Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Πάμε θέατρο; Βασιλίσα Μαλίγκινα… Μια ηρωίδα που αξίζει να ανακαλύψουμε

Ένα καλο­και­ρι­νό βρά­δυ, σε μια απο­μο­νω­μέ­νη παρα­λία γεμά­τη σκου­πί­δια και κάτω από το φως των αστε­ριών μια παρέα νέων ανθρώ­πων, αγο­ριών και κορι­τσιών, δια­βά­ζει απο­σπά­σμα­τα από ένα βιβλίο που πολύ σύντο­μα τους οδη­γεί σε συν­δέ­σεις και προ­βλη­μα­τι­σμούς για τις δικές τους ζωές…

Πρό­κει­ται για το μυθι­στό­ρη­μα “Βασι­λί­σα Μαλί­γκι­να” της Αλε­ξά­ντρα Κολο­ντάι, που κυκλο­φο­ρεί από τις εκδό­σεις της Σύγ­χρο­νης Επο­χής, στο οποίο βασί­ζε­ται η θεα­τρι­κή παρά­στα­ση “Αστε­ροει­δής 2467Κ”.

Στον πρό­λο­γό του βιβλί­ου από το Τμή­μα της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισο­τι­μία των Γυναι­κών, επι­ση­μαί­νε­ται: “Είναι από εκεί­να τα λογο­τε­χνι­κά έργα που παρα­κι­νούν το κοι­νό σε δεύ­τε­ρο και τρί­το διά­βα­σμα, για­τί προ­κα­λούν ικα­νο­ποί­η­ση, ερω­τή­μα­τα, νέες σκέ­ψεις και προ­βλη­μα­τι­σμούς, απο­ρί­ες ή και αντιρ­ρή­σεις”.
Φαντα­ζό­μα­στε πως ίσως αυτό συνέ­βη και με τον Θία­σο Αντά­μα, που με αυτόν τον τόσο αξιό­λο­γο και δημιουρ­γι­κό τρό­πο κατά­φε­ραν να το μετα­φέ­ρουν σε μια θεα­τρι­κή παρά­στα­ση που σίγου­ρα αξί­ζει να δούμε…
Άλλω­στε, με αφορ­μή τη συγκε­κρι­μέ­νη παρά­στα­ση, μπο­ρού­με και να ανα­κα­λύ­ψου­με εκ νέου ή και για πρώ­τη φορά και το ίδιο το μυθι­στό­ρη­μα. Να αντλή­σου­με πεί­ρα και διδάγ­μα­τα από την πρω­το­πό­ρα στά­ση της γυναί­κας κομ­μου­νί­στριας, την πορεία χει­ρα­φέ­τη­σής της, τόσο σε συν­θή­κες σοσια­λι­στι­κής οικο­δό­μη­σης, όσο και στις δια­φο­ρε­τι­κές, σύγ­χρο­νες συνθήκες.

Τόσο το ίδιο μυθι­στό­ρη­μα, όσο και η θεα­τρι­κή παρά­στα­ση που προ­σπα­θεί να αγκα­λιά­σει σύγ­χρο­να ερω­τή­μα­τα για την εξέ­λι­ξη των ανθρώ­πι­νων σχέ­σε­ων και τη θέση της γυναί­κας, απο­τε­λούν πηγή πλού­σιων συμπε­ρα­σμά­των και προ­βλη­μα­τι­σμού στην πάλη μας για την απε­λευ­θέ­ρω­ση της γυναί­κας από κάθε κοι­νω­νι­κή καταπίεση.

Λίγα λόγια για την πλοκή του βιβλίου

Στο επί­κε­ντρο είναι η συζυ­γι­κή σχέ­ση ανά­με­σα στην εργά­τρια μπολ­σε­βί­κο Βασι­λί­σα Μαλί­γκι­να και τον εργά­τη ‑μετα­νά­στη στην Αμε­ρι­κή- αναρ­χι­κό Βολό­ντια Ιβά­νο­βιτς, ο οποί­ος επέ­στρε­ψε στη Ρωσία για να πάρει ενερ­γό μέρος στην επα­νά­στα­ση. Εντά­χτη­κε στο Μπολ­σε­βί­κι­κο Κόμ­μα κάτω από την αίγλη της Οκτω­βρια­νής Σοσια­λι­στι­κής Επα­νά­στα­σης το 1917 και την προ­σω­πι­κή επιρ­ροή της Βασι­λί­σα, που η ίδια είναι κομ­μα­τι­κό στέλεχος.
Παρα­κο­λου­θού­με την ανά­λυ­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας και της στά­σης ζωής της ηρω­ί­δας, της Βασι­λί­σα ή Βάσια, που έζη­σε την περί­ο­δο της προ­ε­τοι­μα­σί­ας και νίκης της Οκτω­βρια­νής Σοσια­λι­στι­κής Επα­νά­στα­σης και τα πρώ­τα χρό­νια της σοσια­λι­στι­κής οικοδόμησης.

Οι ήρω­ες της παρά­στα­σης ανα­ρω­τιού­νται: “Πως ήταν τότε, μέσα στις φλό­γες της σοσια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης, οι άνθρω­ποι;”. Και απα­ντούν: “Πολε­μούν. Με πάθος. Με πίστη. Με απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα”.

