Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Πώς χτίζεται το «τουριστικό θαύμα»: Κορυφή στο παγόβουνο της εκμετάλλευσης οι σερβιτόροι – δύτες

Τσακισμένοι εργαζόμενοι, ακατάπαυστη δουλειά, απλήρωτες υπερωρίες η άλλη όψη του «ανταγωνιστικού προϊόντος»

Το γεγονός ότι το περιστατικό με τον σερβιτόρο – «δύτη» σε beach bar της Ρόδου δεν είναι καμιά «ακραία εξαίρεση» αλλά η ίδια η κανονικότητα των συνθηκών γαλέρας και της εργοδοτικής ασυδοσίας στη «βαριά βιομηχανία» του Τουρισμού επιβεβαιώνεται σε κάθε βήμα της αποστολής του «Ριζοσπάστη» που βρίσκεται στο νησί. Μια «κανονικότητα» που απλώνεται σε όλους τους τουριστικούς προορισμούς και πάει μαζί με τα χαρακτηριστικά «ναυαρχίδας» του κλάδου στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ετσι, μπορεί οι υπερασπιστές της ανταγωνιστικότητας του «τουριστικού προϊόντος» να έφτασαν στον πάτο, επικαλούμενοι ακόμα και την «ελευθερία» του σερβιτόρου να …εξυπηρετεί πελάτες κολυμπώντας, όμως κάθε συζήτηση με εργαζόμενους του κλάδου αποκαλύπτει ότι τέτοιες εικόνες είναι μόνο η «κορυφή του παγόβουνου» της άγριας εκμετάλλευσης. Και αυτό αφορά τα χιλιάδες εποχιακά κάτεργα που ξεκινούν τη λειτουργία τους από τον Απρίλη και τα «μαζεύουν» με τα πρώτα κρύα, όταν η καλοκαιρινή βιτρίνα σβήνει και έχοντας ξεζουμίσει τους εργαζόμενους για τα κέρδη της εργοδοσίας.

Η πραγματική εικόνα πίσω από τη βιτρίνα

Ο «Ριζοσπάστης» λοιπόν βρίσκεται αυτήν τη βδομάδα στη Ρόδο. Συζητά με εργαζόμενους σε ξενοδοχεία και μαγαζιά του επισιτισμού, καταγράφει εικόνες πίσω από την κουρτίνα του «ελληνικού καλοκαιριού», για το πώς οι σερβιτόροι, οι μάγειρες, οι καμαριέρες και οι άλλοι εργαζόμενοι κάνουν πραγματικότητα το «θαύμα» της κερδοφορίας των μεγαλοξενοδόχων.

Στη Ρόδο, των 2,5 εκατομμυρίων αφίξεων το 2019 εργάζονται πάνω από 23.000 εργαζόμενοι στον Επισιτισμό και τον Τουρισμό και με τη δουλειά τους απέφεραν την ίδια χρονιά τζίρους που ξεπέρασαν το 1,5 δισ. ευρώ για τα αφεντικά!

Τα δισεκατομμύρια αυτά γέμισαν τα ταμεία χάρη στην ασταμάτητη δουλειά. Το «7 στα 7», δουλειά κάθε μέρα δηλαδή, είναι κανόνας για τη συντριπτική πλειοψηφία, και δεν γνωρίζει διακρίσεις σε ειδικότητες και πόστα. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι παίρνουν «βαθιές ανάσες» από τον Απρίλη και τον Μάη, βουτάνε στα κάτεργα και παλεύουν να αντέξουν σε υποστελεχωμένα κυρίως πόστα, κάνοντας διπλή και τριπλή δουλειά μέχρι τα τέλη του Οκτώβρη. Στο μεσοδιάστημα μπορεί και να πάρουν κάποια διασκορπισμένα ρεπό. Ο τεράστιος αυτός βαθμός της εντατικοποίησης, σε συνδυασμό με τον μεγάλο όγκο «πρακτικάριων» και εργαζομένων με ελάχιστη ή και καθόλου εμπειρία, που εκπαιδεύονται στα πόστα τους άρον άρον και πάνω στη φούρια της δουλειάς, οδηγεί συχνά σε εργατικά «ατυχήματα».

Οπως μας ανέφερε χαρακτηριστικά εργαζόμενος του Νοσοκομείου, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών το καλοκαίρι στην αναμονή, εκτός από τουρίστες βλέπουμε και τους μάγειρες, τους σερβιτόρους κ.ά., με τη συνήθη συνοδεία κάποιου διευθυντή, που εξασφαλίζει το …πώς δεν θα δηλωθεί ο τραυματισμός ως «εργατικό ατύχημα».

Ετσι, ούτε η ασθένεια αρκετές φορές δεν επαρκεί για ανάπαυλα του εργαζόμενου. Υπάρχει όμως και μια αξιοσημείωτη ανομοιομορφία. Αν δεν είναι «φουλ σεζόν» και η επιχείρηση βρίσκεται σε αναδουλειά, σε περιόδους χαμηλών αφίξεων ή κακοκαιρίας, για παράδειγμα, τότε μπορεί και να «βρέξει» αναγκαστικά ρεπό για να γλιτώσει η εργοδοσία μεροκάματα. Υπάρχουν φυσικά και εργαζόμενοι που έχουν την «ελευθερία» να ζητούν να δουλεύουν κάθε μέρα, όσο τους βαστούν τα πόδια τους.

Δουλειά έξι μηνών για να βγει μια χρονιά

Η «ελευθερία» άλλωστε …επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα, αφού εργαζόμενος στον Τουρισμό, ως εποχικά εργαζόμενος, δουλεύει 6 μήνες, αλλά για να ζήσει 12. Το τέλος της σεζόν τον βρίσκει με το πετσοκομμένο επίδομα ανεργίας των 3 μηνών όπως και μισθούς που ονομαστικά είναι στάσιμοι εδώ και πάνω από μια δεκαετία, ενώ στην πραγματικότητα όπως και των άλλων εργαζομένων, συρρικνώνονται όλο και περισσότερο από την ακρίβεια και τη φοροληστεία.

Η εργοδοσία, λοιπόν, με λυμένα τα χέρια από τους νόμους των κυβερνήσεων, που της κατοχύρωσαν κάμποσες διαφορετικές εργασιακές σχέσεις, που νομιμοποίησαν τα ωράρια – λάστιχο και τις απλήρωτες υπερωρίες, ξεζουμίζει το προσωπικό για τους 6 – 7 αυτούς μήνες, αφήνοντάς το να μαζέψει τα κομμάτια του τους υπόλοιπους. Ετσι, θερίζουν εκτός από τα «ατυχήματα» και οι επαγγελματικές ασθένειες, τα μυοσκελετικά προβλήματα, όπως σε μάγειρες, καμαριέρες, σερβιτόρους κ.λπ.

Κυβερνήσεις και εργοδοσία με συμμάχους τους εργατοπατέρες

«Συμμάχους», όμως, βρίσκει η εργοδοσία και σε συνδικαλιστές του «χεριού της», όπως στην ηγεσία του Εργατικού Κέντρου και του κλαδικού Σωματείου Ξενοδοχοϋπαλλήλων στο νησί της Ρόδου. Επικαλούνται, για παράδειγμα, την Τοπική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση που υπέγραψαν πέρσι, και προβλέπει αύξηση 9% στους μισθούς από 1.9.2022, 3% από 1 Ιούνη 2024 και 1% από 1η Ιούνη 2025, ανεβάζοντας τους μεικτούς βασικούς μισθούς στο «αστρονομικό» ύψος των 913 – 997 ευρώ, που έχει ήδη ροκανίσει η ακρίβεια. Μάλιστα, οι ξενοδόχοι και οι «εταίροι» τους φρόντισαν να τσεπώσουν τις αυξήσεις από την άλλη τσέπη του εργαζόμενου. Για παράδειγμα, εφόσον η επιχείρηση παρέχει στέγη στον εργαζόμενο εντός ή εκτός των εγκαταστάσεών της, του αφαιρεί ποσοστό 15% επί του εκάστοτε μισθού. Το ποσοστό αυτό αφαιρείται μόνο στην περίπτωση που ο εργαζόμενος διαμένει μόνος του ή με έναν το πολύ συγκάτοικο, σε δωμάτιο το οποίο διαθέτει δικό του λουτρό και κλιματισμό! Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος στοιβάζεται σαν τις σαρδέλες στα γνωστά «καταλύματα» των 8 κρεβατιών, τότε του αφαιρείται 10%…

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια Σύμβαση βρήκαν νομιμοποίηση και οι επαίσχυντες διατάξεις του νόμου Χατζηδάκη, για «τζάμπα υπερωρίες» καθώς, όπως αναφέρεται, τα εποχικά ξενοδοχεία (ουσιαστικά όλα) «επιτρέπεται να απασχολήσουν τους μισθωτούς έως 2 ώρες ημερησίως, πέραν του νόμιμου ωραρίου τους, σύμφωνα με τις ανάγκες της ξενοδοχειακής επιχείρησης, κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου έως και Σεπτεμβρίου, χωρίς να καταβάλλουν πρόσθετη αμοιβή», με την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των 40 ωρών ανά βδομάδα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας των μηνών Οκτώβρη και Νοέμβρη.

Δημήτρης Μαβίδης / Ριζοσπάστης

Μοιραστείτε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο