Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Περιστεριώνες: Μικρά αρχιτεκτονικά στολίδια

«Και το προ­νό­μιο να έχει περι­στε­ριώ­να συνά­γε­ται από ντο­κου­μέ­ντα ότι τον 14ο αιώ­να οι Κύριοι του Milano έδι­ναν αυτό το δικαί­ω­μα στους υπο­τε­λείς τους στην Lombardia και την Emilia…». Από το “Sapere” — Ulrico Hoepli Editore \ Τόμος 65 \ 15 Σεπ 1937 — Σύντο­μη, ιστο­ρία των Περι­στε­ριώ­νων τον Guamiero Daniel

(αντι­γρά­φου­με)

Όσοι είχαν την τύχη να ταξι­δέ­ψουν στην ύπαι­θρο της Ιτα­λί­ας ως προ­σε­κτι­κοί και αβί­α­στοι του­ρί­στες –σαν ταξι­διώ­τες θα λέγα­με, ειδι­κά στο κέντρο και στο νότο, βρί­σκουν εδώ κι εκεί, ανά­με­σα στις καλ­λιερ­γού­με­νες εκτά­σεις, ένα είδος τετρά­γω­νους ή στρογ­γυ­λούς πύρ­γους, όχι πολύ προ­ε­ξέ­χο­ντες, συχνά μάλι­στα φέρουν πιο πρό­σφα­τα σημεία παρέμ­βα­σης. Άλλες φορές, λεί­ψα­να παλιών οικι­σμών με τους οποί­ους σχη­μά­τι­ζαν ενιαίο σύνο­λο και που δεν έχουν αντι­στα­θεί στη φθο­ρά του χρό­νου και προ­κύ­πτουν σχε­δόν απο­μο­νω­μέ­να, ανά­με­σα σε λιγο­στά ερεί­πια κάθε λογής.

Είναι οι περι­στε­ριώ­νες, χαρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο της αγρο­τι­κής αρχι­τε­κτο­νι­κής, των οποί­ων η γέν­νη­ση, η ζωή και η ανά­πτυ­ξη συν­δέ­ο­νται με ένα ενδια­φέ­ρον κεφά­λαιο της μεσαιω­νι­κής ιστορίας.

Εκφρά­ζει και τη στε­νή σχέ­ση μετα­ξύ της δια­μόρ­φω­σης του αγρο­τό­σπι­του όχι μόνο με τους παρά­γο­ντες του εδά­φους και του κλί­μα­τος, αλλά και με τις κοι­νω­νι­κές και οικο­νο­μι­κές μορ­φές της επο­χής και με τα ιστο­ρι­κά και πολι­τι­κά γεγο­νό­τα.

Η κατοι­κία ως προ­ϊ­όν σύν­θε­των παρα­γό­ντων ανα­πτύσ­σε­ται παντού σύμ­φω­να με τη δική του εσω­τε­ρι­κή λογι­κή και ο περι­στε­ρώ­νας έχει να κάνει με αυτά.

Πρέ­πει λοι­πόν να επι­στρέ­ψου­με στον Μεσαί­ω­να, στη φεου­δαρ­χι­κή περί­ο­δο. Η ιδιο­κτη­σία γης (δεί­τε και –ΚΟΜΕΠ, ο Φρί­ντριχ Ένγκελς για την οικο­νο­μία και την πολι­τι­κή) συγκε­κρι­μέ­νη: ο άρχο­ντας διοι­κεί το φέου­δο και αυτό είναι δικαί­ω­μα που κλη­ρο­νο­μή­θη­κε από τους πατέ­ρες ή του παρα­χω­ρή­θη­κε από τον αυτο­κρά­το­ρα ή τον «μεγά­λο» φεου­δάρ­χη. Ο δου­λο­πά­ροι­κος τη δου­λεύ­ει και του δίνει το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος του καρ­πού της γης και στη συνέ­χεια δίνει με τη σει­ρά του μέρος αυτού του εισο­δή­μα­τος στον μεγα­λο­φε­ου­δάρ­χη. Είμα­στε πολύ μακριά από το πνεύ­μα του καπι­τα­λι­στι­κού εμπο­ρί­ου. Ο πλού­τος δεν συνί­στα­ται τόσο σε χρή­μα­τα όσο σε δικαιώ­μα­τα… επι­βο­λής δέκα­των, κυνη­γιού, είσπρα­ξης διο­δί­ων, κατο­χής γης και κοπα­διών. Όταν κάποιος πρέ­πει να απο­ζη­μιώ­σει έναν υπο­κεί­με­νο για κάποια υπη­ρε­σία που του παρα­σχέ­θη­κε, του χορη­γεί­ται ένα δικαί­ω­μα: μετα­ξύ αυτών υπάρ­χει το προ­νό­μιο να δια­τη­ρεί περι­στέ­ρια ‑αυτό προ­κύ­πτει από έγγρα­φα ότι στον XIV αιώ­να οι άρχο­ντες του Μιλά­νου παρα­χω­ρούν αυτό το δικαί­ω­μα στους υπο­τε­λείς τους στη Λομ­βαρ­δία και την Αιμιλία.

Είναι δικαί­ω­μα κύρους: τα περι­στέ­ρια κρα­τού­νται για την ευχα­ρί­στη­ση του κυνη­γιού τους, το όπλο της επο­χής είναι το τόξο και το βέλος. Και το δικαί­ω­μα δεν έχει ήδη χορη­γη­θεί έτσι γενι­κά: όχι! η παρα­χώ­ρη­ση περιο­ρί­ζε­ται κάθε φορά, σε τόσα περι­στέ­ρια και όχι παρα­πά­νω και όσο περισ­σό­τε­ρα περι­στέ­ρια, τόσο μεγα­λύ­τε­ρη η λάμ­ψη. Τα που­λιά φυλάσ­σο­νταν σε έναν ειδι­κό πύρ­γο στην κορυ­φή του συγκρο­τή­μα­τος — ένας πυρ­γί­σκος με τετρά­γω­νη ή στρογ­γυ­λή κάτο­ψη, με πολ­λά μικρά παρά­θυ­ρα ευθυ­γραμ­μι­σμέ­να ή δια­φο­ρε­τι­κά κλι­μα­κω­τά. Μερι­κές φορές προ­στέ­θη­καν μικρό­τε­ρων τρύ­πες, για σπουρ­γί­τια και χελι­δό­νια που εκτρέ­φο­νταν για τον ίδιο σκο­πό, επί­σης αντι­κεί­με­νο geloso diritto ‑ειδι­κού δικαιώματος.

Είναι χαρά για τον μικρό κύριο που ανυ­πο­μο­νεί να μεγα­λώ­σει, να επι­δει­κνύ­ει αυτόν τον τίτλο κύρους με σεβα­σμό σε υπο­τε­λείς του ίδιου βαθ­μού. Ο πύρ­γος για τα περι­στέ­ρια γίνε­ται έτσι ένα σημα­ντι­κό μέρος του αγρο­τι­κού κτι­ρί­ου. Είναι κατα­σκευα­σμέ­νος με ιδιαί­τε­ρη φρο­ντί­δα και στι­βα­ρό­τη­τα, μεγα­λύ­τε­ρος και ψηλό­τε­ρος από όσο χρειά­ζε­ται, με εμφά­νι­ση ενός μικρο­σκο­πι­κού φρου­ρί­ου μέσα στο σπί­τι, αν και ο σκο­πός του δεν είναι καθό­λου η άμυ­να (η άμυ­να συχνά παρέ­χε­ται από το περί­βλη­μα και την τάφρο, μερι­κές φορές εξο­πλι­σμέ­να με μια κινη­τή γέφυ­ρα ) και πράγ­μα­τι τα φαι­νο­με­νι­κά κενά είναι το κατα­φύ­γιο ειρη­νι­κών πουλιών.