Σε αυτές τις συν­θή­κες, γεν­νή­θη­κε ο δεσμός της Βάσιας με τον σύντρο­φό της Βολό­ντια. Στη­ρί­χτη­κε στον αμοι­βαίο έρω­τα, σεβα­σμό και θαυ­μα­σμό, στην από­φα­ση να ακο­λου­θή­σουν μαζί τον ίδιο επα­να­στα­τι­κό δρό­μο στη ζωή.
Ο δεσμός αυτός, όμως, αρχί­ζει να φθί­νει, όταν ο Βολό­ντια αρχί­ζει να υπο­τάσ­σει την επα­νά­στα­ση στις δικές του ατο­μι­κές ανά­γκες, όταν οι ατο­μι­κές επι­λο­γές του τον οδη­γούν σε όλο και μεγα­λύ­τε­ρες ταλα­ντεύ­σεις και απο­γοη­τεύ­σεις για την πορεία του στο Κόμμα.
Η πορεία της σκέ­ψης, των διλημ­μά­των, των συναι­σθη­μά­των, των επι­λο­γών της Βασι­λί­σα για την υπερ­νί­κη­ση κάθε ταλά­ντευ­σης στη σκέ­ψη και τη στά­ση της, απέ­να­ντι στον άνθρω­πο που μόνο στο όνο­μα είναι ο ίδιος που αγά­πη­σε κάπο­τε, με την πρώ­τη ματιά φαί­νε­ται να αφο­ρά τη σχέ­ση μετα­ξύ τους, τις αντι­θέ­σεις στις σχέ­σεις των δύο φύλων.
Με τη δεύ­τε­ρη ματιά όμως αφο­ρά κάτι πολύ βαθύ­τε­ρο… Εκφρά­ζει τη δια­πά­λη ανά­με­σα στο «παλιό» και το «και­νούρ­γιο».

Από την αρχή, το πρώ­το εργα­τι­κό κρά­τος στη Σοβιε­τι­κή Ρωσία και αργό­τε­ρα ΕΣΣΔ, σάρω­σε όλους τους νόμους που δια­τη­ρού­σαν και ενί­σχυαν την ανι­σό­τη­τα των δύο φύλων, που υπο­δού­λω­ναν τη γυναί­κα στον άντρα μέσα στην οικο­γέ­νεια. Επι­τέ­λε­σε σπου­δαία άλμα­τα στην οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή, στη νομο­θε­σία. Όμως, «η ισό­τη­τα απέ­να­ντι στο νόμο δεν είναι ακό­μα και ισό­τη­τα στη ζωή» (Λένιν).

Έπρε­πε να γκρε­μι­στούν και όλες οι ανα­χρο­νι­στι­κές, αντι­δρα­στι­κές, σκο­τα­δι­στι­κές και υπο­κρι­τι­κές αντι­λή­ψεις που επι­βί­ω­ναν αιώ­νες πριν στην κοι­νω­νι­κή συνεί­δη­ση, συνή­θεια, συμπε­ρι­φο­ρά και στά­ση ζωής. Ταυ­τό­χρο­να, το επα­να­στα­τι­κό κύμα δεν αφή­νει ανε­πη­ρέ­α­στες τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, τις σχέ­σεις μετα­ξύ των δύο φύλων, ο συναι­σθη­μα­τι­κός δεσμός, η επι­λο­γή για τη δημιουρ­γία οικο­γέ­νειας και παι­διών, που παίρ­νουν νέο περιε­χό­με­νο. Όμως, όλα αυτά δεν γίνο­νται αυτό­μα­τα. Μέσα από το πρό­σω­πο της πρω­τα­γω­νί­στριας, φωτί­ζε­ται, τελι­κά, η προ­σω­πι­κό­τη­τα της γυναί­κας επα­να­στά­τριας που απο­φα­σί­ζει μέσα από ένα δύσβα­το μονο­πά­τι να συνε­χί­σει την πορεία της συμ­βάλ­λο­ντας στη σοσια­λι­στι­κή οικο­δό­μη­ση, στο Κόμ­μα, χωρίς να εξαρ­τά­ται η στά­ση της από τη στά­ση του συντρό­φου της. Η λύτρω­ση, όπως πάντα, έρχε­ται και για την ίδια και για το κοινό.

ℹ️  Πλη­ρο­φο­ρί­ες για την παρά­στα­ση: Θέα­τρο Μικρός Κεραμεικός
Κάθε Παρα­σκευή (21:00) και Σάβ­βα­το (19:00) έως και τις 25-Νοε

“Με εντυ­πω­σί­α­σε η δύνα­μη της πρω­τα­γω­νί­στριας να είναι συνε­πής με τον εαυ­τό της και τις ιδέ­ες της διεκ­δι­κώ­ντας μια σχέ­ση ειλι­κρί­νειας, αγά­πης και συντρο­φι­κό­τη­τας που όταν δεν βρί­σκει αντα­πό­κρι­ση από το σύζυ­γο- σύντρο­φο ‑φίλο ‑ερα­στή, και παρά τα δικά της αισθή­μα­τα, βρί­σκει τη δύνα­μη να φύγει. Και μάλι­στα μέσα στις δύσκο­λες συν­θή­κες που ζού­σε τότε… Μια επι­λο­γή που είναι και σήμε­ρα δύσκο­λη καθώς δεν μπο­ρείς καλά-καλά να συντη­ρή­σεις το εαυ­τό σου, πόσο μάλ­λον ένα σπί­τι, μια οικο­γέ­νεια, ή να κάνεις ένα παι­δί και συχνά εγκλω­βί­ζε­σαι σε σχέ­σεις που έχει χαθεί η συντρο­φι­κό­τη­τα και δεν έχεις τη δύνα­μη να φύγεις, δεν είσαι ειλι­κρι­νής απέ­να­ντι στον εαυ­τό σου και στον άνθρω­πο που κάπο­τε αγά­πη­σες…» μας λέει η δημιουρ­γός για την επι­λο­γή του έργου με μια ηρω­ί­δα που στά­θη­κε με αξιο­πρέ­πεια σε μία επο­χή όπου η γυναί­κα αγω­νι­ζό­ταν να κατα­κτή­σει τη θέση της”

