• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Πάσχα Ελλήνων» της Μέλπως Αξιώτη

Επιμέλεια Αλέκος Χατζηκώστας //

Στις 21 Απρίλη του 1946, κυκλοφορεί ο Πασχαλινός , «νόμιμος» ακόμη, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ. Οι διώξεις των αγωνιστών της Αντίστασης συνεχίζονται, ενώ στα βουνά έχει αρχίσει να ακούγεται  ξανά  το ντουφέκι από τις Ομάδες Καταδιωκόμενων Αγωνιστών. Στη σελ. 2 σελίδα του φιλοξενεί άρθρο της αντιστασιακής λογοτέχνιδος Μέλπως Αξιώτη* που δίνει γλαφυρά-λογοτεχνικά τον γιορτασμό του Πάσχα τη δεκαετία του ’40 σε συνδυασμό με  την κατοχική πορεία της χώρας και την ανάπτυξη της αντίστασης.

«Εξη φορές χτύπησαν οι καμπάνες»

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών!

Εξη φορές ήρθε η Λαμπρή τα τελευταία χρόνια, μα έξη φορές ως σήμερα οι Έλληνες δεν αναστήθηκαν. Αλλ’ ακόμα πεθαίνουν.

ΠΑΣΧΑ 1941: Σπαράζει η Ελλάδα στ’ αλβανικά βουνά. Μες τα οχυρά του Ρουπελ ο Κώστας,ο Γιώργης ,ο Αντώνης ακόμα πολεμούν. «Εμπρός ενάντια στους φασίστες»  Πέφτουν ακόμα οι νεκροί ,κι ‘ αδειάζει  η αραβίδα το τελευταίο της βόλι. Μα μες τα επιτελεία οι στρατηγοί υπογράφουν την παράδοση. Ο Κώστας, ο Γιώργης, ο  Αντώνης γυρίζουνε χωρίς ποδάρια και χωρίς ντουφέκια κι άλλοι καθόλου δε γυρίζουνε. Κι ‘ οι νικημένοι νικητές μπαίνουν καταχτητές στη χώρα.

ΠΑΣΧΑ 1942: Ο  θάνατος τριγυρνά αδέσποτος μες στα έρημα σοκάκια μας. Ο Κώστας, ο Γιώργης, ο Αντώνης τις νύχτες διακινδυνεύουνε  φωνάζωντας: «πεινάω.. πεινάνω» Όσους άφησε το κανόνι πεθαίνουνε τώρα από την πείνα στα πεζοδρόμια. Όμως η πίστη της ζωής σημαίνει τότε προσκλητήριο. «Εμπρός ενάντια στους φασίστες ξένους και ντόπιους! Θέλουμε ψωμί!» Πρώτη γενική απεργία κηρύχνεται, πρώτη ένοπλη μάχη των σκλάβων της Ευρώπης, ενάντια στον αήττητο πολιορκητή. Η ραγιαδική ηγεσία μας σαπίζει. Ο λαός αρπάζει στα χέρια του την επιβίωσή του. Ο φασισμός δεν καταφέρνει να μας τσακίσει από τη στέρηση. Η εκστρατεία της πείνας δίνει τη μάχη και νικά. Κι’ οι καμπάνες του Πάσχα σημαίνουν το θάνατο, αλλά ταυτόχρονα και τη ζωή.

ΠΑΣΧΑ 1943: Τώρα ο Κώστας, ο Γιώργης,ο Αντώνης ,η Ελένη οργάνωσαν το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ.  Ο Ράλλης χρίζεται πρωθυπουργός για να τα εξοντώσει. Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα συντάσσονται και εξορμούν. Από τη μια ο ελληνικός λαός, από την άλλη οι Γερμανοέλληνες. Οι μάχες δίνονται αμείλικτες μες στις Ασφάλειες και τα Χαϊδάρια. Μες στα νοσοκομεία απ’ όπου ξεριζώνονται και στήνονται οι Ανάπηροι και ντουφεκίζονται με δεκανίκια κι’ όμως δεν προσκυνούν.

Στους δρόμους της Αθήνας, σα μια αφρισμένη θάλασσα κυλώντας ενάντια στα τανκς και πάλι ο Κώστας ο Γιώργης,η Ελένη ,η Παναγιώτα  πέφτουν νεκροί φωνάζοντας: «Κανείς στη γερμανική επιστράτευση του Ράλλη»- «θάνατος στους προδότες που μας πούλησαν στους Βουλγάρους» – «Λευτεριά στο λαό». Κι’ είτε απομείνανε ζωντανοί όλοι αυτοί, είτε πέσανε, σώσανε την τιμή μας και την ανεξαρτησία του Έθνους.

ΠΑΣΧΑ 194: Βουνά και κάμποι αντιλαλούν τον πανελλήνιο σηκωμό. Τον παίρνουν κ’ οι καμπάνες και τον διαλαλούν: «Λευτεριά ή θάνατος».Ο Απόλλωνας,ο Χάρης, ο Εκτορας ,η Ηλέκτρα δίνουν τις μάχες της σκλαβιάς. Στον τοίχο της Καισαριανής υψώνουν τα κουφάρια απόρθητο οχυρό. Σφαγές στην Καλογρέζα. Κρεμάλες στα Ηλύσια. Μπούκωσαν τα στρατόπεδα. Στάλινγκραντ η Καισαριανή. Φωτιά στα Ν. Σφαγεία. Κάστρο το σπίτι του  Υμηττού. Σκορπίζονται οι Εβραίοι. Σφάζονται οι Γύφτοι ομαδικά. Η Καλλιθέα απόρθητη. Καίγεται  το Δοργούτι. Τραίνα φορτώνουν για τα κάτεργα. Φλέγεται η Αθήνα. Οι συνοικίες χτυπιούνται 49 φορές με τον εχθρό. Οι Γερμανοέλληνες στριμώχνονται στο κέντρο της πρωτεύουσας. Κι’ η δόξα γύρω φτερουγίζει. Κι’ εκείνη τη χρονιά σημαίνανε οι καμπάνες. «Έλληνες σηκωθήτε: Οι πεινασμένοι! Οι αδούλωτοι! Γέροι, γυναίκες και παιδιά! Κι’ οπλισμένοι κι’ οι άοπλοι. Χτυπάτε!  Η λευτεριά σιμώνει!» Κι’ όλοι αυτοί σηκώθηκαν και χτύπησαν το φασισμό  πέρα απ’ τα σύνορα μας, κι’ η Ελλάδα ξεσκλαβώθηκε απ’  τον καταχτητή.

ΠΑΣΧΑ 1945: Και οι καμπάνες έμειναν εκείνη τη χρονιά βουβές…Γιατί σήμερα ο Κώστας, ο Γιώργης, η Ελένη πάνε ξανά στη φυλακή. Καινούρια τανκς πλακώσανε, κανούριοι τάφοι ανοίξανε, μα οι ίδιες μάνες κλαίνε. Τώρα κάποιοι Αγγλοέλληνες μας βάνουν στο σημάδι. Κι’ αλλάζοντας τα ρούχα του κι’ απ’ όποια τρύπα κι’ αν χωρεί, ξανατρυπώνει ο φασισμός μες στη ματοβρεγμένη Ελλάδα. Ξανά μια μάχη αρχίζει σ’ ετούτη τη γωνιά της γης: Για τη Δημοκρατία!»

ΠΑΣΧΑ 1946: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών!» Μα  στην Ελλάδα αναστηθήκανε μονάχα οι Δούλοι και οι Αφέντες τους. Ένας Άγγλος- δυνάστης, επέταξε τη μάσκα του μες του χορού τη ζάλη  και μας καρφώνει τη σαίτα του ολόισα στην καρδιά. Μα οι Έλληνες προσκυνούν τους κάλπηδες της λευτεριάς. Η Ελλάδα δεν αφίνει να την ψήσουν στη σούβλα για να τη φάνε οι λόρδοι σε ματωμένα γεύματα. Πάντοτε υπάρχει ο Κώστας, ο Γιώργης , η Ελένη να ξανανέβουν στα οχυρά. Κι’ οι καμπάνες του Πάσχα, κι’ οι καρδιές των Ελλήνων,νεκροί και ζωντανοί, γυναίκες , γέροι και παιδιά ,με μια φωνή αλαλάζουνε:

«Εμπρός για τη Δημοκρατία!»

Κι’ η μάχη αμείλιχτη τραβά μπροστά. Μπαίνουμε στη δωδεκάτη ώρα. Δίπλα μας παραστέκουνε όλοι οι λαοί της γης. Παληές μαζύ με νέες δόξες γύρω μας φτερουγάν.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ»

 

*  Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1905 στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στη Μύκονο στο περιβάλλον μιας πλούσιας αστικής οικογένειας. Το 1936 πήρε την καθοριστική, για τη μετέπειτα ζωή, αλλά και το έργο της, απόφαση: Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και παρέμεινε πιστή σ’ αυτό σ’ όλη της τη ζωή. Εξαιτίας της πολιτικής της δράσης αναγκάζεται το 1947 να φύγει για το Παρίσι, όπου συνδέεται με μυθικά πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας, όπως ο Αραγκόν, η Ελσα Τριολέ, ο Ελυάρ, ο Νερούντα, ο Πικάσο. Όμως, η συνεχιζόμενη πολιτική δράση της, ενοχλεί την ελληνική κυβέρνηση, η οποία θα ζητήσει, μέσα στη δίνη της ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας, την απέλασή της. Η Αξιώτη θα υποχρεωθεί τότε να μεταβεί στη Βαρσοβία και στο Ανατολικό Βερολίνο και να παραμείνει εκεί, μέχρι τον επαναπατρισμό της το 1965. Πέθανε το 1973, σε ηλικία 68 ετών.