Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Πάνος Αλεπλιώτης: Μετεπιβίβαση

Όσοι είχαν  ξεκινήσει από το χωριό για την πόλη άλλαζαν λεωφορείο και μια και δυο φορές. Μερικοί είχαν πάει πιο μακριά με τρένο και ήξεραν και άλλους που πήραν και αεροπλάνο. Είχαν ακούσει πως αρκετές φορές υπάρχει μετεπιβίβαση και ανταπόκριση και μας τα έλεγαν και κάναμε χαμογελαστοί εικόνες.

Κατεβαίνεις από το μέσον που ταξιδεύεις και περιμένεις να έρθει το επόμενο λεωφορείο, τρένο, καράβι ή αεροπλάνο να σε πάει στον τελικό προορισμό σου. Περιμένεις σε ένα σταθμό. Με κτίριο, υπόστεγο, τουαλέτα, αναψυκτήριο.

Καμιά φορά προκύπτουν θέματα όπως βλάβες, άσχημος καιρός, ασυνεννοησία και χάνεις το επόμενο. Η εταιρία, αφού έχεις πληρώσει εισιτήριο, πρέπει να σου εξασφαλίσει την διανυκτέρευση, να σου πληρώσει το φαγητό σου και μερικές φορές να σου δώσει και αποζημίωση.

Δεν βλέπει, τι χρώμα έχεις, τι φοράς, αν είσαι όμορφος, άσχημος, κοντός, ψηλός, χοντρός ή μοντέλο, γέρος ή παιδί.

Μερικές φορές οι γέροι πληρώνουν μειωμένο και τα παιδιά ταξιδεύουν τζάμπα. Όταν υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις δημιουργούνται νεύρα, αγωνίες, διαφωνίες, φωνές, ζητούνται εξηγήσεις, η ίδια ερώτηση παντού και ξανά και ξανά. Πότε θα φύγουμε; Ιδιαίτερα στα παιδιά.

Ψάχνουν συνήθως για τον υπεύθυνο, κάποιον υπάλληλο. Δεν ξέρει πολλές φορές. Δεν ξέρει!!! Και ποιος ξέρει;

Η Εταιρία ξέρει.

Η Εταιρία θα ειδοποιήσει, θα ξέρουν οι υπάλληλοι και θα ξέρουμε κι εμείς που στοιβιαζόμαστε στον σταθμό μετεπιβίβασης. Μέχρι τότε περιμένουμε. Έτσι και γω περιμένω να μου πει η Εταιρία!

Η Εταιρία έχει πολλούς πελάτες να σκεφτεί.. Οι μέρες περνάνε, οι εβδομάδες, μήνες… και καμία πληροφόρηση δεν έχουμε.

Έρχονται κι άλλοι πολλοί, πάρα πολλοί, γέροι, παιδιά, άλλος θέλει φάρμακα, άλλος Νοσοκομείο, τα παιδιά Σχολείο.

Στον σταθμό δεν χωράμε πια. Η Εταιρία μας μεταφέρει σε μια αποθήκη, άλλους σε ένα παλιό στρατόπεδο, άλλους τους δίνει σκηνές, δεν φτάνουν τα κτίρια για όλους.

Καταλαβαίνω μέσα- μέσα πως ήρθα σε μια περίεργη τοποθεσία αναμονής για την μετεπιβίβαση.

Προχθές  πέταξαν μια γουρουνοκεφαλή πάνω από τον τοίχο που μας περιβάλλει. Μια άλλη μέρα πέταξαν πέτρες και ένα βαρελότο να μας κάψουν. Το σχολείο έκλεισε κάποιες μέρες γιατί δεν θέλουν εκεί τα παιδιά μου.

Το νερό δεν φτάνει, τρεις ώρες την ημέρα μόνο, στην τουαλέτα με την σειρά, ρεύμα δεν έχουμε πάντα.

Λείπουν τα τρόφιμα, τα ρούχα, οι κουβέρτες. Μου λείπουν οι άνθρωποι. Χάνω τα παιδιά μου σιγά σιγά. Είναι θυμωμένα μαζί μου που τα πήρα και φύγαμε.

Ελπίζω κάποτε να καταλάβουν πως δεν μπορούσα μόνη να τα βάλω με τον Στρατό και τους αλητοπολέμαρχους.

Αυτά τουλάχιστον πηγαίνουν στο Σχολείο, όταν πηγαίνουν. Εγώ κάθομαι στην σκηνή και περιμένω.

Πότε θυμώνουμε και κάνουμε διαμαρτυρίες, πότε μαλώνουμε μεταξύ μας, για την θρησκεία, για τις γυναίκες, για τις χώρες μας..

Περιμένω κάποια χώρα στην Ευρώπη να με δεχτεί. Ή να μείνω σαυτή την χώρα που ήρθα, μακριά όμως από την σκηνή και το στρατόπεδο.

Να μένω σε γειτονιά με ανθρώπους.

Κανένας όμως δεν μας θέλει πια. Τι κάνουμε εδώ; Απλά ζούμε και ελπίζουμε ακούγοντας ειδήσεις που στο τέλος είναι όλα ψέμματα..

Πέρασα όμως από την Σομαλία με τα πόδια απέναντι στην Υεμένη και από κει άκρη άκρη μέσα στην έρημο πέρασα όλη την Σαουδική Αραβία και έφτασα στην χερσόνησο του Σινά. Μήνες περπατούσα.

Παντού πλήρωνα εισιτήριο. Πλήρωνα για να περάσω από τους Βεδουίνους, τους τοπικούς οπλαρχηγούς, από τους δουλεμπόρους, τον καπετάνιο του σαπιοκάραβου να με περάσει στην Τουρκία και από κει τον άλλο καπετάνιο να με περάσει στην Σάμο.

Πλήρωνα ακριβά και έβλεπα γύρω μου αυτούς που δεν είχαν να πληρώσουν να γίνονται σκλάβοι, να τους παίρνουν οι σωματέμποροι, μικρά κορίτσια πανάθεμα τους, να τους παίρνουν οι Βεδουίνοι να δώσουν τα όργανα τους σε πλούσιους του κόσμου που τα περίμεναν.

Πλήρωνα για να μην πειράξουν τα παιδιά μου. Έφυγα με τα παιδιά 12 και 14 χρονών να μην τα πάρουν στο στρατό και τα κάνουν δολοφόνους.

Πήραν τον άντρα μου, τον αδερφό μου, τα ανίψια μου, ποιος ξέρει που να βρίσκονται και αν ζουν.

Έτσι κάναν όταν ήρθαν και στο διπλανό χωριό.

Ακούσαμε πολλές ιστορίες, είδα πολλά, φονικά, βιασμούς, απανθρωπιές στο δρόμο, ακούω φωνές μέσα στο κεφάλι μου και κλάματα.

Δεν θέλω να τα θυμάμαι. Πλήρωσα πολλά εισιτήρια αλλά η Εταιρία δεν τα αναγνωρίζει.

Δεν πιάνονται οι άνθρωποι που έχασα, που άφησα, για εισιτήριο. Και οι υπάλληλοι της Εταιρίας κουράστηκαν κιαυτοί μαζί μας.

Μήπως αυτοί είναι καλύτερα; Με συμβάσεις ή και εθελοντικά δουλεύουν μαζί μας. Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι που βοηθούν, νάναι καλά.

Ως πότε κιαυτοί;

Θέλω και γω να δουλέψω. Να δείξω αυτό που ξέρω, να είμαι χρήσιμος άνθρωπος. Να μην με μισούν σαν παράσιτο ή να με λυπούνται μόνο σαν ζητιάνο.

 Περιμένω όμως και τα χρόνια περνούν και η μετεπιβίβαση δεν έρχεται.