“Πόσα είναι άρα­γε τα αστέ­ρια; Τι έχει ήδη γρα­φτεί πάνω τους και αντι­κα­το­πτρί­ζε­ται στο σήμε­ρα; Ένα ανοι­χτό εισι­τή­ριο για την αλλα­γή.” Μια παρέα φίλων δια­βά­ζει την ιστο­ρία ενός έρω­τα που γεν­νή­θη­κε έναν αιώ­να πριν, στα χρό­νια της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, μαθαί­νο­ντας και σχο­λιά­ζο­ντας όλα όσα έμει­ναν ανε­ξί­τη­λα στην ιστορία.

Ο Θία­σος Αντά­μα, μετά την πρό­σφα­τη επι­τυ­χία της παρά­στα­σης “Χορεύ­ε­τε;”, επι­στρέ­φει με ένα νέο, ανα­τρε­πτι­κό έργο που έρχε­ται να αγκα­λιά­σει σύγ­χρο­να ερω­τή­μα­τα για την εξέ­λι­ξη των ανθρώ­πι­νων σχέ­σε­ων και τη θέση της γυναί­κας. Τι έχει αλλά­ξει στις σχέ­σεις των δυο φύλων; Πώς έχει δομη­θεί ο ρόλος της γυναί­κας στη σύγ­χρο­νη κοι­νω­νία με την πάρο­δο εκα­τό χρό­νων; Και πώς η σπει­ροει­δής εξέ­λι­ξη της κοι­νω­νί­ας αντα­να­κλά­ται στην ποιό­τη­τα των σχέσεων;

Ένα καλο­και­ρι­νό βρά­δυ, σε μια απο­μο­νω­μέ­νη παρα­λία γεμά­τη σκου­πί­δια, μια παρέα δια­βά­ζει απο­σπά­σμα­τα από ένα βιβλίο που πολύ σύντο­μα τους οδη­γεί σε συν­δέ­σεις και προ­βλη­μα­τι­σμούς για τις δικές τους ζωές. Τους γεν­νά την ανά­γκη να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν κάθε άτα­κτα πετα­μέ­νο αντι­κεί­με­νο, να το βάλουν σε τάξη, να το κάνουν ξανά λει­τουρ­γι­κό και στα νέα δεδο­μέ­να να συν­θέ­σουν από την αρχή τις συν­θή­κες γύρω τους και συνα­κό­λου­θα να αλλά­ξουν προ­ο­δευ­τι­κά τις δικές τους σχέ­σεις. Να βρε­θούν σε σχέ­σεις που τους εξε­λίσ­σουν και τους φέρ­νουν κοντά στο ανθρώ­πι­νο στοι­χείο. Πότε και πώς θα γίνει αυτό; Η απά­ντη­ση στο κοινό.

Ο Θία­σος Αντά­μα προ­σκα­λεί σε ένα ταξί­δι στο χρό­νο, για να διε­ρευ­νή­σου­με και να ανα­κα­λύ­ψου­με μαζί όσα κάπο­τε ήταν ανε­πε­ξέρ­γα­στα και σήμε­ρα παρα­μέ­νουν ανα­πά­ντη­τα, αλλά δεν θα μεί­νουν για πάντα στατικά.

Κεί­με­νο / Σκη­νο­θε­σία: Γεωρ­γία Καούκη
Ερμη­νεύ­ουν: Δανάη Αλυ­σαν­δρά­του, Κατε­ρί­να Καϊ­μά, Συμε­ών Κωστά­κο­γλου, Άρης Μπα­τα­γιάν­νης, Ειρή­νη Λιγά­του, Βιβή Τάγαρη
Βοη­θός σκη­νο­θέ­τη / Οργά­νω­ση παρα­γω­γής: Ασπα­σία Μπατατόλη
Επι­μέ­λεια κίνη­σης: Λαμπρι­νή Γκόλια
Πρω­τό­τυ­πη μου­σι­κή σύν­θε­ση: Δημή­τρης Ανδρονιάδης
Σκη­νι­κά / Κοστού­μια: Βίκυ Πάντζιου
Σχε­δια­σμός φώτων: Χρι­στί­να Φυλακτοπούλου
Βίντεο: Άκης Βαλεργάκης

Μικρός Κερα­μει­κός (Ευμολ­πι­δών 13, Τηλ.: 2103454831, 6982373658, 6976021249). Κάθε Παρα­σκευή στις 21:00 και Σάβ­βα­το 19:00, μέχρι τις 24/11. Διάρ­κεια 75′. Εισι­τή­ρια 10–14€.

