• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο ρόλος των Αποστόλων τα πρώτα χριστιανικά χρόνια

 

Σήμερα 30 Ιουνίου γιορτάζουν οι φέροντες το όνομα Απόστολος (< αποστέλλω ο αγγελια(ο)φόρος του Θεού. Από το σύνολο των Αποστόλων) και τα σχετικά γυναικεία.

Η Εκκλησία γιορτάζει τη σύναξη των Απόστολων. Οι Απόστολοι ήταν οι μαθητές του Χριστού, οι οποίοι μετά τη σταύρωση του έπαιξαν βασικό ρόλο στη διάδοση του Χριστιανισμού. Στους Αποστόλους συμπεριλαμβάνεται ο Παύλος ( ο οποίος δεν υπήρξε μαθητής του Χριστού) και ο Ματθίας ο οποίος εξελέγη (τις παραμονές της Πεντηκοστής) εις αντικατάσταση του Ιούδα του Ισκαριώτη.

Στο ρόλο των Αποστόλων αναφέρεται ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας», το οποί και αναδημοσιεύουμε.

***

ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Για τoν προσδιορισμό των χριστιανικών θέσεων απέναντι στη βάρβαρη αυτοκρατορική εξουσία της ρωμαιοκρατίας επιβάλλεται η επισήμανση των άρχων που διατυπώνονται στα κηρύγματα των ευαγγελιστων και των μεταγενεστέρων πατέρων της Εκκλησίας. Η διδασκαλία του Χριστού διαπνεόταν από αντιστασιακό πνεύμα. Βρισκόταν σε αντίθεση με το αυτοκρατορικό καθεστως και την πολιτιστική παράδοση του ρωμαϊκού κόσμου που καλλιεργούσε η εξουσία. Η διδασκαλία του Χριστού υπερασπιζόταν την ειρήνη, την ελευθερία, την ισότητα, την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη. Ωστόσο, πολλοι παράγοντες της νέας θρησκείας, οι ίδιοι οι απόστολοι, καταπροδίδοντας τις βασικές αρχές του χριστιανισμού, προσαρμόζονται ευθέως στο ρωμαϊκό απολυταρχικό πολίτευμα.

Μερικοί ευαγγελιστές αποδίδουν στoν ίδιο τoν Ιησού την «εντολή» για υποταγή των χριστιανών στη διεφθαρμένη και απάνθρωπη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία! Ενώ ο απόστολος Παύλος διατυπώνει τη χριστιανική θέση ότι δεν υπάρχει άλλη εξουσία από τη θεϊκή — «ου γαρ εστίν εξουσία ει μη από θεού»[1]— αποδίδει στoν Χριστό την περίφημη φράση «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»[2]. Κατά τους ευαγγελιστές, επομένως, ο Ιησούς αποδεχόταν την αυτοκρατορική εξουσία ως θεϊκή επιταγή και τη λατρεία των αυτοκρατόρων που ταυτίζονταν με τους θεούς – ήταν Divi, θεϊκοί— σε ναούς και βωμούς.

Είναι ολοφάνερο ότι οι ευαγγελιστές και κυρίως ο απόστολος Παύλος καταπροδίδουν τις βασικές αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας, προσαρμοζόμενοι στο ρωμαϊκό απολυταρχικό καθεστως. Ο Παύλος έδειχνε σεβασμό προς τoν αυτοκράτορα και εκφραζόταν επαινετικά για τoν ρόλο του ως «κοσμοκράτορα». Θεωρεί τη μοναρχική εξουσία εντολή του θεού και συνιστά στους χριστιανούς υποταγή. Κατά τoν απόστολο η κοσμική εξουσία των αιμοχαρών και λαοκτόνων ηγεμόνων παρέχεται από τoν θεό! «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. ού γαρ εστίν εξουσία ει μη υπό θεού. αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμένοι εισίν ωςτε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν οι δε ανθεστηκότες, εαυτοίς κρίμα λήψονται»[3].

Αξιώνει ο απόστολος Παύλος από τους χριστιανούς τυφλή υπακοή στους Ρωμαίους αυτοκράτορες που εμφανίζονται ως εντολοδόχοι του θεού! Ο Χριστός, επομένως, είχε απορρίψει το κίνημα των Εβραίων Ζηλωτών για λαϊκή ςπανάσταση και άρνηση υποταγής στη ρωμαϊκή απολυταρχία. Και προβάλλεται ως υποστηρικτής του άγριου δεσποτισμού, των θηριωδιών και των αντιλαϊκών αχρειοτήτων. Ο Παύλος εγκρίνει ακόμα και την άσκηση φρικαλέας βίας εναντίον των «υπηκόων». Η εξουσία, γράφει, δεν κρατάει στο χέρι, χωρίς λόγο το μαχαίρι – «ου γαρ εική την μάχαιραν φορεί». Είναι λειτουργοί του θεού οι οπλοφόροι των ηγεμόνων – «θεού γαρ διάκονος». Γι’ αυτό απαιτείται υποταγή – «ανάγκη υποτάσσεσθαι»[4].  Να πληρώνουν τους φόρους και τις ληστρικές εισφορές και κυρίως να τρέμουν πάντοτε μπροστά στην εξουσία![5]

Κορυφαίος, υποτίθεται, κήρυκας της χριστιανικής διδασκαλίας ο απόστολος Παύλος, εμφανίζεται στα κείμενα του ως λάτρης της τυραννικής ρωμαϊκής εξουσίας. Δέχεται τoν δεσποτισμό των δικτατόρων και μοναρχών και καλεί τους πιστούς να πειθαρχούν στους ηγεμόνες, αποδέχεται τη δουλεία και ποδοπατεί, καθυβρίζοντας τις θεμελιώδεις αρχές της νέας θρησκείας. Εγκρίνει το δουλοκτητικό καθεστώς που καταδικάζεται από τη χριστιανική διδασκαλία[6] και καλεί τους δούλους να υπακούουν στους αυθέντες τους, «μετά φόβου και τρόμου», όπως στoν… Χριστό![7] Οι δούλοι πρέπει να είναι στoν κύριο τους, ευχάριστοι, πιστοί, χωρίς αντίλογο[8]. Κι όποιος δεν υπακούει στο θέλημα του αυθέντη θα αντιμετωπίζει πολλαπλούς ξυλοδαρμούς[9]. Οι ευαγγελιστές προσαρμόζονται στο καθεστως της βίας και της απανθρωπιάς, προφανώς για να εξασφαλίσουν την ανοχή ή τη συμπάθεια του απολυταρχικού ρωμαϊκού καθεστώτος.

Ο Παύλος καλεί τους χριστιανούς να προσεύχονται υπέρ των βασιλέων και όλων των παραγόντων της εξουσίας. Καμιά αντίσταση, καμιά διαμαρτυρία, γενική υποταγή, ευσέβεια και σεμνότητα[10]. Και η προσευχή του πάπα Κλήμη Α ‘της Ρώμης (Α’ αί. μ.Χ.) καλεί τους πιστους να υποτάσσονται στην αυτοκρατορική εξουσία: «Δος ημίν ομόνοια και ειρήνη για να υπακούουμε εν ονόματι σου στους αρχηγούς μας και στις γήινες κυβερνήσεις… Εσύ, Κύριε, τους παρέχεις τη βασιλική εξουσία».

Είναι φανερό ότι ό απόστολος Παύλος παραμερίζει τoν λόγο του Χριστού για τον διαχωρισμό θεού και εξουσίας και διασυνδέει τoν αυτοκράτορα με τις «ουράνιες δυνάμεις». Οι ηγεμόνες θεωρούσαν τoν χριστιανισμό «παράνομη θρησκεία»[11].  Ή υποταγή, επομένως, στην απολυταρχία των Ρωμαίων αποτελούσε ταπείνωση των πιστών της νέας θρησκείας, στοιχείο συμβιβασμού και κυρίως νόθευση της χριστιανικής διδασκαλίας. Πρόκειται για αντιλήψεις προσαρμοσμένες στο ρωμαϊκό καθεστώς της βίας και της διαφθοράς και στην ελληνιστική παράδοση της παντοδυναμίας και αχρειότητας των τυράννων που υπονόμευσαν τις βασικές ανθρωπιστικές αρχές της νέας θρησκείας.

Τη συμβιβαστική τακτική του Παύλου απέναντι στον ρωμαϊκό δεσποτισμό ενστερνίζεται και ο απόστολος Πέτρος. Διδάσκει υποταγή στους μονάρχες που δικαίως υπερέχουν και συνιστά σεβασμό και τιμητικές εκδηλώσεις προς τoν βασιλέα, που… ενσαρκώνει τη δικαιοσύνη! Οι χριστιανοί οφείλουν να φοβούνται τoν μονάρχη και να τoν τιμούν![12]

Στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο ο Ιησούς εμφανίζεται σε μια παραβολή να υιοθετεί τη σφαγή των ανυπάκουων λαών, εκείνων που δεν δέχονται υποταγή στoν ηγεμόνα, ευθυγραμμιζόμενος με το ρωμαϊκό απολυταρχικό καθεστώς. «Πλην τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ’ αυτούς ώδε, και κατασφάξατε έμπροσθεν μου»[13].

Και ενώ είχαν αρχίσει οι διώξεις κατά του χριστιανισμού, δεν στιγματίζεται πουθενά η αχρειότητα των δυναστειών. Το μοναρχικό καθεστώς καθίσταται ιερό και εξ ουρανού, εξαιτίας αποστόλων, ευαγγελιστών και ηγητόρων της Εκκλησίας. Οι βασιλείς θεωρούνται δημιούργημα του θεού. Δεν αναφέρεται ο απόστολος Παύλος στο καθημερινό δράμα των λαών αλλά επιχειρεί εσχατολογικές αναγωγές[14]. Στην Καινή Διαθήκη ο Χριστός είναι «Κύριος» αλλά όχι εχθρός των αιματοβαμμένων και αχρείων Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Είναι αρχηγός των νεκρών μετά την ανάσταση, βασιλεύς του χριστιανικού κόσμου αλλά μόνο στο θρησκευτικό πλαίσιο. Αφήνει στους ηγεμόνες την κατάκτηση της εξουσίας με θεϊκή έγκριση και ευλογία. Εγκρίνεται επομένως η λατρεία των αυτοκρατόρων, με αναγωγή προφανώς στην Π. Διαθήκη: «Συ βασιλεύ, βασιλεύς βασιλέων, ω ο Θεός του ουρανού βασιλείαν ισχυράν και κραταιάν και έντιμον έδωκεν»[15].

Ο Χριστός ήταν ο «Κύριος» των χριστιανών ενώ ο αυτοκράτορας «Κύριος» όλων των υπηκόων που αναγνώριζαν τη θεότητά του. Οι χριστιανοί χρησιμοποιούν τoν τίτλο Κύριος αποκλειστικά για τoν Ιησού[16]. Ο Πολύκαρπος θα υποστεί μαρτυρικό θάνατο το 155 μ.Χ. στη Σμύρνη επειδή αρνήθηκε να προσκυνήσει τoν αυτοκράτορα «Κύριον» — θα αποτελούσε βλασφημία για τoν θεό[17]. Ο Πλίνιος ο Νεώτερος, σε επιστολή του προς τoν αυτοκράτορα Τραϊανό, αναφέρεται στους χριστιανούς: «Εκείνους που ομολογούν πως είναι χριστιανοί τους απειλούμε με βασανιστήρια, τους σκοτώνουμε»[18].

‘Αλλά και οι Εβραίοι της Διασποράς υποτάσσονται καταναγκαστικά στην αυτοκρατορική εξουσία. Ορκίζονται στoν αυτοκράτορα και στις Συναγωγές προσεύχονται στoν Ιεχωβά υπέρ της βασιλικής εξουσίας όπως προκύπτει από τα κείμενα του Ιουδαίου ιστορικού Φίλωνος του Αλεξανδρινού και του Φλαβίου Ιώσηππου (Α’ αι. μ.Χ.)

Με την προσαρμογή των αποστόλων στις απολυταρχικές αξιώσεις των Ρωμαίων αυτοκρατόρων η χριστιανική διδασκαλία ενστερνίζεται τις παραδοσιακές βαναυσότητες των τυραννικών καθεστώτων με καταστροφικές συνέπειες για τις επόμενες δύο χιλιετίες -λατρεία διεφθαρμένων ηγεμόνων, διεκδίκηση της εξουσίας από την Εκκλησία, εξαχρείωση εκκλησιαστικών ηγητόρων, θρησκευτικοί πόλεμοι, διάβρωση των κοινωνιών κ.ά.

Οι χριστιανοί διανοούμενοι της Καινής Διαθήκης εγκολπώνονται το παραδοσιακό ανδροκρατικό πνεύμα που κυριαρχούσε επί αιώνες στην ανθρωπότητα και εντάσσουν στα ευαγγελικά κείμενα την υποταγή του γυναικείου φύλου, παρά την προσήλωση της διδασκαλίας του Ιησού στην Ισότητα[19].

Ο απόστολος Παύλος αποδέχεται την παραδοσιακή ανδροκρατία καταπροδίδοντας τη χριστιανική διδασκαλία και καλεί τις γυναίκες να υπακούουν στους άνδρες όπως στoν θεό, καθώς η Εκκλησία στoν Χριστό! Ιδού μερικά αποσπάσματα: «Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθαι ως τω Κυρίω· ότι ο ανήρ έστι κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός έστι σωτήρ του σώματος· αλλ’ ώσπερ η εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ, ούτω και αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν εν παντί»[20]. «Παντός ανδρός κεφαλή ο Χριστός έστι· κεφαλή δε γυναικός ο άνήρ»[21]. «Η γυνή του ιδίου σώματος ουκ εξουσιάζει, αλλ’ ο ανήρ»[22].22

Η γυναίκα πρέπει να προσεύχεται με σκεπασμένη την κεφαλή. Ακάλυπτη κεφαλή σημαίνει καταισχύνη — «ακαλύπτω τη κεφαλή καταισχύνει την κεφαλήν αυτής». Ο άνδρας δεν έχει τέτοια υποχρέωση, είναι «εικών και δόξα του Θεού», ενώ η γυναίκα είναι «δόξα του ανδρός». Δεν προέρχεται ο άνδρας από τη γυναίκα αλλά το αντίθετο![23]

Οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν τα στολίδια – χρυσάφια, κοσμήματα, πολυτελή φορέματα: «Και τας γυναίκας… μετά αιδούς κοσμείν εαυτάς, μη εν πλέγμασιν, ή χρυσού, ή μαργαρίταις, ή ιματισμώ πολυτελεί»[24]. Και πρέπει η γυναίκα να είναι βουβή και υπάκουη. Να μην ξεχνά ότι ή Εύα προέρχεται από τoν Αδάμ: «Γυνή εν ησυχία μανθανέτω εν πάση υποταγή· γυναικί δε δίδασκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ είναι εν ησυχία. Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα»[25].

Σιωπηλές πρέπει να είναι οι γυναίκες στην εκκλησία και παντού να τηρούν σιγή. Κι αν επιθυμούν να μάθουν κάτι να ερωτούν τους συζύγους τους: «Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν, αλλ’ υποτάσσεσθαι καθώς και ο νόμος λέγει. Ει δε τι μαθείν θέλουσιν, εν οίκω τους ίδιους άνδρας επερωτάτωσαν αισχρόν γαρ εστί γυναιξίν εν εκκλησίαις λαλείν»[26].

Μόνο η Αποκάλυψη του Ιωάννου εκφράζει οργή και μίσος κατά της ρωμαϊκής απολυταρχίας. Απευθύνεται σε επτά πόλεις της Ασίας – Έφεσο, Σμύρνη, Πέργαμο, Θυάτειρα, Σάρδεις, Φιλαδέλφεια και Λαοδίκεια- όπου υπήρχαν ναοί αφιερωμένοι στη «θεά Ρώμη». Αποκαλεί τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία «θηρίον» και εκφράζει αγανάκτηση που αυτό το κτήνος λατρεύεται[27].  Ένα άλλο θηρίο με κέρατα που «ελάλει ως δράκων» -προφανώς ο Αλέξανδρος – παραχώρησε στο πρώτο την εξουσία που επέβαλε στην οικούμενη να το λατρεύει[28].

Ο Ιωάννης εξεικονίζει τη Ρώμη ως «πόρνην μεγάλην» καθισμένη πάνω σε «θηρίον κόκκινον» με επτά κεφαλές και δέκα κέρατα. Ήταν στολισμένη «πορφύρα και κοκκίνω και κεχρυσωμένη χρυσώ και λίθω τιμίω και μαργαρίταις, έχουσα χρυσόν ποτήριον εν τη χειρί αυτής γέμον βδελυγμάτων και ακαθαρτήτος πορνείας αυτης»[29]. Αυτή η πόρνη εξεικονίζει τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία. «Και η γυνή ην είδες, έστιν η πόλις η μεγάλη, η έχουσα βασιλείαν επί των βασιλέων της γης»[30]. Ήταν «η μήτηρ των πόρνων και των βδελυγμάτων της γης»[31].

Η Καινή Διαθήκη καταδικάζει τoν αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική παιδεία και φιλοσοφία. Ο απόστολος Παύλος θωρεί μωρία, ματαιοφροσύνη και απάτη την αρχαία ελληνική φιλοσοφία[32].Καταφέρεται επίσης εναντίον των Στωικών και των Επικούρειων[33].

Οι ίδιες αντιλήψεις κυριαρχούν και στα κείμενα των πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Ο Κόιντος Τερτυλλιανός (Β’ αί. μ.Χ.), συγγραφέας πολλών απολογητικών χριστιανικών έργων, καταδικάζει και απολακτίζει τoν αρχαιοελληνικό πολιτισμό και κάθε πνευματική διερεύνηση ίδεών[34]. Απαντά με δριμύ και υβριστικό ύφος ο επικούρειος φιλόσοφος Κέλσος (Β’ μ.Χ. αι.): «Οι χριστιανοί δεν ζυγώνουν τους μορφωμένους. Προσηλυτίζουν μόνο τους αμόρφωτους. Λένε: «Αν κάποιος είναι αγράμματος ας μας ακολουθήσει»[35].  Ο απολογητής του χριστιανισμού Τατιανός (Β’ αί. μ.Χ.) κατακρίνει την ελληνική πνευματική δημιουργία: τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την ποίηση, το σχολείο, το θέατρο[36].  Ο χριστιανός συγγραφέας  Ερμείας υποστηρίζει ότι η αλήθεια υπάρχει μόνο στο ευαγγέλιο. Τα φιλοσοφικά έργα είναι άχρηστα, βλακείες, παραφροσύνη, παραξενιές[37]. Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας κατακρίνει κάθε επαφή με αρχαιοελληνικά κείμενα. Μόνο τα χριστιανικά έργα εξαφανίζουν την αμορφωσιά[38].Ο Θεόφιλος Αντιοχείας, επίσκοπος και συγγραφέας, διδάσκει ότι η ελληνική φιλοσοφία και η ελληνική τέχνη και Ιστοριογραφία δεν έχουν καμιά αξία, είναι όλα ανήθικα ψευδολογήματα[39].

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα της πολεμικής χριστιανών διανοουμένων και εκκλησιαστικών ηγετών εναντίον των αρχαίων πνευματικών και καλλιτεχνικών θησαυρών καλλιεργήθηκε η αποστροφή για τα αρχαία ελληνικά αρχιτεκτονήματα, τους  θαυμαστούς ναούς και τα περίτεχνα μνημεία και άρχισε η ομαδική κατακρήμνισή τους με πρωτοβουλία αυτοκρατόρων και εξορμήσεις επισκόπων και μοναχών.

Αποστολική οδηγία του Γ’ αι. μ.Χ. διακηρύσσει ότι όποιος ενδιαφέρεται για μελέτη της Ιστορίας πρέπει να ασχοληθεί με την ανάγνωση των «Βασιλειών» της Π. Διαθήκης. Όποιος επιθυμεί να διαβάσει φιλοσοφικά κείμενα πρέπει να μελετησει τα βιβλία των προφητών της Βίβλου! Και όποιος προτιμά τους ύμνους να διαβάζει τους Ψαλμούς!

Όλοι σχεδόν οι χριστιανοί συγγραφείς και θρησκευτικοί ηγήτορες υιοθέτησαν την παράδοση της μοναρχικής εξουσίας και τον απολυταρχισμού. Η νέα θρησκεία προσονομάζεται «Βασιλεία του Θεού» και ο Χριστός αποκαλείται Κύριος, δηλαδή κυρίαρχος, δεσποτικός ηγεμών. Οι ευαγγελιστές αναφέρονται συχνά στo θεό-μονάρχη και αυτοκράτορα[40]. Στoν Χριστό αναγνωρίζεται μοναρχική Ιδιότητα, είναι ό Ιησούς βασιλεύς. Ο τίτλος Κύριος είναι ηγεμονικός.

Κατά τoν Γάλλο συγγραφέα Bousset ο τίτλος Κύριος αποτελεί συνέχεια των θεοποιήσεων της ελληνιστικής εποχής και της ρωμαιοκρατίας[41]. Όπως  προκύπτει από την προχριστιανική Ιστορία ο τίτλος Κύριος απονεμόταν πάντοτε στους μονάρχες και σε μερικούς θεούς της Ανατολής. Ο μονάρχης είναι ο ανώτατος άρχων, αυθέντης των υπηκόων και θεός των πιστών του.

Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς παρατηρεί ότι ο τίτλος Κύριος αναφέρεται στην εξουσία των ηγεμόνων[42]. Θεωρεί συνώνυμες τις λέξεις «Κύριος» «δεσπότης» και «ηγεμών». Τoν τίτλο Κύριος χρησιμοποιούσαν οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου και οι Ρωμαίοι. Μια επιγραφή αιγυπτιακή του 62 π.Χ. συνδυάζει τους θεούς των Αιγυπτίων και των Ελλήνων ταυτίζοντας τους με τους Λαγίδες μονάρχες: «Ήκω προς την κυρίαν  Ίσιν και πεποίιηκα το προσκύνημα του κυρίου βασιλέως θεού νέου Διονύσου Φιλοπάτορος και Φιλαδέλφου». Μια άλλη επιγραφή στην Αλεξάνδρεια αναφέρεται «τοις κυρίοις θεοίς μεγίστοις»[43].

Στη μετάφραση της Π. Διαθήκης που πρωτοεμφανίσθηκε στην Αλεξάνδρεια κυριαρχούν οι εκφράσεις της εποχής των Πτολεμαίων:  Ο Κύριος μου ο βασιλεύς, δέσποτα Κύριε. Ο τίτλος Κύριος εντάχθηκε, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, στο πλαίσιο των δοξολογημάτων της αυτοκρατορικής εξουσίας[44]. Και μεταφέρεται με την ίδια έννοια στην Καινή Διαθήκη. Ο απόστολος Παύλος, ονομάζοντας τoν Χριστό Κύριο, μετέφερε τoν πρόσθετο τίτλο των «βασιλέων θεών» της ελληνιστικής εποχής.

Οι Δυτικοι πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται με μίσος και καταφρόνηση στoν αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τα έργα τέχνης, μνημεία, ναούς, γλυπτά κ.λπ. Ο Fr. Maternus καλεί τους  χριστιανούς να καταστρέψουν τους αρχαίους ναούς, να λειώσουν τα αγάλματα και να κλέψουν τα αφιερώματα. Και προσθέτει ότι για τις βαναυσότητες αυτές θα τους ανταμείψει ο θεός[45].  Ο Minutius Felix, Λατίνος απολογητής του χριστιανισμού (B’-Γ αι. μ.Χ.), στο έργο του «Octavius», γράφει ότι ο Σωκράτης είναι ο «τρελός της Αττικής». Θεωρεί τη φιλοσοφία «παραφροσύνη και δεισιδαιμονία» και «εχθρό της πραγματικής θρησκείας». Οι φιλόσοφοι είναι «απατεώνες» και οι ποιητές «τύραννοι». Ακόμα και ο  Όμηρος «ξελογιάζει τη νεολαία με τα ψεύδη του». Ο Αρνόβιος κατακρίνει την ελληνική μυθολογία, καταδικάζει την κλασσική τέχνη και καταφρονεί τη ρητορική, τη φιλοσοφία, το δί­καιο κ.λπ. Τα θεωρεί όλα κατώτερα της Αγίας Γραφής. Όλοι οι δυτικοί πατέρες της Εκκλησίας καθυβρίζουν το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Το αποκαλούν «κατοικία του διαβόλου», «αισχρό» (turpis), «άσεμνο» (obscoenus), «αηδές» (foedus)[46].

[1] 1. Προς Ρωμαίους, ιγ’, 1.

[2] 2. Κατά Ματθαίον, κβ’, 20, Κατά Μάρκον, ιβ’, 16, Κατά Λουκάν, κ’, 24.

[3] Πρς Ρωμαίους, ιγ’, 1-2.

[4] Ό.π., ιγ’, 4

[5] απόδο  Ό.π., τε ουν πάσι τας οφειλάς· τω τoν φόρον, τoν φόρον τω τo τέλος, το τέλος· τω τoν φόβον, τoν φόβον (6λ., ιγ’, 4-7).

[6] ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος… πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού (Πρ0ς Γαλατάς, γ’, 28).

[7] οι δούλοι υπακούετε τοις κυρίοις κατά σάρκα, μετά φόβου και τρόμου, εν απλότητι της καρδίας υμών, ως εν Χριστώ (Προς Εφεσίους, στ, 1)

[8] Δούλους ιδίοις δεσπόταις υποτάσσεσθαι, εν πάσιν ευαρέστους είναι, μη αντιλέγοντας, μη νοσφιζομένους, αλλά πίστιν πάσαν ενδεικνυμένους αγαθήν (Προς Τίτον, β’, 9). Και σε άλλο σημείο: «Υπομίμνησκε αυτούς αρχαίς και εξουσίαις υποτάσσεσθαι, πειθαρχείν» (Προς Τίτον, γ’, 1).

[9] Εκείνος δε ο δούλος, ο γνους το θέλημα του κυρίου αυτού, και μη ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς (Κατά Λουκάν, κβ’, 47).

[10] Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσει, προσευχάς εντεύξεις… υπέρ βασιλέων «αιί πάντων των εν υπεροχή όντων, ίνα ήρεμον και ήσυχων βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία, και σεμνότητι (Προς Τιμόθεον, Α’, β’, 1-2).

[11] religio illicita

[12] Υποτάγητε ουν πάση ανθρωπινή κτίσει διά τoν Κύριον είτε βασιλεί, ως υπερέχοντί. είτε ηγεμόσιν, ως δι’ αυτού πεμπομένοις δι’ εκδίκησιν μεν κακοποιών, έπαινον δε αγαθοποιών ότι ούτως εστί το θέλημα του Θεού… τoν Θεόν φοβείσθε· τoν βασιλέα τιμάτε (Επιστολή Πέτρου, Β’, 2,13-17).

[13] Κατά Λουκάν, ιθ’, 27-28

[14] Προς Κορινθίους, ιε’, 24 κ.έ.

[15] Δανιήλ, Β’ 37.

[16] . Ινα εν τω ονόματι του Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων… Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν θεού Πατρός (Προς Φιλιππησίους, β’, 10-11).

[17] Ecclesiae Smirnesis de martyrio S. Polycarpi epistula circularis, (P.G., 5,1036).

[18] Επιστολές, 96,3

[19] ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού (Προς Γαλάτας, γ’, 28)

[20] Προς Εφεσίους, ε’, 22.

[21] Προς Κορινθίους, Α’, ια’, 3

[22] Προς Κορινθίους, Α’, ζ’, 4.

[23] γυνή δε δόξα ανδρός έστιν ου γαρ έστιν ανήρ εκ γυναικός αλλά γυνή εξ ανδρός· και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα, αλλά γυνή διά τoν άνδρα (Προς Κορινθίους, Α’, ια’, 5-9).

[24] Πρς Τιμόθεον, Α’, β’, 9.

[25] Πρός Τιμόθεον, Α’, β’, 4.

[26] Πρός Κορινθίους, Α’, ιδ’, 34

[27] και προσκυνήσουσιν αυτώ, πάντες οι κατοικούντες επί της γης (Αποκάλυψις ιγ’ 8).

[28]  Ινα προοκυνήσωσι το θηρίον το πρώτον (6μ., ιγ, 12).

[29] Αποκάλυψις, ιζ’, 3-5.

[30] Ό.π·, ιζ, 18.

[31]  Όπ, ιζ’, 5.

[32] Απωλώ την σοφίαν των σοφών. Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (Προς Κορινθίους, Α’, α’, 19-20). «ΕιΙ τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός. ή γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ έστι. Γέγραπται γαρ «Κύριος γιγνώκει τους διαλογισμούς των σοφών, ότι ειίσί μάταιοι» (Προς Κορινθίους, Α’, δ’, 18-20). Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά παράδοσιν των ανθρώπων, και ου κατά τoν Χριστόν» (Προς Κολοσσαείς, β’, 8).

[33] Πράξεις των Αποστόλων, ιζ’, 18.

[34] De praescriptione haereticorum, 7,14

[35] Κ Ahlheim, Celsus, 20

[36] . Speyer, Religiose Pseudepigraphie und Iiterarische Falschung im Altertum, 1977

[37] Lexikon fur Theologie und Kirche, I., Α., IV, 993

[38] G. Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur, IV, 193.

[39]  Προς Aυτόλυκον,, 2.2., 2.8,2.12, 2.15,233,3.1,3.16,3.29.

[40] Άκου όντων δε αυτών ταύτα, προσθείς είπε παραβολήν… και δοκείν αυτούς ότι παραχρήμα μέλλει ή βασιλεία του θεού αναφαίνεσθαι (Κατά Λουκάν, ιθ’, 11)

[41] Christos, Gottingen 1913. Jesus das Herz, Gottingen 1916

[42] ή γαρ Κύριος πρόσρησις αρχής και βασιλείας εστί

[43] W. Dittenberger, Orientis Graeci inscriptiones selectae, Leipzig, 1903, σ. 186

[44] Αντωνίνου Καίσαρος· του Κυρίου

[45] Karlheinz Deschner, Kriminalgeschichte des Christentums, Hamburg 1994, τ. Α’, σ.. 316,318

[46] Όπ, τ. Α’, σ 187-190, 249, 466