• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Παραμονή Πρωτοχρονιάς (διήγημα) 

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //

 Ο ήχος από την σειρήνα του ασθενοφόρου διακόπτει τις σκέψεις μου. Βγαίνω έξω τρέχοντας, με την πιτζάμα και τις παντόφλες, σαν από παλιά συνήθεια, σαν από ανάμνηση ενός παλιού παιγνιδιού, για να διαπιστώσω εάν όντως ο ήχος που ακούστηκε είναι από ασθενοφόρο ή από κάποιο άλλο αυτοκίνητο. Θυμάμαι ακόμα ότι πάντα έχανα σε αυτό το παιγνίδι: το κόκκινο χρώμα του πυροσβεστικού οχήματος ερχόταν να αντικαταστήσει το μπλε του περιπολικού που πίστευα ότι κρύβονταν πίσω από τον ήχο της σειρήνας. Αυτή τη φορά όμως δεν έκανα λάθος. Ήταν πράγματι ένα ασθενοφόρο. Ίσως πια, μετά από τόσα χρόνια στα νοσοκομεία και στους δρόμους, να έχω μάθει να αναγνωρίζω τους ήχους των αυτοκινήτων, όπως έχω μάθει να ξεχωρίζω και τους ήχους των ανθρώπων. Διαφορετική ένταση έχουν οι βραχνές, κοφτές και σκληρές ανάσες των ετοιμοθάνατων και διαφορετική ένταση, γρήγορη, ανάλαφρη, σαν γάργαρο νερό φυσικής πηγής, ο ήχος του ευτυχισμένου ζευγαριού που μόλις έμαθε πως περιμένει παιδί. Ο κάθε ήχος πέρα από τη δική του ένταση, έχει και το δικό του βάθος αλλά και ένα αποτύπωμα, που ακόμα και σε  παρόμοια γεγονότα μεταξύ των ανθρώπων, παραμένει μοναδικό. Ο μόνος ήχος που ποτέ δεν κατάφερα να νιώσω είναι αυτός του έρωτα. Ίσως γιατί ποτέ δεν θέλησα να ερωτευτώ, ίσως γιατί τα σεξουαλικά μου απωθημένα τα χόρτασα στη Μίνωος μέχρι βέβαια που έγινα κι εγώ αντισεξιστής και κατά της γυναικείας εκμετάλλευσης, κόβοντας κάθε δεσμό με τα υποφωτισμένα, υγρά δωμάτια των σπιτιών που μεγάλωσαν γενιές και γενιές αντρών.
Επιστρέφω μέσα στο σπίτι. Οι σκέψεις μου τράβηξαν μακριά, πάγωσαν τα πόδια μου, ξεκίνησε να βρέχει και αμέσως κάνω στροφή, να πάω στα ζεστά, στην κουζίνα όπου έχω βάλει να ετοιμάζεται το μεσημεριανό φαγητό, περιμένοντας την οικογένεια να επιστρέψει από τις γιορτινές της αγορές. Είναι πια αρκετά χρόνια, ίσα τουλάχιστον με μια δεκαετία, που αρνούμαι πεισματικά να βγω έξω στην πόλη τις ημέρες των γιορτών, ιδιαίτερα τα πρωινά που είτε κάτω από το χλωμό φως του χειμωνιάτικου ήλιου, είτε μέσα από τις σταγόνες της βροχής, μπορεί να σε εντοπίσει κάποιος παλιός συμμαθητής, φορτωμένος με δώρα γιορτινά κι αχρείαστα,  για να θυμηθεί πεθαμένες καλησπέρες, όπως λέει και το τραγούδι, ή τα χρόνια του σχολείου και τις παρέες που δεν κάναμε. Ευτυχώς, η νύχτα, με το σκοτάδι και τις σιωπές της, ξέρει να προστατεύει από τις κακοτοπιές και τις ανούσιες συναντήσεις. Ξέρει καλά πως εκείνες τις ώρες, μόνο η πιο στενή σου φιλική παρέα, αρκεί για να νιώσεις κι εσύ άνθρωπος. Τότε, και μόνο τότε, εμφανίζομαι κι εγώ στην πόλη. Όχι βέβαια, απόλυτα γαλήνιος αλλά νιώθοντας σαν σε θηρίο σε κλουβί, σαν αιχμάλωτος που μόλις βρήκε την ελευθερία του.

Αλλά είναι ακόμα μεσημέρι, παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τινάζω βιαστικά και βίαια το κεφάλι μου, δεν θέλω να σκέφτομαι. Έχω και μία λευκή σελίδα να περιμένει, εδώ και αρκετές ώρες, να γεμίσει με χαρούμενες λέξεις και μηνύματα ελπίδας για τη νέα χρονιά, όπως μου παρήγγειλε το αφεντικό σχετικά με το πρωτοχρονιάτικο τεύχος του περιοδικού του, κι ένα μυαλό, το δικό μου, που να μην μπορεί ούτε μία ιδέα να κατεβάσει, έστω μία συνηθισμένη, έτσι για να βγάλει την υποχρέωση. Βλέπεις, ότι είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς αυτό δεν σημαίνει αυτόματα πως ξεφεύγεις από τα προβλήματα ή πως δεν έχεις σκοτούρες και τους προσωπικούς σου δαίμονες να αντιμετωπίσεις. Έτσι κι αλλιώς για το αφεντικό μου δεν υπάρχουν γιορτές. Με λίγα λόγια, εάν αποφασίσει πως αύριο, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, χρειάζεται να δουλέψουμε, εμείς θα το κάνουμε και θα δηλώνουμε και υπερευχαριστημένοι για την μοναδική ευκαιρία που αποκτήσαμε ώστε να αναδείξουμε τις ικανότητες μας. Αλλά ευτυχώς, ως τώρα δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Όσο να ‘ναι, ακόμα και τα αφεντικά χρειάζονται διακοπές, όχι;

~
Ούτε μια λέξη, ούτε μια ιδέα. Σε λίγες ώρες θα έχει λήξει η σχετική προθεσμία. Κι η ώρα περνάει. Απόγευμα πλέον και από την κουζίνα μεταφέρθηκα στο κρεβάτι μου, προσπαθώντας να μαντέψω τους ήχους της πόλης. Αδύνατο όμως να γίνει ακόμα κι αυτό, όλη η πόλη γιορτάζει σήμερα κι ένας, μόνο ένας ήχος, κυριαρχεί: παρακμιακά λαϊκά περασμένων δεκαετιών, οι φωνές του Πασχάλη Τερζή και του Θέμη Αδαμαντίδη σε παράταξη και σε αγαστή συνεργασία με φωνές ριάλιτυ τηλεπαιγνιδιών για μουσικά ταλέντα. Όσο όμως θυμώνω από τη μία άλλο τόσο αδιαφορώ από την άλλη, προστατευμένος νιώθοντας μέσα στην πατρική εστία και με την σκέψη μου να επανέρχεται, με πείσμα ανεξήγητο, στο ασθενοφόρο που συνάντησα νωρίτερα σήμερα. Αλήθεια, ποιός άτυχος άνθρωπος δεν θα γιόρταζε σήμερα την Πρωτοχρονιά χωρίς τους αγαπημένους του παρά μέσα σ’ ένα μίζερο, φτωχοποιημένο νοσοκομείο συνοδεία μιας κάποιας νοσηλεύτριας και του εφημερεύοντος γιατρού;
~
Όχι, οι γιορτές δεν μπορούν να είναι για όλους, ούτε όλοι αντιλαμβάνονται την περίοδο με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και στην εποχή μας που όλα προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο. Την ίδια στιγμή που κάποιοι απολαμβάνουν τους καρπούς της εργασίας των άλλων, ευχόμενοι μια καλή και προσοδοφόρα χρονιά, οι άλλοι, με δυσκολία αγωνίζονται να εξασφαλίσουν τα ελάχιστα για το εορταστικό τραπέζι της ημέρας, χωρίς βέβαια αυτό να τους κάνει λιγότερο χαρούμενους ή κι ευτυχισμένους. Δύσκολες εποχές, δύστροπες και μίζερες, πως να αρνηθείς στον οποιονδήποτε την προσπάθεια του να ξεγελάσει λίγο τη μιζέρια του; Να ένα ερώτημα, χωρίς απάντηση φοβάμαι. Ούτε κι εγώ επιθυμώ να δώσω μια συγκεκριμένη απάντηση, την άδεια μου σελίδα μόνο σκέφτομαι και τους ήχους της πόλης που δεν μπορώ να ακούσω.
~
Η ανάγκη αναδείχθηκε τελικά πιο δυνατή από την επιθυμία και την παράδοση χρόνων να μένω μόνος στο σπίτι τις ημέρες των γιορτών. Χαριτολογώντας μάλιστα, θα έλεγα, πως οι παραδόσεις είναι μόνο για να ανατρέπονται με νεότερες συνήθειες, γνωρίζω όμως πως κι αυτή η σκέψη αποτελεί μια φτηνή δικαιολογία, έτσι για να συμβιβάσω τα αντιφατικά κι αντικρουόμενα συναισθήματα που με διακατέχουν. Με λίγα λόγια βγήκα για βόλτα στην πόλη, εκείνη την ώρα που κάποιοι συνέχιζαν με τον πατροπαράδοτο μεσημεριανό υπνάκο τους πριν το ξεφάντωμα της Πρωτοχρονιάς ή που πήγαιναν για καφέ και χαλαρό περπάτημα στο κέντρο. Ότι βγήκα την συγκεκριμένη μέρα και ώρα βέβαια δεν πέρασε απαρατήρητο από τους γείτονες που με βλέμμα φοβισμένο και γεμάτο αμφισβήτηση για την διανοητική μου κατάσταση, αναρωτιόντουσαν τι ήταν αυτό που έβγαλε ένα μίζερο, μονόχνωτο άνθρωπο σαν κι εμένα στον δρόμο. Τολμώ να πω, ότι η ακοή μου εύκολα αναγνώρισε πίσω από τις συνηθισμένες ευχές για χρόνια πολλά και μια ευτυχισμένη χρόνια, περιέργεια, απορία και, γιατί όχι, μια κάποια απέχθεια.
Την ίδια απορία αλλά και τον ίδιο φόβο είχα κι εγώ περπατώντας στην πόλη, δεν ήταν όπως μου άρεσε να την θυμάμαι. Που είχαν πάει οι πλανόδιοι πωλητές με τα ημερολόγια τσέπης, τις ατζέντες και τους καζαμίες; Είχαν χαθεί, η αφιλόξενη πόλη μας, που τόσο φοβόμουν την καταστρεπτική επιρροή της πάνω στις συνήθειες των ανθρώπων, είχε κάνει το θαύμα της. Το γιορταστικό πνεύμα των ημερών, όχι πάντα αγαθό κι ευγενικό, είχε αντικατασταθεί με τις επιθυμίες της αγοράς που αντιμετώπιζε κάθετι διαφορετικό ως γραφικό ή αντιαναπτυξιακό και το εξαφάνιζε από το εμπορικό κέντρο. Μαζί με τους πλανόδιους πωλητές είχαν εξαφανιστεί και οι μπαλονάδες, οι ζογκλέρ, οι πλανόδιοι μουσικοί – μόνο ένας καστανάς, είχε απομείνει, ένας Δον Κιχώτης με κάρβουνα και λαβίδα, με κάστανα, ξηρούς καρπούς, ζεστό καλαμπόκι και μαλλί της γριάς, να αντιστέκεται. Δίπλα του, στον ρόλο του Σάντσο, έστεκαν μικρές τσιγγανοπούλες, που πούλαγαν στους περαστικούς, πλαστικά τριαντάφυλλα. Αλλά κανείς δεν αγόραζε. Μόνο ένας άστεγος τόλμησε, δίνοντας από το υστέρημά του, να αγοράσει ένα σακουλάκι κάστανα κι ένα τριαντάφυλλο, τρέχοντας στη συνέχεια να βρει καταφύγιο μέσα στην φάτνη του Χριστού που στόλιζε την πλατεία. Είχε αρχίσει πάλι να βρέχει. Κίνησα κι εγώ βιαστικός να προφυλαχτώ μέσα σε μια καφετέρια, από εκείνες που είχαν στο διαπασών τη μουσική, να πιω κάτι ζεστό, διαπιστώνοντας με απογοήτευση ότι αν και απόγευμα, στο συγκεκριμένο μαγαζί δεν σέρβιραν καφέ παρά μόνο ποτό, λόγω, υποτίθεται, της ημέρας…
Κάποτε η βροχή σταμάτησε. Σιγά σιγά ξεκίνησαν πάλι να εμφανίζονται οι άνθρωποι για τα ψώνια της τελευταίας στιγμής, οι δημοτικοί υπάλληλοι για να τακτοποιήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την πρωτοχρονιάτικη φιέστα σήμερα τα μεσάνυχτα καθώς κι ένα συνέργειο πολιτικού κόμματος που πραγματοποιούσε την εορταστική του εξόρμηση, στολίζοντας διαφορετικά την κεντρική πλατεία με κόκκινες σημαίες, ντουντούκες και συνθήματα, καλώντας σε αγωνιστική κι απεργιακή επαγρύπνηση τους κάτοικους της πόλης. Εκείνη την ώρα ξεκίνησα κι εγώ τον δύσκολο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι.
~
Λίγο πριν φτάσω στο σπίτι, είδα, εντελώς τυχαία είναι η αλήθεια, δύο μελομακάρονα, μισοδιαλυμένα απ’ τη βροχή, πάνω σ’ ένα πεζούλι παρατημένα. Κάποιοι καλαντάρηδες προφανώς θα τα άφησαν εκεί, μέσα στην βιασύνη τους να επισκεφτούν όσα περισσότερα σπίτια ήταν δυνατό ή μάλλον, είμαι σχεδόν σίγουρος για αυτό, γιατί αποδείχθηκαν αχάριστοι για το κέρασμα του φιλόξενου σπιτιού που επισκέφθηκαν σήμερα το πρωί, με προφανή στόχο όχι τη διάδοση ενός χαρμόσυνου μηνύματος αλλά το κυνήγι του χρήματος, έστω και της ελάχιστης χρηματικής απολαβής. Ε, ναι, είπα, όπως πάντα απευθυνόμενος στον εαυτό μου, αναδεικνύεται ότι πέρα από τους στολισμούς και τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια σε επανάληψη, πως υπάρχει κι αυτή η Πρωτοχρονιά, ίσως η μόνη αληθινή. Για να είμαι ειλικρινής κι αντίθετα από την συνήθεια μου, όχι, δεν φωτογράφισα τα μελομακάρονα, ας ήταν ένα κλικ κι ας το σκέφτηκα προς στιγμής. Δεν μου έκανε καρδιά. Αλήθεια, πως να φωτογραφίσει κανείς τη θλίψη;
_________________________________________________________________________________________________________

Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό Ατέχνως. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.