Αλεξάνδρα Μ. Κολοντάϊ
«Βασιλίσα Μαλίγκινα»
Η πάλη του νέου ενάντια στο παλιό 
στις σχέσεις των δύο φύλων 
μέσα στη φωτιά της επανάστασης

Ένα ενδια­φέ­ρον λογο­τε­χνι­κό έργο με ιστο­ρι­κό υπό­βα­θρο κυκλο­φό­ρη­σε από τη «Σύγ­χρο­νη Επο­χή», ιδιαί­τε­ρα πυκνό και αφαι­ρε­τι­κό στα ιστο­ρι­κά γεγο­νό­τα και στις εξε­λί­ξεις. Πρό­κει­ται για το «Βασι­λί­σα Μαλί­γκι­να» της Αλε­ξάν­δρας Κολο­ντάι. Είναι από εκεί­να τα βιβλία που σε παρα­κι­νούν σε δεύ­τε­ρη και τρί­τη ανά­γνω­ση. Η πλο­κή του έργου έχει στο επί­κε­ντρο τη συζυ­γι­κή σχέ­ση ανά­με­σα στην μπολ­σε­βί­κα εργά­τρια Βασι­λί­σα Μαλί­γκι­να και τον αναρ­χι­κό εργά­τη Βολό­ντια Ιβά­νο­βιτς, μετα­νά­στη στην Αμε­ρι­κή, ο οποί­ος επέ­στρε­ψε στη Ρωσία για να πάρει ενερ­γό μέρος στην επα­νά­στα­ση και εντά­χθη­κε στους μπολ­σε­βί­κους, κάτω από την αίγλη της Οκτω­βρια­νής Σοσια­λι­στι­κής Επα­νά­στα­σης και την προ­σω­πι­κή επιρ­ροή της Βασιλίσα.
Μέσα από τις σελί­δες του βιβλί­ου, η συγ­γρα­φέ­ας ανα­λύ­ει την προ­σω­πι­κό­τη­τα και τη στά­ση ζωή της κεντρι­κής ηρω­ί­δας, της Βασι­λί­σα ή Βάσιας, που έζη­σε την περί­ο­δο της προ­ε­τοι­μα­σί­ας και νίκης της Οκτω­βρια­νής Σοσια­λι­στι­κής Επα­νά­στα­σης, αλλά και τα πρώ­τα χρό­νια της σοσια­λι­στι­κής οικοδόμησης.
Ανα­δει­κνύ­ε­ται η πορεία που διέ­τρε­ξε για την υπερ­νί­κη­ση κάθε ταλά­ντευ­σης στη σκέ­ψη και στη στά­ση της, όταν ήρθε αντι­μέ­τω­πη με το δίλημ­μα αν μπο­ρεί να συνε­χί­σει τη συζυ­γι­κή της σχέ­ση εφό­σον εκτι­μού­σε ότι ο άνθρω­πος με τον οποίο είχε στε­νά συν­δέ­σει τη ζωή της τις φλο­γι­σμέ­νες μέρες του Οκτώ­βρη του 1917 πλέ­ον δεν αντι­προ­σώ­πευε τον συν­δυα­σμέ­νο ρόλο του συντρό­φου — φίλου — εραστή.

Προ­βάλ­λο­νται τα διλήμ­μα­τα, η συναι­σθη­μα­τι­κή και συνει­δη­σια­κή πορεία της ηρω­ί­δας, όταν ο δεσμός της — που στη­ρι­ζό­ταν στον αμοι­βαίο έρω­τα και σεβα­σμό, στην από­φα­ση να ακο­λου­θή­σουν τον ίδιο επα­να­στα­τι­κό δρό­μο στη ζωή — άρχι­σε να διαρ­ρη­γνύ­ε­ται, όταν ο σύντρο­φός της υπέ­τα­ξε την επα­νά­στα­ση στις δικές του ατο­μι­κές ανά­γκες, όταν οι επι­λο­γές του τον οδή­γη­σαν σε όλο και μεγα­λύ­τε­ρες ταλα­ντεύ­σεις και απο­γοη­τεύ­σεις για την πορεία του στο Κόμ­μα. Σε ένα πρώ­το επί­πε­δο, η σχέ­ση μετα­ξύ των δύο χαρα­κτή­ρων του έργου αντα­να­κλά τις αντι­θέ­σεις στις σχέ­σεις μετα­ξύ των δύο φύλων. Βαθύ­τε­ρα, εκφρά­ζει τη δια­πά­λη ανά­με­σα στο «παλιό», που είχε δεχτεί θανα­τη­φό­ρο πλήγ­μα και ψυχορ­ρα­γού­σε, και στο «βρέ­φος» που γεν­νή­θη­κε, δια­πά­λη η οποία πήρε εξαι­ρε­τι­κά οξυ­μέ­νες δια­στά­σεις την περί­ο­δο που ξεδι­πλώ­νε­ται το έργο, κυρί­ως την πεντα­ε­τία 1917 — 1922.

Μέσα από την κεντρι­κή ηρω­ί­δα, τη Βασι­λί­σα, η Αλε­ξάν­δρα Κολο­ντάι σαφώς υπε­ρα­σπί­ζε­ται τις σοσια­λι­στι­κές σχέ­σεις, τις επα­να­στα­τι­κές ιδέ­ες για την οργά­νω­ση ενός νέου τρό­που ζωής. Ανα­δει­κνύ­ει την ασυμ­βί­βα­στη πάλη της ηρω­ί­δας του έργου με τις κοι­νω­νι­κές και ιδε­ο­λο­γι­κές συνέ­πειες της ΝΕΠ, αλλά και την προ­σπά­θεια που κατέ­βα­λε για χρό­νια ώστε να μην παρα­δο­θεί ο σύντρο­φος, φίλος και ερα­στής της στον ολι­σθη­ρό δρό­μο της υπό­κλι­σης στη συνή­θεια του καπι­τα­λι­στι­κού παρελ­θό­ντος, στο δέλε­αρ μιας πιο άνε­της προ­σω­πι­κής ζωής.
Μέσα από τις σελί­δες του έργου φωτο­γρα­φί­ζε­ται η επι­βί­ω­ση και ανα­βί­ω­ση αστι­κών και μικρο­α­στι­κών αντι­λή­ψε­ων στη συνεί­δη­ση και συμπε­ρι­φο­ρά ακό­μα και επα­να­στα­τών, που συνερ­γά­ζο­νταν με αστούς βιο­μή­χα­νους και εμπό­ρους, μεσά­ζο­ντες, οι οποί­οι ήλπι­ζαν στην ανά­κτη­ση της ατο­μι­κής — καπι­τα­λι­στι­κής ιδιο­κτη­σί­ας τους στα μέσα παρα­γω­γής μέσω των προ­σω­ρι­νών εκχω­ρή­σε­ων σε ορι­σμέ­νες επιχειρήσεις.
Με αρι­στο­τε­χνι­κό τρό­πο, η Αλ. Κολο­ντάι φωτί­ζει τις ταλα­ντεύ­σεις της μπολ­σε­βί­κας εργά­τριας μπρο­στά στις δοκι­μα­σί­ες και στην απο­γο­ή­τευ­ση που έφερ­ναν η στά­ση ζωής του συντρό­φου της, αλλά και η δυσκο­λία, τα πισω­γυ­ρί­σμα­τα στη στρά­τευ­ση ενός μέρους των εργα­τι­κών και λαϊ­κών δυνά­με­ων με τις νέες οικο­νο­μι­κές, κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­κές συν­θή­κες της σοσια­λι­στι­κής οικοδόμησης.

Η λύτρω­ση από τις σκιές πάνω στην μπολ­σε­βί­κι­κη συνεί­δη­σή της έρχε­ται — έχο­ντας η ίδια κατα­κτή­σει μεγα­λύ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή και πολι­τι­κή πεί­ρα — ακο­λου­θώ­ντας το δρό­μο της συνει­δη­τής έντα­ξης στην υπό­θε­ση της σοσια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης, με τη δημιουρ­γι­κή προ­σπά­θεια να βρί­σκει τους κατάλ­λη­λους τρό­πους και τις μεθό­δους για το ξεπέ­ρα­σμα των δυσκο­λιών, με όπλο τη συντρο­φι­κό­τη­τα και την αλλη­λεγ­γύη που ένιω­θε για τους εργά­τες, τη φτωχολογιά.
Δεν έχα­νε το δυνα­μι­σμό και την αφο­σί­ω­σή της στον κύριο στό­χο, ακό­μα και όταν αντι­με­τώ­πι­ζε πικρί­ες και απο­γοη­τεύ­σεις από κομ­μα­τι­κά στε­λέ­χη και καθο­δη­γη­τές που είχαν μεί­νει πίσω από τις απαι­τή­σεις της σοσια­λι­στι­κής οικο­δό­μη­σης ή φοβού­νταν το «και­νο­τό­μο» στις δια­προ­σω­πι­κές και οικο­γε­νεια­κές σχέ­σεις. Περι­γρά­φο­ντας ορι­σμέ­νους ανθρώ­πι­νους χαρα­κτή­ρες, η Αλ. Κολο­ντάι ανα­δει­κνύ­ει το ρόλο της ταξι­κής προ­έ­λευ­σης και έντα­ξης στην επα­να­στα­τι­κή αντο­χή, ιδιαί­τε­ρα σε περιό­δους που αυξά­νο­νται από­το­μα οι ανά­γκες του ταξι­κού αγώ­να, στη σύγκρου­ση με το «παλιό», που αντι­στέ­κε­ται και για ένα διά­στη­μα επιβιώνει.

Από την αρχή μέχρι το τέλος το βιβλίο δια­πνέ­ε­ται από τη σημα­σία της αλλα­γής της συνεί­δη­σης των μαζών ως συνει­δη­τών παρα­γω­γών του κοι­νω­νι­κού προ­ϊ­ό­ντος και πρω­τα­γω­νι­στών στην οικο­δό­μη­ση της νέας κοι­νω­νί­ας. Το νεα­ρό σοβιε­τι­κό κρά­τος δεν είχε να συντρί­ψει μόνο το καπι­τα­λι­στι­κό παρελ­θόν, αλλά και τις προ­κα­πι­τα­λι­στι­κές επι­βιώ­σεις. Επι­δρού­σε η πορεία αντι­με­τώ­πι­σης αντι­θέ­σε­ων που κλη­ρο­νο­μή­θη­καν από τον καπι­τα­λι­σμό, όπως ανά­με­σα στην πόλη και το χωριό, στην επι­τε­λι­κή και την εκτε­λε­στι­κή δου­λειά, στη σχέ­ση του ατό­μου με την κολε­κτί­βα, αλλά και υπο­κει­με­νι­κών λαθών, αδυ­να­μιών, φαι­νο­μέ­νων υπο­τί­μη­σης ορι­σμέ­νων προ­βλη­μά­των που σχε­τί­ζο­νταν με την ανά­πτυ­ξη κομ­μου­νι­στι­κής συνείδησης.

Η συγ­γρα­φέ­ας, μέσα από το πρό­σω­πο της Βάσιας, χωρίς ίχνος επα­να­στα­τι­κού καθη­κο­ντο­λο­γί­ου και ηθι­κο­λο­γι­κού κηρύγ­μα­τος για τη γυναι­κεία ισο­τι­μία, φωτί­ζει τη γυναί­κα επα­να­στά­τρια που απο­φα­σί­ζει μέσα από ένα δύσβα­το μονο­πά­τι να συνε­χί­σει την πορεία της συμ­βάλ­λο­ντας στη σοσια­λι­στι­κή οικο­δό­μη­ση, χωρίς να εξαρ­τά­ται η στά­ση της από τη στά­ση του συντρό­φου της. Η σημα­σία του έργου «Βασι­λί­σα Μαλί­γκι­να», αλλά και ο ποιο­τι­κός — επα­να­στα­τι­κός χαρα­κτή­ρας ορι­σμέ­νων μέτρων που περι­γρά­φο­νται, όπως η υπο­χρε­ω­τι­κό­τη­τα συμ­με­το­χής στην κοι­νω­νι­κή εργα­σία για άντρες και γυναί­κες, μπο­ρούν να ανα­δει­χθούν τοπο­θε­τώ­ντας τα στην ιστο­ρι­κή τους διά­στα­ση, στη Ρωσία του 1920.

Η ιστο­ρι­κή πεί­ρα της σοσια­λι­στι­κής οικο­δό­μη­σης τον 20ό αιώ­να απέ­δει­ξε ότι το πρώ­το εργα­τι­κό κρά­τος που δια­μορ­φώ­θη­κε στη Σοβιε­τι­κή Ρωσία σάρω­σε όλους τους παλιούς νόμους που δια­τη­ρού­σαν και ενί­σχυαν την ανι­σό­τη­τα των δύο φύλων, που υπο­δού­λω­ναν τη γυναί­κα στον άντρα μέσα στην οικο­γέ­νεια, και επι­τέ­λε­σε σπου­δαία άλμα­τα στην οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή, αλλά και στη νομο­θε­σία για να θεμε­λιώ­σει αυτό το επα­να­στα­τι­κό έργο. Όπως δια­πί­στω­νε ο Λένιν, «η ισό­τη­τα απέ­να­ντι στο νόμο δεν είναι ακό­μα και ισό­τη­τα στη ζωή». Το κύριο έργο δηλα­δή της σοσια­λι­στι­κής εξου­σί­ας, μαζί με τις νομι­κές ρυθ­μί­σεις, που έρχο­νται σε αυτήν τη φάση όχι ως επι­στέ­γα­σμα, αλλά ως πρώ­το βήμα, είναι η ανα­μόρ­φω­ση συνο­λι­κά της κοι­νω­νί­ας, που θα δώσει νέο περιε­χό­με­νο στις σχέ­σεις μετα­ξύ των φύλων, στον συναι­σθη­μα­τι­κό δεσμό τους, στην επι­λο­γή για δημιουρ­γία οικο­γέ­νειας και παιδιών.
Οι νέες αξί­ες και αντι­λή­ψεις απο­κρυ­σταλ­λώ­νο­νται στα­δια­κά με την πάλη ενά­ντια στο «παλιό», στο βαθ­μό που εδραιώ­νο­νται οι κομ­μου­νι­στι­κές σχέ­σεις. Σε αυτήν τη βάση επα­να­στα­τι­κο­ποιού­νται οι από­ψεις για τις σχέ­σεις των δύο φύλων, για τις σχέ­σεις ανθρώ­που προς άνθρω­πο, όπως και όλα τα αισθή­μα­τα και οι ιδέ­ες των ανθρώ­πων. Παρεμ­βάλ­λο­νται νέοι κανό­νες ανά­με­σα στις υπο­χρε­ώ­σεις του ατό­μου απέ­να­ντι στην κοι­νω­νία, που οδη­γούν στην επα­να­στα­τι­κο­ποί­η­ση των σχέ­σε­ων και μέσα στην οικογένεια.

Η δια­δι­κα­σία αυτή δημιουρ­γεί τη βάση για την πραγ­μα­τι­κή ανα­γέν­νη­ση των σχέ­σε­ων μετα­ξύ των δύο φύλων, των συναι­σθη­μα­τι­κών και οικο­γε­νεια­κών δεσμών που ανα­πτύσ­σουν. Πρό­κει­ται για το γόνι­μο έδα­φος για την ελεύ­θε­ρη ανά­πτυ­ξη των αμοι­βαί­ων σχέ­σε­ων μετα­ξύ άντρα και γυναί­κας. Το ζήτη­μα της επι­λο­γής συμ­βί­ω­σης ενός ζευ­γα­ριού γίνε­ται απο­κλει­στι­κά ιδιω­τι­κή υπό­θε­ση. Δεν επη­ρε­ά­ζε­ται από άλλους παρά­γο­ντες, και γι’ αυτό διαρ­κεί για όσο και­ρό διαρ­κεί η έλξη. Το μονα­δι­κό «ελα­τή­ριο» είναι η αμοι­βαία αγά­πη. Πρό­κει­ται για σύν­θε­τα κοι­νω­νι­κά ζητή­μα­τα, που απα­σχό­λη­σαν και τον ίδιο τον Λένιν. Οπως απο­τυ­πώ­νε­ται στις συνο­μι­λί­ες του με την Κλά­ρα Τσέτ­κιν, ασκού­σε κρι­τι­κή σε από­ψεις που ανα­πτύσ­σο­νταν και υπο­στή­ρι­ζαν ότι στην κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία η ικα­νο­ποί­η­ση των σεξουα­λι­κών πόθων θα ήταν κάτι τόσο απλό και ασή­μα­ντο, «σαν να πίνεις νερό». Εξέ­φρα­σε την αντί­θε­σή του σε αντι­λή­ψεις που συνέ­δε­αν απευ­θεί­ας και απο­κλει­στι­κά το ζήτη­μα του έρω­τα, των δια­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων, με την οικο­νο­μι­κή βάση. Θεω­ρού­σε ότι συν­δε­ό­ταν και με τις αλλα­γές στο ιδε­ο­λο­γι­κό, πολι­τι­κό και νομι­κό εποι­κο­δό­μη­μα της κοι­νω­νί­ας, με τις αλλα­γές στις συν­θή­κες ζωής των γυναικών.

Όμως, η πάλη του νέου ενά­ντια στο παλιό είναι μια αργή και βασα­νι­στι­κή πορεία εμφά­νι­σης και εξα­φά­νι­σης, καθώς οι επα­να­στα­τι­κές αλλα­γές στην οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή επι­δρούν με ορι­σμέ­νη καθυ­στέ­ρη­ση στη συνεί­δη­ση και στις εδραιω­μέ­νες για αιώ­νες αντι­λή­ψεις. Η συγ­γρα­φέ­ας μέσα από το έργο προ­βάλ­λει τη δημιουρ­γία κοι­νο­βια­κών σπι­τιών, γενι­κά μορ­φών κοι­νο­βια­κής ζωής, προ­κει­μέ­νου να απαλ­λα­γεί η γυναί­κα από τις κοπια­στι­κές και άχα­ρες δου­λειές του ατο­μι­κού νοι­κο­κυ­ριού, με βασι­κό κρι­τή­ριο και προ­ϋ­πό­θε­ση τη συνει­δη­τή συμ­με­το­χή της στη σοσια­λι­στι­κή εργασία.
Ταυ­τό­χρο­να, μέσα από τις περι­γρα­φές της κεντρι­κής ηρω­ί­δας αχνο­φαί­νε­ται η προ­σπά­θεια τα κοι­νο­βια­κά σπί­τια να υπη­ρε­τή­σουν κι έναν άλλο σκο­πό: Την κατά­κτη­ση της συλ­λο­γι­κό­τη­τας στις συν­θή­κες ζωής, σπά­ζο­ντας το φράγ­μα της στε­νά ατο­μι­κής — οικο­γε­νεια­κής ζωής ως κυτ­τά­ρου της κοι­νω­νί­ας, όπως ανα­πα­ρά­γε­ται από την αστι­κή αντίληψη.

Στο συγκε­κρι­μέ­νο λογο­τε­χνι­κό έργο το κοι­νο­βια­κό σπί­τι απέ­τυ­χε, όπως ομο­λο­γεί θλιμ­μέ­να η Βασι­λί­σα. Αυτό δεν αναι­ρεί τα πρω­το­πό­ρα και και­νο­τό­μα μηνύ­μα­τα του συγκε­κρι­μέ­νου εγχει­ρή­μα­τος. Ανα­δει­κνύ­ει ότι στις συγκε­κρι­μέ­νες ιστο­ρι­κές, οικο­νο­μι­κές, κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­κές συν­θή­κες δεν είχε ωρι­μά­σει η απο­δο­χή ενός νέου τρό­που ζωής.

Οι όποιες μορ­φές κολε­κτι­βι­στι­κής ζωής και κοι­νω­νι­κών υπο­δο­μών — υπη­ρε­σιών για τη φρο­ντί­δα των παι­διών, του ατο­μι­κού νοι­κο­κυ­ριού, οι νέες ιδέ­ες που γεν­νή­θη­καν και δοκι­μά­στη­καν — άλλες ανα­πτύ­χθη­καν, άλλες εγκα­τα­λεί­φθη­καν ή αφυ­δα­τώ­θη­καν στην πορεία της σοσια­λι­στι­κής οικο­δό­μη­σης — δεν πρέ­πει να μεί­νουν έξω από τον σύγ­χρο­νο προ­βλη­μα­τι­σμό και την έρευ­να. Είναι ζήτη­μα βαθύ­τε­ρης μελέ­της και διε­ρεύ­νη­σης τα κρι­τή­ρια της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας των νομι­κών, πολι­τι­κών και πολι­τι­στι­κών μέτρων της εργα­τι­κής εξου­σί­ας για την απε­λευ­θέ­ρω­ση της γυναί­κας από τη «σκλα­βιά του ατο­μι­κού νοι­κο­κυ­ριού» της. Απο­τε­λεί πολύ­τι­μο δίδαγ­μα στις σύγ­χρο­νες συν­θή­κες ότι το παλιό, το σάπιο και το ξεπε­ρα­σμέ­νο έχει αντο­χή μέσα στο χρό­νο, ενι­σχύ­ε­ται από την υπο­χώ­ρη­ση του εργα­τι­κού και ιδιαί­τε­ρα του κομ­μου­νι­στι­κού κινή­μα­τος, από τη γενι­κευ­μέ­νη ανα­τρο­πή της σοσια­λι­στι­κής οικο­δό­μη­σης στον 20ό αιώνα.

Κρα­τώ­ντας ο ανα­γνώ­στης και η ανα­γνώ­στρια και ενδε­χό­με­νες επι­φυ­λά­ξεις τους, αξί­ζει να προ­βλη­μα­τι­στούν πάνω στα ερω­τή­μα­τα και τις σκέ­ψεις που προ­κρί­νει το παρόν λογο­τε­χνι­κό έργο της Αλ. Κολο­ντάι, για­τί απη­χεί, χωρίς μηδε­νι­σμό και ωραιο­ποι­ή­σεις, το τιτά­νιο έργο που ξεκί­νη­σε η Οκτω­βρια­νή Σοσια­λι­στι­κή Επανάσταση

Βιο­γρα­φι­κό της Συγγραφέα

Η Αλε­ξάν­δρα Μιχάι­λοβ­να Κολο­ντάι γεν­νή­θη­κε το Μάρ­τη του 1872 στην Αγ. Πετρού­πο­λη και πέθα­νε στις 9.3.1952 στη Μόσχα. Κόρη στρα­τη­γού. Υπήρ­ξε αγω­νί­στρια του ρωσι­κού επα­να­στα­τι­κού κινή­μα­τος, μέλος του ΣΔΕΚΡ από το 1906, ενταγ­μέ­νη στους μεν­σε­βί­κους, προ­σχώ­ρη­σε στους μπολ­σε­βί­κους από το 1915.
Μετά από την επα­νά­στα­ση του Φλε­βά­ρη του 1917, έγι­νε μέλος της Εκτε­λε­στι­κής Επι­τρο­πής του Σοβιέτ της Πετρού­πο­λης. Ήταν αντι­πρό­σω­πος στο 1ο Συνέ­δριο των Σοβιέτ κι εκλέ­χτη­κε ως εκπρό­σω­πος των μπολ­σε­βί­κων στην Κεντρι­κή Εκτε­λε­στι­κή Επιτροπή.

Πήρε μέρος στη σύνο­δο της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ.) στις 23.10.1917 που απο­φά­σι­σε την οργά­νω­ση της εξέ­γερ­σης. Ήταν επί­σης αντι­πρό­σω­πος στο 2ο Συνέ­δριο των Σοβιέτ τον Οκτώ­βρη του 1917 κι εκλέ­χτη­κε μέλος της Κεντρι­κής Εκτε­λε­στι­κής Επι­τρο­πής, ενώ συμ­με­τεί­χε στην πρώ­τη σοβιε­τι­κή κυβέρ­νη­ση ως λαϊ­κή επί­τρο­πος για την Κοι­νω­νι­κή Πρό­νοια. Το 1918 παραι­τή­θη­κε από το Συμ­βού­λιο των Λαϊ­κών Επι­τρό­πων λόγω των «αρι­στε­ρών κομ­μου­νι­στι­κών» της θέσε­ων, αλλά αργό­τε­ρα ανα­γνώ­ρι­σε τα λάθη της. Το 1920 ήταν επι­κε­φα­λής του Γυναι­κεί­ου Τμή­μα­τος της ΚΕ του ΚΚΡ (μπ.). Στη διάρ­κεια της συζή­τη­σης για τα συν­δι­κά­τα, η Κολο­ντάι πήρε τη θέση της αντι­κομ­μα­τι­κής ομά­δας Εργα­τι­κή Αντιπολίτευση.

Το 1921–22 ήταν γραμ­μα­τέ­ας της Παγκό­σμιας Γραμ­μα­τεί­ας Γυναι­κών, οργά­νω­σης της Κομι­ντέρν. Ήταν η πρώ­τη γυναί­κα πρε­σβευ­τής στον κόσμο, υπη­ρε­τώ­ντας από το 1923 ως Σοβιε­τι­κή εκπρό­σω­πος κι εμπο­ρι­κή αντι­πρό­σω­πος στη Νορ­βη­γία το 1926, στο Μεξι­κό ως ακό­λου­θος πρε­σβεί­ας και στη Σου­η­δία ως πρε­σβευ­τής (1930–45). Μετά από το 1945 ήταν σύμ­βου­λος του υπουρ­γεί­ου Εξω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων της ΕΣΣΔ.

Έγρα­ψε αρκε­τά βιβλία και άρθρα, στα οποία ασχο­λεί­ται κυρί­ως με το γυναι­κείο επα­να­στα­τι­κό κίνημα.

Με πλη­ρο­φο­ρί­ες από Ριζο­σπά­στη (Θανά­σης Λεκάτης)
& Οδη­γη­τή Νοε 2023

 

 

 

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο