Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

«Πράσινος» ΕΝΦΙΑ

Ένα ασύλληπτο πακέτο, που σε βάθος τετραετίας θα ξεπεράσει πανευρωπαϊκά το 1 τρισ. ευρώ, αμπαλάρουν οι κυβερνήσεις της ΕΕ για τα μονοπώλια στους κλάδους των Κατασκευών και της Ενέργειας, για τις τράπεζες αλλά και για τους ομίλους του real estate, ανοίγοντας ένα όχι και τόσο νέο κεφάλαιο στην «πράσινη ανάπτυξη».
Πρόκειται για την «ενεργειακή αναβάθμιση» όλων των δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, η οποία συνοδεύεται με αυστηρά χρονοδιαγράμματα, όπως προκύπτει από την Οδηγία που εξέδωσε την Τετάρτη η Κομισιόν.

Ριζοσπάστης Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Το σχέδιο προβλέπει την ανακαίνιση των κτιρίων, στο όνομα του να μειωθούν οι εκπομπές άνθρακα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για άλλη μια γενναία κρατική στήριξη στους επιχειρηματικούς ομίλους, με όχημα την «πράσινη μετάβαση», που, όπως και στην Ενέργεια, έχει δύο όψεις.

Η μία είναι αυτή που αφορά τα μονοπώλια και τα κέρδη τους. Εκατομμύρια ιδιωτικά και δημόσια κτίρια σε όλη την Ευρώπη θα μετατραπούν τα επόμενα χρόνια σε εργοτάξια, για να πιάσουν τα νέα περιβαλλοντικά στάνταρ που θέτει η Κομισιόν.
Η «πίτα» των δισ. ευρώ που θα μοιραστούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι, κυρίως από τον κλάδο των Κατασκευών, είναι μια γερή ένεση στην κερδοφορία τους και θα τροφοδοτήσει όλη την αλυσίδα της παραγωγής «πράσινων» δομικών υλικών, αλλά και «πράσινων» μορφών Ενέργειας.

Η άλλη όψη είναι αυτή που αφορά τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, που θα φορτωθούν έναν ακόμα βαρύ λογαριασμό στη λαϊκή κατοικία. Τα πακέτα στήριξης των μονοπωλίων θα τα πληρώσει ο λαός, με επιπλέον «πράσινα» χαράτσια και φόρους, υπερχρέωση στις τράπεζες, ακριβότερα ενοίκια και υψηλότερες τιμές στην αγορά της στέγης.
Ο μηχανισμός γι’ αυτήν τη νέα επίθεση στο λαϊκό εισόδημα και στην κατοικία είναι έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία από τις κυβερνήσεις των κρατών – μελών.

Η ΕΕ επεκτείνει την «πράσινη μετάβαση» και σε άλλους τομείς πέραν της Ενέργειας, με τη θέσπιση «κινήτρων» και «αντικινήτρων» για τους ομίλους, που μεταφράζονται σε χαράτσια για τον λαό. Στην προκειμένη περίπτωση, για να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα των ανακαινίσεων ετοιμάζει έναν «πράσινο» ΕΝΦΙΑ, που θα αποτελέσει «ίδιο πόρο» για τα ταμεία της ΕΕ. Το έργο έχει ξαναπαιχτεί: Το κόστος για τα δικαιώματα ρύπων στην παραγωγή Ενέργειας μετακυλίεται στον λαό, που πληρώνει πανάκριβα το ηλεκτρικό ρεύμα.

Δεν υπάρχει λοιπόν παράδειγμα που να μην επιβεβαιώνει ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη, όποιο χρώμα κι αν έχει, δεν γίνεται να υπηρετεί ταυτόχρονα την κερδοφορία των επιχειρήσεων και τις λαϊκές ανάγκες. Αναδύεται και εδώ η μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών και στην επιδείνωση, σχετική και απόλυτη, των όρων ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Η ανάγκη για φτηνές, σύγχρονες, ασφαλείς κατοικίες και δημόσια κτίρια συγκρούεται με το κυνήγι του μεγαλύτερου κέρδους, που φορτώνει νέα βάρη στον λαό. Κι όλα αυτά στο όνομα της «σωτηρίας» τάχα του περιβάλλοντος, από εκείνους που έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την υποβάθμισή του, δηλαδή τα μονοπώλια και το κράτος τους, που το αντιμετωπίζουν ως πηγή κέρδους, είτε με την καταστροφή είτε με την εκμετάλλευσή του.

Στυλοβάτες αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής είναι η κυβέρνηση της ΝΔ και όλα τα άλλα αστικά κόμματα. Πρώτα απ’ όλα ο ΣΥΡΙΖΑ, που σκορπάει αυταπάτες για μια πιο δίκαιη τάχα «πράσινη» ανάπτυξη, έχοντας συνυπογράψει το υπερμνημόνιο του Ταμείου Ανάπτυξης και τα αντιλαϊκά προαπαιτούμενα για τη χρηματοδότηση των ομίλων. Ο ανταγωνισμός του με τη ΝΔ είναι για το ποιος μπορεί να «τρέξει» καλύτερα τον αντιλαϊκό σχεδιασμό, με τις μικρότερες αντιδράσεις, καλλιεργώντας προσδοκίες στα λαϊκά στρώματα ότι «έχουν λαμβάνειν» από την καπιταλιστική «πράσινη» ανάπτυξη.

Ο λαός δεν πρέπει να ανεχτεί κανένα νέο χαράτσι, αλλά να παλέψει για την κατάργηση και αυτών που ήδη τον βαραίνουν, στην Ενέργεια, στην κατοικία, στην αγορά βασικών αγαθών, διεκδικώντας σύγχρονους όρους ζωής. Ενέργεια, στέγη και αναβαθμισμένο περιβάλλον είναι δικαίωμα και ανάγκη του λαού. Στο χέρι του είναι να παραμερίσει τα εμπόδια που δεν τον αφήνουν να τα απολαύσει και φράζουν τον δρόμο προς τη λαϊκή ευημερία, βάζοντας στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο: Την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στη γη, την οργάνωση της παραγωγής με σκοπό το κέρδος.

Πηγή

Μετάβαση στο περιεχόμενο