Ας ρίξου­με μια πιο προ­σε­κτι­κή ματιά σε αυτές τις κατα­σκευ­ές. Τις περισ­σό­τε­ρες φορές έχουν τετρά­γω­νη κάτο­ψη, με πλευ­ρά που κυμαί­νε­ται από τέσ­σε­ρα έως επτά μέτρα, πολύ συχνά στην Τοσκά­νη. μερι­κές φορές με κυκλι­κό σχέ­διο. Κάτω από κάθε παρά­θυ­ρο υπάρ­χει ένα επί­πε­δο — πλα­κά­κι, σαν ράφι ή ένα πραγ­μα­τι­κό ράφι, για να διευ­κο­λύ­νει τα περι­στέ­ρια να πετά­ξουν και να επι­στρέ­ψουν στο κατα­φύ­γιο. Σύντο­μα, καθώς τα παρά­θυ­ρα ευθυ­γραμ­μί­ζο­νται, το ράφι γίνε­ται συνε­χές και μετα­τρέ­πε­ται σε ένα είδος πλαι­σί­ου. Πολύ συχνά βρί­σκου­με στον περι­στε­ρώ­να επί­σης ένα κυκλι­κό παρά­θυ­ρο, πολύ μεγα­λύ­τε­ρο από τα άλλα, που προ­ο­ρί­ζε­ται να αερί­ζει το περι­βάλ­λον. Εύκο­λα παρα­τη­ρεί κανείς μια ταχεία εξέ­λι­ξη σε αυτά τα εποι­κο­δο­μη­τι­κά στοι­χεία: το συνε­χές προ­φίλ σύντο­μα μετα­μορ­φώ­νε­ται σε πραγ­μα­τι­κό γεί­σο, ανα­λαμ­βά­νο­ντας από μόνο του το έργο ενός αμυ­δρού δια­κο­σμη­τι­κού μοτί­βου. Ξεχά­στε τη χρη­στι­κή του λει­τουρ­γία, σύντο­μα θα κάνει την είσο­δό του στην πόλη και το κυκλι­κό παρά­θυ­ρο που είναι ήδη στο­λι­σμέ­νο επί τόπου με όχι άκομ­ψες ζωφό­ρους το βρί­σκου­με, εξε­λιγ­μέ­νο και εξευ­γε­νι­σμέ­νο, σαν τρια­ντα­φυλ­λώ­να στις εκκλησίες.

Βλέ­που­με λοι­πόν ότι ο περι­στε­ρώ­νας, έχο­ντας λάβει, για λόγους γοή­τρου, μεγα­λύ­τε­ρη σημα­σία απ’ ό,τι ο μέτριος σκο­πός του, με την μετέ­πει­τα εξέ­λι­ξη της κοι­νω­νί­ας, με την φθο­ρά ή την εξα­φά­νι­ση των φεου­δαρ­χι­κών θεσμών, στα­δια­κά «ξεχνά» τον κύριο λόγο ύπαρ­ξης του και γίνε­ται στοι­χείο του παρα­δο­σια­κού αγρο­τι­κού σπι­τιού που. Οι οικο­δο­μη­τι­κές ‑δια­κο­σμη­τι­κές ιδιαι­τε­ρό­τη­τες που συνά­δουν στον χρη­στι­κό σκο­πό του μετα­μορ­φώ­νο­νται και απο­κτούν μια δική τους ζωή ως στοι­χεία, τα οποία θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν και αλλού, ενώ ο ίδιος ο περι­στε­ρώ­νας γίνε­ται ο «πυρ­γί­σκος» του σπι­τιού της Τοσκάνης.

Το συγκρό­τη­μα La Colombaia ‑Torre Peliade ή Castello di mare στο Trapani

Με την έλευση  των δήμων και κοινοτήτων, οι άρχοντες της επαρχίας έρχονται στην πόλη 

σσ. Η κοι­νο­τι­κή επο­χή ‑età comunale, υπο­δη­λώ­νει μια ιστο­ρι­κή περί­ο­δο του Μεσαί­ω­να, που χαρα­κτη­ρί­ζε­ται από την τοπι­κή αυτο­διοί­κη­ση των πόλε­ων και χωριών, που κάλυ­πταν τερά­στιες περιο­χές της Δυτι­κής Ευρώ­πης. Ο Δήμος είναι ομά­δα ατό­μων που ανή­κουν –βασι­κά στην ίδια κοι­νω­νι­κή τάξη και κατοι­κούν στον ίδιο τόπο. Η «κοι­νο­τι­κή» επο­χή ξεκί­νη­σε στην κεντρι­κή-βόρεια Ιτα­λία, γύρω στα τέλη του 11ου αιώ­να, και ανα­πτύ­χθη­κε, λίγο αργό­τε­ρα, και σε ορι­σμέ­νες περιο­χές της κεντρι­κής-νότιας Γερ­μα­νί­ας, στη Γαλ­λία και στη Φλάν­δρα. Αργό­τε­ρα εξα­πλώ­θη­κε (ιδιαί­τε­ρα μετα­ξύ του δεύ­τε­ρου μισού του 12ου και 14ου αιώ­να), με δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές και τρό­πους, επί­σης στην Αγγλία και στην Ιβη­ρι­κή Χερσόνησο.

Όσοι είναι «βασι­λείς στη Σαρ­δη­νία» ετοι­μά­ζο­νται να γίνουν «πολί­τες στην Πίζα» και στις πόλεις φορούν την αρχι­τε­κτο­νι­κή τους φορε­σιά. Και εκεί θέλουν τον πυρ­γί­σκο τους, που έχει γίνει πλέ­ον σύμ­βο­λο του πλού­του και της δύνα­μης της οικο­γέ­νειας, που, στην πόλη, για να είναι καθα­ρά ορα­τός και να αντα­γω­νί­ζε­ται τους αντι­πά­λους, γίνε­ται ανα­γκα­στι­κά πύρ­γος. Με αυτόν τον τρό­πο μπο­ρεί να εξη­γη­θεί η δημιουρ­γία τους από οικο­γέ­νειες ευγε­νών, ειδι­κά στην κεντρι­κή Ιτα­λία, όπου η κατα­σκευή πύρ­γων- περι­στε­ριώ­νων ήταν ακρι­βώς η πιο δια­δε­δο­μέ­νη. Και με τον ίδιο τρό­πο τοπο­θε­τή­θη­κε το μοτί­βο του γεί­σου στις πόλεις, που βρή­καν ιδιαί­τε­ρη ανά­πτυ­ξη στην Αναγέννηση.

Έτσι το ένδο­ξο πεπρω­μέ­νο του περι­στε­ριώ­να θα βγει από το στε­νό πλαί­σιο της αγρο­τι­κής αρχι­τε­κτο­νι­κής και να ασκή­σει ισχυ­ρή επιρ­ροή στην αρχι­τε­κτο­νι­κή της πόλης, εισά­γο­ντας στοι­χεία, τα οποία αργό­τε­ρα έγι­ναν παρα­δο­σια­κά, όπως τα ροδα­λά παρά­θυ­ρα των εκκλη­σιών, οι πυρ­γί­σκοι, τα γεί­σα και πάνω απ’ όλα δίνο­ντας «κίνη­ση», ειδι­κά σε απο­μο­νω­μέ­να κτί­ρια, μια γεύ­ση που συνε­χί­ζε­ται με διά­φο­ρα σχή­μα­τα μέχρι σήμε­ρα. Και δεν είναι χωρίς ενδια­φέ­ρον να παρα­τη­ρή­σου­με ότι, σε αντί­θε­ση με ό,τι πιστεύ­ει κανείς, είναι ακρι­βώς η ύπαι­θρος που, του­λά­χι­στον σε αυτή την περί­πτω­ση, παρέ­χει στην πόλη τα αρχι­τε­κτο­νι­κά στοι­χεία, με τα οποία θα στολιστεί.

Τα μικρά λευ­κά χαρι­τω­μέ­να κτί­ρια που ελκύ­ουν το βλέμ­μα όσων επι­σκέ­πτο­νται τα νησιά των Κυκλά­δων ήρθαν στην Ελλά­δα από τους Ενε­τούς από τον 13ο αιώ­να και μετά ‑έχουν λοι­πόν ιστο­ρία οκτώ αιώνων.

Οι περι­στε­ριώ­νες οφεί­λουν την επι­νό­η­σή τους ως ιδιαι­τέ­ρου αυτο­τε­λούς κτι­ρί­ου στους Ρωμαί­ους και ήταν γνω­στοί με το όνο­μα columbarium.

Δεν εξα­σφά­λι­ζαν μόνον φαγη­τό από το νόστι­μο κρέ­ας των «πιτσου­νιών» αλλά χρη­σι­μο­ποιού­ντο και τα περιτ­τώ­μα­τα ως το καλύ­τε­ρο ‑και για τού­το ακρι­βό- λίπα­σμα.

Ένας μέσος περι­στε­ριώ­νας (100 ζευ­γά­ρια), μπο­ρού­σε να εξα­σφα­λί­ζει 200 κιλά κρέ­ας ετησίως
(σ.σ. columbarium ονο­μά­ζε­ται επί­σης ‑σήμε­ρα ο χώρος για τη, συνή­θως δημό­σια, απο­θή­κευ­ση τεφρο­δό­χων, που περιέ­χουν τη στά­χτη απο­τε­φρω­μέ­νων νεκρών, λέξη προ­έρ­χε­ται από τη λατι­νι­κή columba = περι­στέ­ρι … συνώ­νυ­μη της λέξης τεφροφυλάκιο).

Συνθετότητα

Πιθα­νο­λο­γεί­ται πως την εκτρο­φή των περι­στε­ριών την έφε­ραν οι Ενε­τοί, που έφτα­σαν στις Κυκλά­δες το 1207 και έφυ­γαν το 1715, παρα­δί­δο­ντας στους Τούρ­κους. Η πιο παλιά χρο­νο­λο­γία που μαρ­τυ­ρεί­ται περι­στε­ριώ­νας είναι το 1726, όπου ένας καθο­λι­κός ιερέ­ας κλη­ρο­δο­τεί τον περι­στε­ριώ­να του. Παρ’ όλα αυτά φαί­νε­ται πως οι Ενε­τοί έφε­ραν τα περι­στέ­ρια στο νησί, για­τί με βάση το δίκαιο τους, ο περι­στε­ριώ­νας ήταν απο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο των φεου­δαρ­χών του νησιού. Μόνο μετά το 1715, που ανέ­λα­βαν οι Τούρ­κοι, οι Τηνια­κοί μπό­ρε­σαν εφό­σον κατεί­χαν γη, να γίνουν ιδιο­κτή­τες κάποιου περι­στε­ριώ­να. Έτσι, ο περι­στε­ριώ­νας έγι­νε σύμ­βο­λο υπε­ρο­χής, λόγω κατα­γω­γής αλλά και οικο­νο­μι­κής ευχέ­ρειας. Μέσα από αυτή τη δια­δι­κα­σία, οι ντό­πιοι καλ­λι­τέ­χνες μπό­ρε­σαν να ξετυ­λί­ξουν την καλ­λι­τε­χνι­κή ευφυ­ΐα τους.

