκουν. Δεν γνωρίζει τον Ιησού των Ευαγγελιστών και οι τελευταίοι, έχουν κάτι άλλο – εντελώς διαφορετικό υπ’ όψιν τους, από τον Ιησού του Παύλου. Ο Ιησούς του παυλιανισμού προσομοιάζει και θυμίζει την σωρεία των σωτηριολογικών θεών – είδος εν πλήρει επαρκεία την εποχή εκείνη, οι οποίοι έτρωγαν ένα δείπνο κατά την Άνοιξη, έκαναν μια ευχαριστία, στη συνέχεια έπασχαν, πέθαιναν, θάβονταν και μετά από τρεις μέρες ανασταίνονταν.

Διαλαλεί την ανάσταση που θα γινόταν «εν σαρκί», αλλά, όλως περιέργως, δεν αναφέρει καμία από τις «αναστάσεις» που χρεώνουν στον Ιησού, αλλά ούτε και την ανάσταση του Ευτυχούς που ο ίδιος διέπραξε στην Τρωάδα, κατά τις «Πράξεις».

Σ’ αυτόν τον παράξενο –το λιγότερο που μπορεί να τον χαρακτηρίσει κανείς– τύπο, όπως σκιαγραφείται από τις επιστολές και περιγράφεται από τις «Πράξεις», φορτώνεται η «αποεβραιοποίηση» και η προσαρμογή μιας (ή και περισσότερων) ολιγάριθμης εβραϊκής σέχτας στην ευρύτερη αυτοκρατορική εκδοχή της.

Ο Σαούλ ή Σαύλος ή Παύλος, παρουσιάζεται να επιτυγχάνει το ακατόρθωτο. Βεβαίως, με σχετική βοήθεια από τα «ιερά» κείμενα των Εβραίων – που πλάθονται, παραχαράσσονται, πλαστογραφούνται και διαμορφώνονται συνεχώς, μέχρι τον 4ο αιώνα. Επίσης, την ανοχή ή και την κάλυψη από τους προστάτες του Ρωμαίους κι απ’ όλους όσους, από τους κρατούντες της εποχής, αντιλήφθησαν, σύντομα, την αξία ενός δόγματος που πειθανάγκαζε τις μάζες και αντάλλασσε την παρούσα δουλεία με την υπερβατική αναγνώριση στη μέλλουσα ζωή.

Όποιος κι αν ήταν ο χριστιανισμός στα πρώτα του βήματα, στο όνομα ενός Παύλου, που τον παρουσιάζουν ως υπεύθυνο για την εξάπλωσή του, τον προσαρμόζουν να υποτάσσει τις μάζες στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τον μολύνουν ανεπανόρθωτα. Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε κάποιος Ιησούς, ο μυθιστορηματικός Παύλος, υποτίθεται πως κατορθώνει να διαδώσει μια διδασκαλία που μισεί τη ζωή, περιφρονεί τον κόσμο, μολύνει τη σχέση μας με τον εαυτόν μας. Η απέχθεια της νευρωτικής και σεξουαλικά ανίκανης καρικατούρας – του Παύλου για το σώμα, τη σάρκα, το σεξ, τις επιθυμίες, ο απόλυτος μισογυνισμός του, διαμόρφωσαν τον κόσμο σε κατακόμβη δακρύων και αιώνιας τιμωρίας.

Παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική ευχέρεια επαγγελματία οπορτουνιστή, όπου ανάλογα με το ακροατήριο, προσαρμόζει το, ακόμη, εύπλαστο δόγμα, προσέχοντας πάντα μη δυσαρεστήσει τους Ρωμαίους προστάτες του και κρατούντες της εποχής. Ας τον παρακολουθήσουμε.

Ο τύπος φαίνεται να μην έχει πολλά πράγματα να του ζηλέψεις. Κοντός, κοκαλιάρης, φαλακρός, υστερικός, τεντάς στο επάγγελμα, από την Ταρσό, τον συναντάμε για πρώτη φορά, (Πράξεις Αποστόλων) ως νεανία Σαύλο, δύο – τρία χρόνια μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Ιησού, στο… θεάρεστο έργο του λιθοβολισμού του ελληνιστή Στέφανου, ως μαθητευόμενο βασανιστή. Είναι αστός Φαρισαίος και – μέγα προτέρημα για την εποχή, Ρωμαίος πολίτης.

Όσο ο εμπαθής Σαύλος ανδρώνεται, τόσο γίνεται ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανών. Κάτι σαν ασφαλίτης, όπως θα λέγαμε σήμερα, ο Σαύλος μπαινοβγαίνει στα σπίτια γεμάτος φανατισμό και τραβά στα βασανιστήρια, στις φυλακές και τους λιθοβολισμούς, άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, εντεταλμένος από τους ορθόδοξους Εβραίους και προστατευμένος από τους Ρωμαίους συμπολίτες του.

Η περιοχή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα ανεπτυγμένα σαδιστικά ένστικτα του Σαύλου και αποφασίζουν με αίτημά του να κατευθυνθεί προς τη Δαμασκό, όπου έχει πολύ πράγμα για εκκαθαρίσεις.

Είναι τόση η δουλειά που τον περιμένει στη Δαμασκό, που συνοδεύεται από απόσπασμα, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικός στο έργο του. Κάπου στο δρόμο, γίνεται το θαύμα. Να θυμάστε, πάντα, πως οι πληροφορίες που έχουμε είναι από αυτούς που ήθελαν να φτιάξουν, μερικούς αιώνες αργότερα από την εποχή που αναφέρεται στις «Πράξεις», την εικόνα του. Το θαύμα, λοιπόν, στο δρόμο για τη Δαμασκό, μπορεί και να ’ναι το απαλλακτικό του Σαύλου από κανένα αιματοβαμμένο πογκρόμ στη Δαμασκό. Μπορεί, κάλλιστα, να υπονοεί και να συμβολίζει τη μεταστροφή της παραπαίουσας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προς μια συνεκτική και υποτακτική θρησκεία που υπόσχεται να συντηρήσει τον, πνέοντα τα λοίσθια, δουλοκτητισμό.

Τέλος πάντων, οι «Πράξεις» ξαπλώνουν κάτω φαρδύ-πλατύ τον Σαύλο, σε μια καραμπινάτη υστερική κρίση που θα τη ζήλευε το καλύτερο ψυχιατρικό σύγγραμμα σήμερα και επί τρεις μέρες, παρουσιάζει τα μύρια όσα. Έχει όλων των ειδών τις παραισθήσεις – τυφλώνεται από ένα έντονο φως, ακούει τη φωνή του Ιησού, “Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις…”, και άλλα τέτοια που σε κάνουν κι ανατριχιάζεις, δεν τρώει και δεν πίνει, για όλο το διάστημα.

Μαζί με τον Σαύλο είναι και το απόσπασμα που έχει την εξής περίεργη σχέση με το θαύμα, και πάντα από τις «Πράξεις»:

Οι άνδρες που τον συνόδευαν έμειναν ενεοί, ακούοντες μεν την φωνήν, μηδένα δε θεωρούντες”.

Κι από τον Σαύλο, υποτίθεται, πάντα από το ίδιο κείμενο:

Εκείνοι που ήσαν μαζί μου το μεν φως είδον και κατεφοβήθησαν, την φωνήν όμως του λαλούντος προς εμέ δεν ήκουσαν”.

Άντε, βγάλε άκρη. Τελικά, άκουσαν και είδαν, είδαν και δεν άκουσαν ή δεν πήραν χαμπάρι την τύφλα τους; Φαίνεται πως για την εποχή, αυτά τα κείμενα, όσο ασυνεπή λογικά και αλληλοαναιρούμενα κι αν ήταν, έπαιξαν τον ρόλο τους.

Και θα τον χάναμε τον Σαύλο, αν δεν τον χειροθετούσε ο Ανανίας, που εσπευσμένα απεστάλη από τον Θεό, εν είδει… 166.

Αυτός, ο υστερικός και φανατικός Φαρισαίος με τη βλαμμένη λίμπιντο, ακολουθεί το πανάρχαιο, από τότε, “όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” και κηρύσσει άκυρη κάθε μορφή σεξουαλικότητας για τον ίδιο, αλλά και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο και θεσπίζει το μίσος για το σώμα, τις γυναίκες και τη ζωή.

Η απέχθειά του για τη σεξουαλικότητα, η εξύμνηση της αγνότητας, η λατρεία της αποχής, το εγκώμιο της χηρείας και της αγαμίας, η προτροπή να φέρονται σαν κι αυτόν, η, κατ’ ανάγκη, συγκατάνευση στο γάμο, ωσάν το ελάχιστο κακό, αποτελούν συμπτώματα της υστερίας του, που καταφέρνει να διαπεράσει όλο το οικοδόμημα του χριστιανικού δόγματος, ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.

Ο Παύλος της χριστιανικής μυθολογίας μισεί τον εαυτόν του και μισεί όλο τον κόσμο. Ο κατ’ επάγγελμα λιθοβολιστής και διώκτης των χριστιανών Σαούλ, μετατρεπόμενος σε χριστιανό Παύλο, παραμένει ο μίσαυτος και κατ’ επέκταση, ο μισάνθρωπος διώκτης της ζωής και ό,τι τη συνθέτει, του έρωτα, του πόθου, της ηδονής, των αισθήσεων εν γένει, της χαράς, της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας αλλά και της σάρκας, του σώματος.

Για τους κατασκευαστές του Παύλου, η θεολογία είναι το μέσο προς την πολιτική. Περιγράφουν έναν πολιτικάντη που προσαρμόζεται ανάλογα με το ακροατήριο. Προς τους Ρωμαίους, βαπτίζει την εξουσία τους θεόπνευστη, προτρέποντας τους δύσμοιρους χριστιανούς στη γνωστή υποταγμένη στάση.

Προς τους Κορινθίους (Α΄ επιστολή) το παίζει… ολίγον τσαχπίνης:

Δεν είμαι ελεύθερος;… Μη δεν έχομεν εξουσίαν να συμπεριφέρωμεν αδελφήν γυναίκα, ως και οι λοιποί απόστολοι, και οι αδελφοί του Κυρίου, και ο Κηφάς;”

Στους Κορίνθιους απευθύνεται. Γνωρίζει πως διαφέρουν οι απόψεις τους για τις γυναίκες. Ως γνωστόν, η μαγκιά μέχρι εκεί που μας παίρνει.

Οι «Πράξεις» αναφέρουν και μια ερωτική, τρόπον τινά, περιπετειούλα του. Έτσι, στο μύθο υπεισέρχεται και η «μοιραία γυναίκα». Φαίνεται πως κανείς δε χάνεται. Στο Ικάριο, ζει η Θέκλα, αρραβωνιασμένη με ευγενή νέο. Ακούει τον Παύλο, εκστασιάζεται και παρατάει σύξυλο τον αρραβωνιαστικό. Ο τελευταίος, διαμαρτύρεται στον έπαρχο, ο οποίος και μπουζουριάζει τον Παύλο. Η Θέκλα τον επισκέπτεται, επιμένοντας. Φυλακίζεται κι αυτή.

Αργότερα, ο Παύλος εξορίζεται και η Θέκλα οδηγείται στην πυρά. Συμβαίνει άλλο θαύμα. Μια βροχή, κατακλυσμιαία, τη σώζει. Τρέχει και τον βρίσκει. Βλέπετε, ακόμη και για τον Παύλο, υπάρχει μια γυναίκα. Την παίρνει μαζί του στην Αντιόχεια.

Εκεί, την ερωτεύεται κάποιος ευγενής και προσφέρει στον Παύλο ένα μεγάλο ποσό, αυτός αρνείται πως τη γνωρίζει, η Θέκλα τα στυλώνει πιστή στον έρωτά της (ο άλλος ζωντάνευε παστά ψάρια, εδώ θα κολλήσουμε τώρα;) και τη ρίχνουν στ’ άγρια θηρία. Φαίνεται πως δεν τρώγεται με τίποτα, τη γλιτώνει κι ελευθερώνεται.

Στη δεύτερη επιστολή προς τους, φαντάζομαι έκπληκτους, Κορίνθιους, απαριθμεί, με υπερηφάνεια, τους εξευτελισμούς και τις διώξεις που υπέστη, αποκαλύπτοντας, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, τον καλπάζοντα μαζοχισμό του, τον ίδιο που θέλησαν να επιβάλουν στις μάζες.

Πέντε μαστιγώματα από “τεσσαράκοντα παρά μίαν”, βλέπετε, πρόκειται για Ρωμαίο πολίτη, βουρδουλιές, τρεις άγριους ραβδισμούς, ένα λιθοβολισμό απ’ όπου τη γλίτωσε φτηνά και την πληρώσαμε οι υπόλοιποι, τρία ναυάγια όπου στο ένα πέρασε ένα μερόνυχτο στα παγωμένα νερά, χώρια όλα τα άλλα που συνεπάγονταν τα πολυάριθμα ταξίδια εκείνη την εποχή. Η απόλαυση του μαζοχιστή ολοκληρώνεται με τις φυλακίσεις, τη διετή παραμονή σε μπουντρούμι, την εξορία.

Η γελοιοποίηση και ο εξευτελισμός δεν τον πτοούν. Τον βάζουν να μιλήσει στην Αθήνα, απ’ όπου είναι βέβαιο πως δεν πέρασε ποτέ, όπου και υπέστη αδιαμαρτύρητα τους γέλωτες και τα γιουχαΐσματα των στωικών κι επικούρειων Αθηναίων, όταν τους μίλησε για την ανάσταση, καθαρή ανοησία για τους καλλιεργημένους Αθηναίους.

Ο μαζοχιστής κι εκτρωματικός Φαρισαίος αποδέχεται την καταδίκη της γυναίκας στη Γένεση και την εκτοξεύει, συλλήβδην, στο φόβο και την υποταγή. Πρεσβεύει πως κάθε εξουσία εκπορεύεται από το θεό και θεωρεί απόλαυση να είναι κανείς υπάκουος και δούλος. Ανυπακοή σε κάποιον από αυτούς τους εκπροσώπους, σημαίνει εξέγερση κατά του θεού. Ο πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος θεός του χαίρεται με την αρρώστια, τη φτώχεια, τα βάσανα και τη δουλεία. Για τον παυλιανισμό, κάθε εξουσία προέρχεται από το θεό και πηγάζει απ’ αυτόν. Οι φτωχές μάζες δεν είναι οι ευνοούμενες του παυλιανισμού, που εναντιώνεται στην ανύψωση των καταπιεσμένων. Ο παυλιανισμός απαιτεί την πειθαρχία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και επαιτεί τον οίκτο και την ευσπλαχνία των ευπόρων. Με άλλα λόγια, ίσα που να κρατάτε στη ζωή τους δούλους για να ‘χουμε, να παράγουν. Οποιαδήποτε ανυπακοή στους εξουσιαστές σημαίνει εναντίωση σ’ αυτόν το θεό. Ποιος νοήμων αυτοκράτορας θα εναντιωνόταν σ’ ένα τέτοιο δόγμα, που από τα πρώτα του βήματα φλερτάρει με τους ισχυρούς, διαλαλώντας τα συμφέροντά τους και που, αργότερα, θα καταστεί αγαστός σύντροφος όλων των δυναστών και δικτατόρων της ιστορίας;

Ο Παύλος δεν έχει γνωρίσει τον Χριστό των ευαγγελίων – πώς θα μπορούσε άλλωστε, δεν έχει διαβάσει τα ευαγγέλια, τα οποία – μέσα στις οργιώδεις αντιφάσεις τους με αυτόν, αλλά και μεταξύ τους, μάλλον είναι αυτά που στηρίζονται, αργότερα, στον παυλιανισμό. Φαίνεται να περιφέρει την υστερία του σ’ όλη την αυτοκρατορία, και στο πρόσφορο έδαφος της δουλοκτητικής κρίσης, κοινωνικής εξαθλίωσης και ηθικής κατάπτωσης, μολύνει τα πάντα στο πέρασμά του. Λίγους αιώνες αργότερα, η αρρώστια του Παύλου θα διαποτίσει όλη την αυτοκρατορία, σημαδεύοντας ακόμη και τις μέρες μας.

Ο αμόρφωτος τεντοποιός –εικάζεται πως δεν γνώριζε γραφή– αντιπαραθέτει στους Ζηλωτές, στους Σαδδουκαίους, και στους Σαμαρείτες, ανάσταση και μέλλουσα ζωή. Το εσσαιικό και ζηλωτικό κίνημα, απελευθερωτικά απ’ τη φύση τους, βρίσκονται στο στόχαστρο της δουλικής αποχαύνωσης που πρεσβεύει ο Παύλος. Οι Φαρισαίοι, όμως και αργότερα οι Ρωμαίοι βρίσκουν μια καλή ευκαιρία με την ανάσταση, να μεταθέσουν τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις για καλύτερη ζωή των μαζών.

Πάνω εκεί, υποστηρίζει ο μύθος, οι Ιουδαίοι παίρνουν ανάποδες και καμιά σαρανταριά από δαύτους ορκίζονται να μη φάνε και να μην πιουν, μέχρι να σκοτώσουν τον Παύλο. Μια μέρα πριν τον καθαρίσουν, οι Φαρισαίοι το καρφώνουν στον εκατόνταρχο, αυτός με τη σειρά του στο χιλίαρχο και 200 Ρωμαίοι λεγεωνάριοι σπεύδουν και… σώζουν τον Παύλο.

Ο μύθος, φέρνει τον Παύλο στη Ρώμη, όταν η συνωμοσία των αυλικών του Νέρωνα ενάντιά του είναι στο αποκορύφωμά της. Ο Νέρωνας, με την κλασική του παιδεία και τα φιλολαϊκά του μέτρα, έχει μπει για τα καλά στο μάτι των Ρωμαίων δουλοκτητών. Φιλέλληνας, φιλόδουλος, ειρηνιστής και καταδεχτικός, κυκλοφορεί στην αγορά και αποκαλεί με τα ονόματά τους, όσους τον χαιρετούν. Από τους πραξικοπηματίες, για αντικαταστάτης του προοριζόταν ο Σενέκας. Ο φιλόσοφος και υπουργός του Νέρωνα Σενέκας, υποτίθεται πως επικοινωνεί με τον Παύλο. Ο στωικός Σενέκας, ο οπαδός των Πυθαγόρα-Πλάτωνα, αλληλογραφεί με τον ανύπαρκτο, ανισόρροπο και ημιμαθή βάρβαρο.

Γεγονός είναι, πάντως, πάντα κατά το μύθο, πως τα βρίσκουν και το Μάρτη του 64, ο Παύλος φέρεται ανακατεμένος στην πυρπόληση της Ρώμης εν τη, βεβαιωμένη, απουσία του Νέρωνα στο Άντζιο, 50 χιλιόμετρα μακριά. Το ανοσιούργημα είναι μεγάλο. Η εγκατάλειψη των παλιών φίλων είναι πλήρης. Ο παυλιανισμός έπαιξε το χαρτί των Ρωμαίων και τώρα διώκεται. Γίνεται, επίσης, η αιτία για τον πρώτο ουσιαστικό διωγμό των χριστιανών. Η αλήθεια είναι ότι, με κάποιο τρόπο, εβραϊκές ομάδες έβαλαν το χεράκι τους στην καταστροφή. Ο «εμπρηστής» της Ρώμης τη γλιτώνει καταδιωκόμενος. Οι Ρωμαίοι τα βάζουν με τους Εβραίους. Τελικά συλλαμβάνεται και το 67 αποκεφαλίζεται, όχι για την ιδεολογία του, αλλά ως κοινός εγκληματίας, με τον πιο ατιμωτικό για την εποχή θάνατο. Το σώμα του αφήνεται βορά στα όρνεα κι ο κόσμος θα μάθει για τον Παύλο πολλά χρόνια αργότερα, όταν θα τίθενται οι βάσεις του παυλιανισμού, οι οποίες, για τα επόμενα δυο χιλιάδες χρόνια, θα φρενάρουν την πρόοδο της ανθρωπότητας, κατακρεουργώντας ψυχές και σώματα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τι άθλιος θάνατος για τον άνθρωπο που θεωρείται ότι το έργο του εξαπλώθηκε σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο της εποχής! Ο αδύναμος και ψυχικά άρρωστος αυτός ανθρωπάκος, που παρουσιάζει η μυθολογία του χριστιανισμού, πριν κατασπαραχτεί από τα όρνεα, υποτίθεται πως κατάφερε να μολύνει ολόκληρη την ανθρωπότητα, στοχεύοντας στην αιτία όλων των προβλημάτων του και δημιουργώντας παράλληλα έναν αποδιοπομπαίο τράγο.

Οι γυναίκες, η ερωτική επιθυμία, η αγάπη προς το σώμα της ύπαρξής μας πνίγονται στη νεύρωσή του. Ο άρρωστος Παύλος, αδυνατώντας να ζήσει αλλά και αρνούμενος την ανικανότητά του, μισεί τη ζωή και προσφέρει στην ανθρωπότητα πρότυπα προς μίμηση. Μιας και το σώμα του τον προδίδει, τον ταπεινώνει, τον πληγώνει, προτείνει στην ανθρωπότητα την ιδεολογική βάση για να πράξει το ίδιο στο δικό της σώμα.

Για τα επόμενα τριακόσια ολόκληρα χρόνια, κανείς δεν μιλά για τον Παύλο ή τους Παύλους και τους παυλιανιστές. Πολλοί υποστηρίζουν, βάσιμα, πως ό,τι κι αν ακόμη, υπήρξε Παύλος – ένας ή περισσότεροι, τα αποδιδόμενα σε αυτόν γραφτά (οι επιστολές) είναι, κατά πολύ, μεταγενέστερα. Εντελώς… συμπτωματικά και τα παλαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης δεν χρονολογούνται πέρα από τα μέσα του 4ου αιώνα. Ήταν ο Φλάβιος Κωνσταντίνος που επέβαλε τη σύνταξη των κειμένων που συνέθεσαν την Καινή Διαθήκη και ο Ευσέβιος Καισάρειας που στάθηκε ο πολύτιμος αρωγός του.

Αποφασισμένη η δουλοκτητική εξουσία να ξεκαθαρίσει το τοπίο των δεκάδων συγκροτημένων θρησκευτικών δογμάτων, Εκκλησιών και αιρέσεων και να επιβάλει με ενιαίο τρόπο την πολιτική της στους υποταγμένους λαούς, συγκαλεί το 325 την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια της Βηθυνίας. Μετά από περίπου δύο χρόνια περιπετειωδών, διακοπτόμενων συνεδριάσεων και ψηφοφοριών, κατέληξαν στο όνομα του θεού της αυτοκρατορίας: Ήσους Κρίσνα (Hesus Krisna), που με τον καιρό εξελίχθηκε σε Ήσους Κράιστ και Τζέσους Κράιστ, που στα ελληνικά αποδόθηκε ως Ιησούς Χριστός.3

Καιρός, λοιπόν, να στοιχειοθετηθούν και οι ήρωες της νέας ιδεολογίας. Έτσι, εμφανίστηκε και ο Παύλος, καθώς και οι υπόλοιποι «ήρωες» του μύθου. Με μια διαφορά: Το ρεύμα του παυλιανισμού ήταν εκείνο που επικράτησε στον λεγόμενο χριστιανισμό. Μια θρησκεία στήριγμα στην κάθε είδους ταξική κοινωνία. Το δουλοκτητικό σύστημα είχε αποκτήσει τη συνεκτική του ιδεολογία.

Πολύ αργότερα από τον 4ο αιώνα, όταν ο χριστιανισμός έχει επιβληθεί και εξαπλωθεί με την κρατική επιβουλή, εναγκαλιζόμενος, μέχρι πνιγμού, την κρατική εξουσία, η τρομοκρατία του ασκείται αμείλικτα και αποτελεσματικά και οι αυτόπτες μάρτυρες έχουν εξαφανιστεί. Ο τρόμος βασιλεύει. Ο σκοταδισμός του παυλιανισμού, γέννημα-θρέμμα του δουλοκτητικού συστήματος είναι ακόμη εδώ.

_______________________________________________________________________

Βιβλιογραφία:

«Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισός», Γιάννης Κορδάτος, Μπουκουμάνης Δ΄ έκδοση, Αθήνα 1973.

«Θεός και Κεφάλαιο», Κώστας Λάμπος, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2015.

«Ιερές Βλακείες», Στέλιος Κανάκης, Εκδόσεις Εντύποις, Δ΄ Έκδοση, Αθήνα 2018.

«Οι ρίζες του Χριστιανισμού», Ι. Λέντσμαν, Εκδοσεις Κέδρος ΑΕ, Αθήνα 2001

«Πραγματεία περί αθεολογίας», Michel Onfray, Εξάντας, Αθήνα 2006.

«Πως γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν οι Θεοί και οι Θεές», Εμ. Γιαροσλάβσκι, Εκδόσεις ΓΝΩΣΕΙΣ.

1 Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά (37 – 100), Εβραίος λόγιος και ιστορικός και αγιολόγος. Γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ.

2 Ιουστίνος ο Μάρτυρας ή Ιουστίνος ο Φιλόσοφος ή Ιουστίνος Καισαρείας. Χριστιανός απολογητής και φιλόσοφος (100-165).

3 Εκτενέστερα στο «Θεός και Κεφάλαιο», Κώστας Λάμπος, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2015.

Πηγή: Documento