Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ο πικρός βίος του Μαξ Χάβελααρ Μια ιστορία εκμετάλλευσης στις αποικίες καφέ

multatuli
(ψευδώνυμο του συγγραφέα Έντουαρτ Ντάουες Ντέκερ)

Ο πικρός βίος του Μαξ Χάβελααρ

Μια ιστορία εκμετάλλευσης στις αποικίες καφέ

Εισαγωγή – Μετάφραση από τα ολλανδικά: Anneke Visée – Ιωαννάτου

Εκδόσεις Ατέχνως, Αθήνα 2020 (Άμστερνταμ 2011), σχ. 0,24 Χ 0,17 εκατ., σελ. 244

Παρουσιάζει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης //

Θεωρούμε αναγκαίο να ξεκινήσουμε την παρουσίαση αυτού του βιβλίου εντελώς ανορθόδοξα, προτείνοντας στον αναγνώστη να μη διαβάσει την «ΕΙΣΑΓΩΓΗ», πριν να τελειώσει το μυθιστόρημα. Γι’ αυτό και προτείνουμε στον εκδότη, στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου να μεταφέρει το κείμενο της «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» στο τέλος του βιβλίου και να την μετονομάσει σε «ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ», αν βέβαια συμφωνεί και η μεταφράστρια του έργου. Και τούτο, διότι η εξαίρετη και έμπειρη μεταφράστρια και κριτικός βιβλίου, Δρ. Άννεκε Ιωαννάτου, δίνει τόσες πολλές πληροφορίες στον αναγνώστη, ώστε, του περιορίζει, κατά τη γνώμη μας,  ενμέρει την περιέργεια που θα έχει κατά την εξέλιξη του μύθου και τη χαρά της ανακάλυψης όλο και νέων στοιχείων και πληροφοριών κατά την εξέλιξή του. Σε περίπτωση δε που ο αναγνώστης δεν κατανοήσει κάποια σημεία του βιβλίου, το κείμενό της «ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ» θα τα διαλευκάνει όλα. Πρόκειται για ένα υπέροχο, πλήρες κείμενο, που δικαιώνει στο έπακρο την κριτική ικανότητα και τη μορφωτική επάρκεια της Άννεκε Ιωαννάτου.

Η «ΕΙΣΑΓΩΓΗ», λοιπόν, αποτελεί ένα υπέροχο, κατατοπιστικό, διευκρινιστικό, επεξηγηματικό κείμενο της μεταφράστριας, με πάμπολλες ιστορικές, εθνολογικές, κοινωνιολογικές, γεωγραφικές, πολιτικές κ.ά. πληροφορίες, που δεν αφήνουν κανένα «σκοτεινό» σημείο του μυθιστορήματος. Είναι εμφανές ότι η συντάκτρια του κειμένου δεν έγραψε πρόχειρα και βιαστικά την «ΕΙΣΑΓΩΓΗ» της, αλλά αντιθέτως μελέτησε την Ιστορία της Ολλανδίας στην εποχή της Αποικιοκρατίας, της Ιστορία της Ιάβας, της Ινδονησίας («Ολλανδικές Ινδίες» από το 17ο αι.), των Ινδιών, την εκδοτική πορεία του βιβλίου, τις αντιδράσεις συγχρόνων του συγγραφέα του, τις περιπέτειες του χειρογράφου, τη δικαστική περιπέτεια που ακολούθησε κ.λπ. Περιέγραψε δε με ικανότητα την ψυχογραφία των κεντρικών προσώπων του μυθιστορήματος, το οποίο ανήκει, όπως σημειώνει, στην «ντοκουμενταρισμένη λογοτεχνία».

Συγχαίρουμε την Άννεκε Ιωαννάτου, που μας χάρισε ένα πολυσέλιδο διαφωτιστικό κείμενο, το οποίο αφεαυτού αποτελεί γεγονός που την κατατάσσει στη στόφα των μορφωμένων παλιών μαρξιστών, και μη, μεταφραστών που μας πρόσφεραν ποιοτικούς προλόγους στα μεταφρασμένα έργα τους, σεβόμενοι τον αναγνώστη τους. Διότι, όπως είναι γνωστό, ο μεταφραστής δεν είναι δυνατό να είναι απλά και μόνο γλωσσομαθής, αλλά συγχρόνως, ένας λογοτέχνης, καλός γνώστης και χειριστής της ελληνικής γλώσσας, ή ιστορικός, ειδικός επιστήμονας, ανάλογα με το είδος του έργου που καλείται να μεταφράσει. Η Άννεκε Ιωαννάτου κατέχει, πέρα από την ολλανδική γλώσσα (που είναι η μητρική της), και την ελληνική γλώσσα επαρκώς και αυτό πιστοποιείται πρακτικά από τη θαυμάσια μετάφραση του ολλανδικού κειμένου στην ελληνική γλώσσα.

Συγχαρητήρια, επίσης, στην Άννεκε Ιωαννάτου που πρότεινε τη μετάφραση και την επανέκδοση αυτού του διαχρονικού κειμένου, το οποίο όμως τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του ολλανδικού κατεστημένου, πριν από 160 χρόνια και διαφώτισε και προβλημάτισε τους φτωχούς  Ολλανδούς για τα «επιτεύγματα» της άρχουσας τάξης της χώρας της στις αποικίες, έτσι και σήμερα αυτό το κείμενο – μέσα από τη Λογοτεχνία και την Ιστορία, καθώς και την Κοινωνιολογία και την Πολιτική Οικονομία –κάτω από το φως του μαρξισμού–, μπορεί να προβληματίσει τους σύγχρονους συνέλληνες και να τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός διεθνώς είναι παντού και πάντοτε ο ίδιος, εκμεταλλευτικός και απάνθρωπος και θα είναι μέχρι την ανατροπή του από τους εκμεταλλευόμενους. Ο συγγραφέας multatuli (στα λατινικά σημαίνει «υπέφερα πολύ»), ψευδώνυμο του Έντουαρτ Ντάουες Ντέκερ (Eduard Douwes Dekker) (1820-1887), δεν ήταν φυσικά μαρξιστής. Ήταν, όμως, ένας οξυδερκής άνθρωπος, ο οποίος διέθετε αν μη τι άλλο κοινωνική ηθική και κριτική πολιτική σκέψη, ελλιπή μεν από πολιτική, οικονομική  και κοινωνιολογική άποψη, ικανή δε να καταγγείλει τη βρωμιά και δυσωδία του αποικιακού εκμεταλλευτικού συστήματος της Ολλανδίας, που είχε τους ντόπιους πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες και τους εμπόρους και μεσίτες καφέ και των δύο χωρών, ως συμμάχους στην αχρεία «νόμιμη» κατά τα άλλα (στην αστική νομοθεσία) και με την επιβολή των όπλων, βέβαια, όταν απαιτούνταν, επιχειρηματικότητά τους.

Σημειωτέον ότι ο συγγραφέας διορίστηκε το 1856 ως αντιπεριφερειάρχης της περιοχής του Λεμπάκ στη δυτική Ιάβα. Με την πάροδο του χρόνου κατά την άσκηση των καθηκόντων του αντιλήφτηκε τι ακριβώς συνέβαινε και με το ήθος που τον διέκρινε κατήγγειλε, εις μάτην, τα γεγονότα. Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου: «Ο Ντέκερ, αρχικά, ως αντιπεριφερειάρχης, καταγγέλλει την αισχρή εκμετάλλευση του λαού μέσω της απλήρωτης εργασίας, της ληστείας ακόμη και των ελάχιστων υπαρχόντων του και της προσφοράς διαφόρων “υπηρεσιών” προς όφελος του τοπικού ιθαγενή ηγεμόνα και του πολυάριθμου σογιού του, ανακαλύπτοντας στην πορεία τη συνεργασία ξένων και ντόπιων κυρίαρχων. “Έτρωγαν” οι ντόπιοι ηγεμόνες, για να “τρώει” και η Ολλανδία με το εμπόριο καφέ. Και, σε περιπτώσεις τοπικών εξεγέρσεων, τα ολλανδικά στρατεύματα ήταν έτοιμα με τις ξιφολόγχες τους για να σκοτώνουν και να καίνε χωριά.»

Κι ενώ συνειδητοποίησε τη φύση του συστήματος και επέμενε να το καταγγέλλει, «οι προσπάθειές του να βγάλει την αλήθεια στο φως σκοντάφτουν στη διαφθορά και τις ίντρικες.» Τον απέλυσαν από τη δουλειά του, η οικογένειά του φτώχυνε και επέστρεψαν αναγκαστικά στην Ολλανδία. Έτσι, αποφάσισε να βγάλει αυτό το υπέροχο βιβλίο, που μετά από 160 χρόνια έχουμε εμείς σήμερα την ευκαιρία να διαβάζουμε και παρ’ όλο που αναφέρεται σε μιαν  άλλη εποχή, εντούτοις είναι ικανό να μας προβληματίσει σήμερα και να οδηγήσει τη σκέψη μας σε μιαν άλλη κατεύθυνση…

Το μυθιστόρημα αποτελείται από 20 κεφάλαια. Στα 5 πρώτα κεφάλαια η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ολλανδία, ενώ στα υπόλοιπα 15, στις Ολλανδικές Ινδίες και στην Ολλανδία.

Το μυθιστόρημα συμπεριλαμβάνει τρεις αφηγητές: τον Μπατάβους Ντρόχστοπελ, μεσίτη καφέ, τον Άγνωστο αφηγητή και τον Μουλτατούλι, ψευδώνυμο του ίδιου του συγγραφέα.

Στη συνέχεια φαίνεται ότι ο «μαντηλοφόρος» ψευδώνυμο που αποδίδει ο Ντρόχστοπελ για έναν φίλο του και συμμαθητή, ο Μαξ Χάβελααρ, αντιπεριφερειάρχης και ο Μουλτατούλι είναι το ίδιο πρόσωπο. Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο στη σύζυγό του, Τίνε, με μια εμφαντική αφιέρωση: «Εις την ΒΑΘΙΑ ΜΝΗΜΗ της ΕΒΕΡΝΤΙΝΕ ΟΥΜΠΕΡΤΕ ΒΑΡΩΝΗΣ ΤΟΥ ΒΕΙΝΜΠΕΡΧΕΝ της ΠΙΣΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ της ΗΡΩΙΚΗΣ, ΓΕΜΑΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ της ΕΥΓΕΝΟΥΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ».

Ο Ντόχστοπελ είναι ένας «αξιοσέβαστος» αστός «ξύπνιος», στην καθομιλουμένη γλώσσα και κοινή λαϊκή αντίληψη, άνθρωπος, «διπλωμάτης» και καταφερτζής, υποκριτής, ημιμαθής, σεμνότυφος, χωρίς καμία αισθητική καλλιέργεια και «θρήσκος», προκειμένου να στρέψει την κατάσταση υπέρ των οικονομικών συμφερόντων του, το αντίθετο, δηλαδή του χαρακτήρα, της ηθικής και της κοινωνικής συμπεριφοράς του Χάβελααρ. Ο συγγραφέας δημιουργεί συνειδητά δίπολα και αντιθέσεις για να εφαρμόσει τη διαλεκτική ως τρόπο ανάλυσης κοινωνικοοικονομικών φαινομένων της εποχής του και αιτία ανάπτυξης της κριτικής σκέψης του αναγνώστη του. Άνθρωπος δε που τζογάρει επί εικοσαετία στο χρηματιστήριο… «Επισκέπτεται το χρηματιστήριο», υποστηρίζει ο ίδιος. Αυτό λέει πολλά…

Άλλα πρόσωπα, που εμπλέκονται στην υπόθεση είναι: ο Σλέιμερινγκ, περιφερειάρχης, ο Φριτς και Μαρί, παιδιά του Ντρόχστοπελ, η δεσποινίδα Μαντηλοφόρου, ο Στερν, οι Ρόζεμεγερ, έμποροι ζάχαρης, Μπάστιαανς, υπάλληλος του Ντρόχστοπελ, Γάφζεχερ, βιβλιοπώλης/εκδότης, Μέιντε, κόρη μιας συγκατοίκου του μαντατοφόρου,  ο Ντικλαρί, φρούραρχος στο Ράνγκας-Μπέτουνγκ, ο Βερμπρέχε, ελεγκτής, ο έπαρχος του Λεμπάκ, Βίρα Κουσούμα, αρχηγός του νομού Πάρανγκ-Κούντιανγκ κ.ά.

Ο συγγραφέας έχει ταλέντο στη διαμόρφωση της μυθιστορηματικής πλοκής (με μια «πολυεπίπεδη δομή», στο παρόν έργο του), διαθέτει ευρηματικότητα, είναι προσιτός στον αναγνώστη του, απευθυνόμενος σ’ αυτόν σε δεύτερο πρόσωπο, λες και συζητά απευθείας μαζί του, με δεικτικό ύφος κατά σημεία, χιουμοριστική διάθεση, κριτική ικανότητα. Είναι συναρπαστικός, περιγραφικός, με αφηγηματική δεινότητα και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις οικονομίας, πολιτικής, εμπορίου κ.ο.κ. Έχει παρρησία και δε διστάζει να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, άσχετα αν δυσαρεστήσει τους δυνατούς του χρήματος ή της πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό είχε και τις αναμενόμενες αντιδράσεις και γι’ αυτό δέχτηκε την ανάλογη πολεμική απ’ αυτούς.

Δεν ασχολήθηκε, βέβαια, με τις αντικειμενικές αιτίες που γεννούν την αποικιοκρατία, την εκμετάλλευση, τις βρωμιές του εμπορίου στο καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, γι’ αυτό για όλα τα κακώς κείμενα  της διοίκησης τα απέδιδε στην κακοδιαχείριση, στις φυλετικές διακρίσεις κ.ο.κ. Σημειώνει εύστοχα η μεταφράστρια: «Δεν είναι μόνο ο λευκός Ευρωπαίος που εκμεταλλεύεται τον μελαμψό ντόπιο. Στην ίδια την Ευρώπη και ιδίως στην Ολλανδία, η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της εποχής εκείνης ήταν πάμφτωχη, έρμαιο της εκμετάλλευσης απ’ την ντόπια ολιγαρχία, η οποία στις αποικίες συνασπιζόταν με την εκεί ολιγαρχία για το συμφέρον και των δυο τους. […] Ο απλός Ινδονήσιος υπέφερε από μια διπλή καταπίεση και… βάδιζε από λιμό σε λιμό. […] το βιβλίο στην εποχή του τάραξε τα νερά του ολλανδικού κατεστημένου, ενώ η πλειονότητα των φτωχών μαζών δεν είχε ακόμα ιδέα του τι γινόταν εκεί “μακριά στην Ανατολή”.» Έτσι, ενώ έμαθε το καθετί παράνομο και άδικο που συνέβαινε στην περιοχή του και τους υπεύθυνους αυτής της κατάστασης, άρχισε να ασκεί εξουσία, που φυσικά ενοχλούσε… κάποιους.

Είναι αξιοπρόσεκτες, επίσης, οι προσωπογραφίες του συγγραφέα για κάθε ήρωα του μυθιστορήματος, με αναλυτική χαρακτηρολογία, με αποτέλεσμα να ψυχογραφεί επιτυχώς τα πρόσωπα και να τα ζωντανεύει, ιδιαίτερο προσόν του και τύχη για τον αναγνώστη. Ιδιαίτερη περίπτωση, και δεν είναι η μόνη, η προσωπογραφία του Χάβελααρ (σ. 74-77, με αρκετές αναφορές και στις επόμενες σελίδες), του οποίου την προσωπικότητα και το χαρακτήρα σκιαγραφεί «στο περίπου», όπως γράφει και συνεχίζει: «Λέω περίπου. Γιατί, αν ούτως ή άλλως είναι δύσκολο να περιγράφεις κάποιον, αυτό ισχύει περισσότερο για την περιγραφή ενός προσώπου που παρεκκλίνει πολύ από το απλό καθημερινό πρότυπο. Μάλλον γι’ αυτό οι μυθιστοριογράφοι κάνουν τους ήρωές τους διαβολικούς ή αγγελικούς. Το μαύρο ή το άσπρο σκιαγραφείται εύκολα, αλλά το πιο δύσκολο είναι να αποδώσεις σωστά τις ενδιάμεσες αποχρώσεις, αν θέλεις  να παρουσιάσεις την αλήθεια και, επομένως, δεν μπορείς να τη χρωματίσεις ούτε με πολύ σκούρα ούτε με πολύ ανοιχτά χρώματα.»

Ο Μαξ Χάβελααρ διακρινόταν για το ήθος του, το ατομικό και κοινωνικό, και τον χαρακτήριζε τα αίσθημα της δικαιοσύνης. Απεχθάνονταν την αδικία και την εκμετάλλευση. Στήριζε τους φτωχούς ανθρώπους παντοιοτρόπως και πίστευε, μέσα από τη θρησκευτική πίστη, ντυμένη όμως με κοινωνιολογικά στοιχεία, έστω σε προσωπικό επίπεδο, τα παρακάτω: «γνωρίζω ότι ο Αλλάχ αγαπάει το φτωχό και ότι δίνει πλούτο σε όσους θέλει να δοκιμάσει. Αλλά στους φτωχούς στέλνει εκείνον που μιλάει τη γλώσσα τους, ώστε ν’ απαλλαγούν απ’ τη δυστυχία τους.» Αναλαμβάνοντας δε τα καθήκοντά του ως Περιφερειάρχης σε μια περιοχή της αποικιοκρατούμενης από τους Ολλανδούς Ιάβας, σε ομιλία του προς τους υφισταμένους τους διερωτάται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Και δεν είναι όμορφο να σε στέλνουν για να ψάξεις τους κουρασμένους που έμειναν πίσω μετά τη δουλειά και λύγισαν στο δρόμο, γιατί τα γόνατά τους δεν είχαν πια τη δύναμη να πάνε στον τόπο της αμοιβής; Δε θα χαιρόμουν ν’ απλώσω το χέρι σε όποιον έπεφτε στο λάκκο και να δώσω ραβδί σε όποιον ανεβαίνει στα βουνά; […]»

Στο Όγδοο Κεφάλαιο του βιβλίου φανερώνεται η ιδεολογία του για τα φτωχά λαϊκά στρώματα, θέτοντας ερωτήσεις ηθικού κοινωνικού  χαρακτήρα για προβληματισμό των ιθυνόντων, αλλά και ξεκαθαρίζοντας προς όλους τον τρόπο που θα διοικήσει ο ίδιος ως Αντιπεριφερειάρχης. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, ορισμένα αποσπάσματα της ομιλίας του: «Η ψυχή του ανθρώπου δεν εξυψώνεται απ’ την αμοιβή, αλλά απ’ την εργασία που αξίζει την αμοιβή.», «Πείτε μου, δεν είναι φτωχός ο αγρότης σας; Μήπως το ρύζι σας συχνά δεν ωριμάζει, για να τρέφει αυτούς που δεν το έχουν φυτέψει; Δεν υπάρχουν πολλά στραβά στη χώρα σας;». Κατακεραυνώνει τη μετανάστευση λόγω κακής οργάνωσης, κακοδιαχείρισης και βιαιοπραγιών της εξουσίας: «πολλές φορές κάναμε σφάλματα και η περιοχή μας είναι φτωχή, επειδή κάναμε τόσα σφάλματα. […] βρίσκονται πολλοί που γεννήθηκαν στη χώρα μας και μετά την εγκατέλειψαν. Γιατί ψάχνουν για δουλειά μακριά απ’ τον τόπο που έθαψαν τους γονείς τους; […] Και εκεί στα βορειοδυτικά, στα παράλια, βρίσκονται πολλοί που θα έπρεπε να είναι μαζί μας, αλλά εγκατέλειψαν το Λεμπάκ, για να περιπλανώνται σε ξένες περιοχές με μαχαίρι, σπαθί και τουφέκι. Και σκοτώνονται οικτρά, διότι εκεί υπάρχει μια κυβερνητική εξουσία που χτυπάει τους εξεγερμένους. (σ. κατά της ολλανδικής εξουσίας)». Με θετικό και διπλωματικό πνεύμα χαρακτηρίζει όλους τους ηγέτες ως δίκαιους, αλλά τους δίνει μια δικαιολογία για να εφαρμόσουν το δίκαιο, ότι διαμένουν μακριά από το φτωχό λαό και την αδικία που επικρατεί σε βάρος του (γ.π. ο βασιλιάς στην Ολλανδία, ο Κυβερνήτης στην πρωτεύουσα της Ιάβα, ο Περιφερειάρχης και ο Έπαρχος, επίσης ), «Και εγώ […] θα είμαι δίκαιος και καλός, θα εφαρμόζω το δίκαιο χωρίς φόβο και πάθος, θα είμαι ένας καλός “αντιπεριφερειάρχης”… και εγώ επιθυμώ να επιτελέσω το καθήκον μου. […] Όμως, αν ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που παραμελούν το καθήκον τους για χάρη των κερδών, που ξεπουλούν το δίκαιο για χρήματα ή που παίρνουν το βουβάλι απ’ το φτωχό και παίρνουν τους καρπούς που ανήκουν στους πεινασμένους… ποιος θα τους τιμωρήσει; […] να με θεωρείτε φίλο που θα σας βοηθάει όπου μπορεί, ιδιαίτερα εκεί που πρέπει να καταπολεμηθεί η αδικία.»

Θα παρατηρούσε και θα κατέγραφε κάποιος πολλά ακόμη θέματα του μυθιστορήματος και θα τα σχολίαζε ανάλογα, για να επισημάνει στον επίδοξο αναγνώστη του αρκετά στοιχεία που το καθιστούν ενδιαφέρον  και αξιόλογο.

Ένα βιβλίο που αποτελεί «στην ουσία μια καταγγελία εναντίον του αποικιοκρατικού καθεστώτος που ίσχυε τότε στην Ινδονησία και ιδίως των πολιτικών και διοικητικών μηχανορραφιών του, προκειμένου να διατηρείται η υποδούλωση του ντόπιου πληθυσμού, συχνά σε αγαστή συνεργασία με τους ιθαγενείς ηγεμόνες», σημειώνει μεταξύ άλλων η Άννεκε Ιωαννάτου. Ένα βιβλίο ευχάριστο κατά την ανάγνωση, αλλά αρκετά πολύπλοκο ως προς τη δομή του, με απρόοπτα και ανατροπές, με καταγγελτικό λόγο, με πολλά ιστορικά στοιχεία βασισμένα επάνω σε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις, αν και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για τους ήρωές του φανταστικά ονόματα. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από κάθε φιλομαθή αναγνώστη.

«Ο πικρός βίος του Μαξ Χάβελααρ, Μια ιστορία εκμετάλλευσης στις αποικίες καφέ»