Οι εκπλη­κτι­κοί περι­στε­ρώ­νες είναι μονα­δι­κά έργα λαο­γρα­φί­ας και αρχι­τε­κτο­νι­κής. Οι ιδιο­κτή­τες δια­γω­νί­ζο­νταν ποιος θα κάνει τον καλύτερο …

Ο περι­στε­ριώ­νας είναι ιδιό­μορ­φη κατα­σκευή που συνα­ντά­ται στις Κυκλά­δες, κυρί­ως στην Τήνο –λένε, αλλά τους βρί­σκου­με παντού. Υπο­λο­γί­ζε­ται πως περισ­σό­τε­ροι από 600 περι­στε­ριώ­νες βρί­σκο­νται στις κοι­λά­δες της, στο νησί που ανα­φέ­ρε­ται από τους αρχαί­ους ποι­η­τές ως «Αγα­θού­σα», «Υδρού­σα» και «Ερού­σα».

Περί­τε­χνα δια­κο­σμη­μέ­νοι εξω­τε­ρι­κά, είναι κτι­σμέ­νοι σε μέρη προ­στα­τευ­μέ­να από τον άνε­μο και με ανοι­χτό χώρο μπρο­στά για να ξανοί­γο­νται τα περι­στέ­ρια, στις ρεμα­τιές, στις πλα­γιές, αλλά πάντα κοντά σε τρε­χού­με­να νερά και πηγές.

Η κύρια όψη τους είναι συνή­θως στραμ­μέ­νη προς τη ρεμα­τιά και πάντως ποτέ στο βορ­ρά ‑όταν η θέση τους δεν προ­σφέ­ρει καλή προ­στα­σία από τους ανέ­μους, υπάρ­χουν ένας ή δύο πλευ­ρι­κοί τοί­χοι πέρα από τις γωνί­ες του κτι­ρί­ου δημιουρ­γώ­ντας αντια­νε­μι­κό φράγ­μα. Πολ­λοί έχουν δύο ή τρεις ορό­φους και όταν συμ­βαί­νει αυτό το ισό­γειο είναι μεγα­λύ­τε­ρων δια­στά­σε­ων, ώστε να αφή­νει αύλειο χώρο στο πάνω πάτωμα.

Είναι σύν­θε­το κτί­ριο, καθώς χρη­σι­μο­ποιεί­ται από τον ιδιο­κτή­τη μαζί με εξο­χι­κή κατοι­κία, σταύ­λο, αχυ­ρώ­να κλπ. Η πόρ­τα εισό­δου είναι ξύλι­νη χωρίς ρωγ­μές ή σπα­σί­μα­τα για να μην μπαί­νουν μέσα οι εχθροί των περι­στε­ριών, όπως τα φίδια, τα ποντί­κια και άλλα ζώα αρπα­κτι­κά. Ο ιδιο­κτή­της κρα­τά τα κλει­διά για να μπαί­νει μέσα και να συντη­ρεί το χώρο. Το εσω­τε­ρι­κό είναι ασο­βά­ντι­στο σε αντί­θε­ση με το εξω­τε­ρι­κό που είναι πάντα σοβα­ντι­σμέ­νο. Το πάνω μέρος των τοί­χων είναι χωρι­σμέ­νο σε μικρά ανοίγ­μα­τα μικρού μεγέ­θους για να μπαι­νο­βγαί­νουν στο κτί­ριο τα περι­στέ­ρια, τόσο όμως μικρό για να περ­νά­ει απο­κλει­στι­κά το περι­στέ­ρι και όχι άλλα που­λιά, όπως οι κουρούνες.

Τα δια­ζώ­μα­τα δημιουρ­γού­νται με σει­ρά ορι­ζό­ντιων πλα­κών στη κύρια όψη που εξέ­χουν από την επι­φά­νεια των τοί­χων με ντό­πια πέτρα, και ανα­πτυσ­σό­με­να, σχη­μα­τί­ζουν τετρά­γω­να, ρόμ­βους, τρί­γω­να κλπ. –κατά την ιτα­λι­κή αρχι­τε­κτο­νι­κή που περι­γρά­ψα­με. Συν­δε­ό­με­να μετα­ξύ τους τα σχή­μα­τα αυτά, δηλώ­νουν και τα αρχι­κά του ονό­μα­τος του ιδιο­κτή­τη, την ημε­ρο­μη­νία κατα­σκευ­ής, αλλά και απει­κο­νί­σεις διά­φο­ρες, όπως δέν­δρα και λου­λού­δια. Τα δια­κο­σμη­τι­κά αυτά στοι­χεία βρί­σκο­νται σε ισό­τι­μη διά­τα­ξη, συμ­με­τρι­κά και αρμο­νι­κά συν­δε­δε­μέ­να μετα­ξύ τους. Οι τέσ­σε­ρις γωνί­ες του κτι­ρί­ου είναι επι­πλέ­ον δια­κο­σμη­μέ­νες με πεσ­σούς ή κιο­νί­σκους, που στε­φα­νώ­νο­νται με σχή­μα­τα που θυμί­ζουν φτε­ρού­γες που­λιών ή σκιά­χτρα. Η στέ­γη είναι επί­πε­δη, φτιαγ­μέ­νη από αργι­λό­χω­μα πατη­μέ­νο που καλύ­πτει τις πλά­κες της στέ­γης που είναι τοπο­θε­τη­μέ­νες πάνω σε τρά­βες. Κάθε χρό­νο ο ιδιο­κτή­της, πριν τα πρω­το­βρό­χια πετύ­χαι­νε τη στε­γα­νο­ποί­η­ση της στέ­γης με το λεγό­με­νο κυλίνδρισμα.

Περί­τε­χνα κτί­σμα­τα — πύρ­γοι με ιδιαί­τε­ρα δια­κο­σμη­τι­κά στοι­χεία διά­σπαρ­τα στις βου­νο­πλα­γιές και  στις κοι­λά­δες των νησιών

Τα φιλο­τέ­χνη­σαν έμπει­ροι μάστο­ρες και ήταν σύμ­βο­λα της κοι­νω­νι­κής θέσης των κατοί­κων της περιο­χής. Όταν το κτί­ριο ήταν μεγά­λο σήμαι­νε ότι ο ιδιο­κτή­της ήταν πολύ πλού­σιος. Τα εντυ­πω­σια­κά κτί­ρια, παρά το μέγε­θός τους, δεν οικο­δο­μή­θη­καν για να στε­γά­σουν ανθρώ­πους, αλλά περιστέρια.

Η πιο παλιά χρο­νο­λο­γία περι­στε­ρώ­να ανα­φέ­ρε­ται σε δια­θή­κη ενός καθο­λι­κού ιερέα του 1726.

Συνή­θως, οι περι­στε­ρώ­νες είναι απλά κτί­σμα­τα αλλά τα συγκε­κρι­μέ­να βρί­σκο­νται σε ένα νησί με μεγά­λη παρά­δο­ση στην τέχνη και για το λόγο αυτό φημί­ζο­νται για την ιδιαί­τε­ρη αρχι­τε­κτο­νι­κή τους.

Οι περι­στε­ριώ­νες απο­τε­λούν εξαι­ρε­τι­κά δείγ­μα­τα της λαϊ­κής τέχνης και στη Τήνο είναι μονα­δι­κοί όχι μόνο για­τί είναι μεγα­λύ­τε­ροι από τους συνη­θι­σμέ­νους και πιο περί­τε­χνοι αλλά και επει­δή ο κάθε ένας είναι δια­φο­ρε­τι­κός από τους άλλους.

Οι περισ­σό­τε­ροι χτί­στη­καν κοντά σε χωρά­φια ώστε τα περι­στέ­ρια να μπο­ρούν να βρί­σκουν εύκο­λα τρο­φή. Έχουν –εκτός από λευ­κό χρώ­μα και το χρώ­μα της πέτρας.

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο