• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο Σολωμός ήξερε ελληνικά; (Κώστα Βάρναλη)

Απορεί κανείς πώς μπορούσε να υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Θα ήτανε δικαιολογημένο να υπάρχει αν ο Σολωμός δεν είχε αφήσει κανένα γραπτό κείμενο. Αφού όμως μας άφησε αρκετό έργο, και ποιητικό και πεζογραφικό, την απάντηση την έχουμε έτοιμη και αυθεντικότερη από κάθε «υπόθεση». Το έργο του Σολωμού δείχνει πως κανένας Έλληνας Λογοτέχνης έως τότε – και μπορεί να πει κανείς αδίσταχτα κ’ έως σήμερα – δεν έδωσε στην ελληνική γλώσσα τόσην πνευματικότητα, τόσην ευγένεια, τόσην αιθέριαν αϋλότητα και τόσο βάθος όσα της έδωσε ο Σολωμός, «που δεν ήξερε ελληνικά»!

Είδαμε σ’ ένα παλαιότερο σημείωμά μας  πως ο Χατζιδάκης θεωρεί το Σολωμό «άπειρον τελέως της ελ­ληνικής γλώσσης». Αλλά και ο Βαλαωρίτης δεν είχε διαφορετι­κότερη γνώμη. Σ’ ένα γράμμα του προς το Θωμαζέο, λίγους μήνες μετά το θάνατο του ποιητή, έγραφε: «Ο κόμης Σολωμός, μεγάλος ποιητής, δυστυχώς δεν εγνώριζε καλά τη δημοτική μας γλώσσα. Κατά δεύτερον λόγον η ποίησίς του δεν έχει τον καθαρόν χα­ρακτήρα της ελληνικής ποιήσεως. Οι στίχοι του δεν είναι ελληνικοί και οι εμπνεύσεις του ανήκουν στη Δύση…». Το κακό όμως είναι πως κι ο ίδιος ο Σολωμός ομολόγησε στον Τρικούπη (τέλη του 1822): «Δεν ηξεύρω ελληνικά. Πώς μπορώ να γράψω καλά;».

Αλλ’ ας ιδούμε όμως με ποιο νόημα έκανε αυτήν την ομολο­γία ο νεαρός ποιητής των 24 χρονών. Να πώς διη­γιέται ο ίδιος ο Τρικούπης αυτήν την ιστορία: «Μου απήγγειλεν (ο Σολωμός) ιταλιστί μίαν “Ωδήν διά πρώτην λειτουργίαν”… Ο Σολωμός, ο οποίος είχε παρατηρήσει, ότι μετά την απαγγελίαν είχα μείνει σκεπτικός και σιωπηλός, με ηρώτησε την γνώμην μου. “’Το ποιητικόν σας τάλαντον’’, του είπα ‘’σας επιφυλάσσει ωραίαν θέσιν εις τον ιταλικόν Παρνασσόν. Αλλ’ αι πρώται θέσεις εν αύτω έχουν ήδη καταληφθεί. Ο ελληνικός Παρνασσός δεν έχει ακόμη τον Δάντην του… Τη αιτήσει του τότε του εξέθεσα τα της γλώσσης μας και της φιλολογίας μας. “Δεν ηξεύρω ελληνικά”, μου λέγει. “Πώς μπορώ να γράψω καλά;”. Πράγματι, εγνώριζε πολύ ατελώς την κοινήν. “Η γλώσσα, του απήντησα, την οποίαν εμάθατε μαζί με το μητρικόν γάλα είναι η ελληνική. Είναι λοι­πόν εύκολον να την επαναφέρετε εις την μνήμην σας και, αν συγκατατίθεσθε, θα σας βοηθήσω… Δεν πρόκειται ούτε περί της τόσον κουραστικής φιλολογικής γλώσσης, ούτε περί της τόσον γελοίας μακαρονιστικής, αλλά της μητρικής, της ζωντανής” Μία μόλις εβδομάς είχε παρέλθει από την πρώτην συνομιλίαν μας και εξεπλάγην αίφνης ακούων τον Σολωμόν απαγγέλλοντα ποίημά του, γραμμένον εις την ελληνικήν:

Την είδα την ξανθούλα,
την είδα, όταν αργά
εκίνησε η βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Ήτο η πρώτη του ελληνική σύνθεσις. Μόλις το ποίημα αυτό έγινε γνωστόν, όλη η Ζάκυνθος το ετραγουδούσε και ένα βράδυ οι συμπατριώται του μετέβησαν και το έψαλαν κάτω από τα παράθυρά του. Αυτό τον συνεκίνησε πολύ. Μετ’ ολίγας ημέρας άρχισε τον “Ύμνον εις την ελευθερίαν”, τον όποιον ετελείωσεν εντός βραχέος χρονικού διαστήματος. Δεν ήτο από τους ανθρώπους, οι οποίοι κατέφευγον εις την γραμματικήν και το λεξικόν. Δεν ανεζήτει τας λέξεις, αλλά με τας ολίγας που εγνώριζεν απέδιδεν ελληνιστί σκέψεις, τας οποίας είχε συλλάβει ιταλιστί».

Από την αφήγηση του Τρικούπη βγαίνει η εξήγηση πως ο Σολωμός δεν ήξερε τα περί διαγραμμάτου ελληνικά, την «φιλολογικήν», την «μακαρονιστικήν γλώσσαν». Εγνώριζε όμως την «μητρικήν γλώσσαν». Κι ο Τρικούπης εξηγεί: «Η γλώσσα την οποίαν εμάθατε μαζί με το μητρικόν γάλα, είναι η ελληνική. Είναι λοιπόν εύκολον να την επαναφέρετε εις την μνήμην σας». Όλο δηλαδή το πρόβλημα για το Σολωμό δεν ήτανε να μάθει ελληνικά, παρά να τα επαναφέρει εις την μνήμην του. Και κυρίως να τα γράψει.

Τη γλώσσα τη μητρική την ήξερε και γι’ αυτό την έγραφε «χωρίς να καταφεύγει εις την γραμματικήν και το λεξικόν». Και την ήξερε τόσο καλά, ώστε μέσα σε μια βδομάδα μαθημάτων της ελληνικής εσύνθεσε το ποίημα της «Ξανθούλας» και μέσα σ’ ένα μήνα τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Αν δεν την ήξερε, δεν θα μπορούσε να την έγραφε τόσο ωραία και τόσο ζωντανά, αλλά και τόσο πλούσια χρωματισμένη, «χωρίς ν’ αναζητεί τας λέξεις»! Και το σπουδαιότερο είναι πως οι στίχοι του έχουνε τόση ποιητικήν υφή, τόση αρμονία και μουσικότητα, που δε θα μπορούσανε να τα έχουν, αν ο ποιητής έγραφε σε ξένη γλώσσα, που δεν ήταν μέσα στο αίμα του. Γιατί η «αρμονία του στίχου», όπως λέγει ο ίδιος στα σημειώματα του «Ύμνου», «δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά ξεχείλισμα της ψυχής». Και λίγο παραπάνω, στην ίδια σημείωση λέγει: «Τούτοι oι κανόνες (οι στιχουργικοί κανόνες) έχουν κάποιες εξαίρεσες, τες οποίες όποιος έχει καλά θρεμμένη με τους κλασικούς την ψυχήν του βάνει εις έργον χωρίς τόσο να συλλογίζεται εις την ίδια στιγμή, που μορφώνει την ύλη».

Ολ’ αυτά αποδείχνουν πως ο Σολωμός ήξερε ελληνικά, όπως κάθε άλλος Έλληνας. Δεν ήξερε όμως και δεν μπορούσε να γράψει, αλλά και τη σιχαινότανε, τη γλώσσα των λογίων. Πρέπει λοιπόν να τελειώσει αυτός ο «μύθος» πως δεν ήξερε ελληνικά, μύθος που τον εκμεταλλευτήκανε όσοι δεν καταλαβαίνανε την ανώτερη ποίηση του Σολωμού ή ζηλεύανε τον ποιητή (Βαλαωρίτης) κι όσοι (γλωσσαμύντορες αυτοί) θέ­λανε να μειώσουνε το μεγάλο πνευματικό κύρος του ποιητή, λέγοντας πως έγραψε στη δημοτική, στη μητρική, στη ζωντανή γλώσσα του λαού, επειδή δεν ήξερε… ελληνικά, «ήτο άπειρος τελέως της ελληνικής γλώσσης». Ενώ, αν «ήτο εγκρατής της ελληνικής γλώσσης», θα έγραφε στην καθαρεύουσα. Ήτανε δηλαδή ένας αποτυχημένος… σοφολογιότατος, επομένως τίποτα!