Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ρατσισμός, παιδί του Καπιταλισμού

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Η ρατσιστική δολοφονία του αφροαμερικανού Τζόρτζ Φλόιντ από αστυνομικό στη Μινεάπολη αποτελεί αντανάκλαση της βαθιάς σήψης του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ενός συστήματος που γεννά, αναπαράγει και διευρύνει την εκμετάλλευση, τις κοινωνικές ανισότητες, το ρατσισμό, την φυλετική βία και την ταξική καταπίεση, την περιθωριοποίηση των μειονοτήτων.

Ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν προέκυψαν από παρθενογένεση, ούτε μπορούν να ερμηνευτούν πέρα και έξω από το πλαίσιο ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Υπήρξαν και συνεχίζουν να αποτελούν χρήσιμα όπλα στα χέρια της αστικής τάξης, στην προσπάθεια της να κρατά φοβισμένες τις εργατικές μάζες, να βάζει φρένο στη ριζοσπαστικοποίηση λαϊκών συνειδήσεων, να βάζει εμπόδια στην οργάνωση των εργατικών-λαϊκών αγώνων.

Στις ΗΠΑ, τη μητρόπολη του καπιταλισμού, την πολυδιαφημισμένη «δημοκρατία» του «ελευθερίας» και του «αμερικάνικου ονείρου», τα ρατσιστικά εγκλήματα αποτελούν συχνό φαινόμενο. Η ίδια η ιστορία των ΗΠΑ, από την ίδρυσή τους ως ενιαίο κράτος μέχρι και σήμερα, είναι γεμάτη ταξική εκμετάλλευση, κοινωνική και φυλετική βία, ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις, πολιτισμικές αξίες βασισμένες στον κοινωνικό δαρβινισμό και τη θεοποίηση του χρήματος.

Τα θεμέλια της αμερικάνικης κοινωνίας έχουν ποτιστεί στο διάβα της ιστορίας με το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων. Τι να πρωτοθυμηθούμε;

Την σφαγή των αυτοχθόνων ινδιάνικων πληθυσμών από τους ευρωπαίους αποικιοκράτες το 19ο αιώνα; Την εγκληματική δράση της Κου Κλουξ Κλαν και τα δημόσια λυντσαρίσματα-εκτελέσεις αφροαμερικανών; Τις εκατόμβες νεκρών εργατών-μεταναστών που «έχτισαν» τις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα; Τις φυλετικές διακρίσεις που για δεκαετίες ολόκληρες συντηρούνταν με την ανοχή των αμερικανικών κυβερνήσεων; Τα εκατοντάδες κάθε χρόνο εγκλήματα ρατσιστικής αστυνομικής βίας, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν γίνονται ευρύτερα γνωστά επειδή δεν έτυχε να καταγραφούν στην κάμερα; Τους νόμους περί οπλοκατοχής και τα αναρίθμητα αθώα θύματα οπλισμένων μακελάρηδων σε σχολεία και πανεπιστήμια των ΗΠΑ; 

Ο καπιταλισμός προκαλεί ασφυξία

Martin Luther King and Malcolm X

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μάλκολμ Χ.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η σπουδαία αυτή μορφή που πρωταγωνίστησε για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ, δεν υπήρξε ποτέ του κομμουνιστής. Κατάφερε, ωστόσο, στο διάβα της πολυσχιδούς δράσης του να αντιληφθεί ότι η ρίζα του προβλήματος των φυλετικών διακρίσεων βρίσκονταν στο κοινωνικό χάσμα μεταξύ πλουσιών και φτωχών, δηλαδή στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Να τι έλεγε σε ομιλία του στην Ατλάντα στις 16 Αυγούστου 1967, λίγους μόλις μήνες πριν τη δολοφονία του: «Μια μέρα θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Γιατί υπάρχουν 40 εκατομμύρια φτωχοί στην Αμερική; Και όταν ξεκινήσεις να απαντάς το ερώτημα, σου γεννιούνται ερωτήματα για το οικονομικό σύστημα, για μια ευρύτερη διανομή του πλούτου. Όταν κάνεις αυτήν την ερώτηση, ξεκινάς να αμφισβητείς την καπιταλιστική οικονομία. Αυτό που απλά θέλω να πω είναι πως όλο και περισσότερο πρέπει να αρχίσουμε να θέτουμε ερωτήματα για ολόκληρη την κοινωνία…».

Ένας άλλος αγωνιστής για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών κατά τις δεκαετίες του 1950-60, που επίσης δεν ήταν κομμουνιστής, ο Μάλκολμ Χ σημείωνε το 1964: «Είναι αδύνατο για τον λευκό άνθρωπο να πιστεύει στον καπιταλισμό χωρίς να πιστεύει στο ρατσισμό. Δε μπορείς να έχεις καπιταλισμό χωρίς ρατσισμό».

Τόσο ο Κινγκ όσο και ο Μάλκολμ Χ δολοφονήθηκαν όταν βρίσκονταν στο απόγειο της ριζοσπαστικοποίησης τους, όταν ο δημόσιος λόγος τους άρχισε να μετατοπίζεται από τις γενικόλογες διακηρύξεις περί φυλετικής ισότητας στην ανοιχτή αμφισβήτηση των κυρίαρχων δομών του κεφαλαιοκρατικού συστήματος των ΗΠΑ.

Πρόκειται για το σύστημα εκείνο που από τη μια αντιμετώπιζε τους μαύρους ως πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας και από την άλλη τους καλούσε να γίνουν «κρέας για τα κανόνια» του αμερικανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, στέλνοντας τους στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο του Βιετνάμ.

«Πως είναι δυνατόν να παριστάνει το φρουρό της ελευθερίας εκείνος που σκοτώνει τα ίδια τα παιδιά του και καθημερινά τα ταπεινώνει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπορεί να ποζάρει για φρουρός της ελευθερίας εκείνος που αφήνει ελεύθερους τους δολοφόνους των νέγρων και μάλιστα τους προστατεύει και τιμωρεί το νέγρικο πληθυσμό επειδή απαιτεί να γίνουν σεβαστά τα νόμιμα δικαιώματα του ως ελεύθερων ανθρώπων;».

– Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ομιλία στη ΓΣ του ΟΗΕ, 11 Δεκέμβρη 1964.

Τον Απρίλη του 1967, ο θρυλικός πυγμάχος, παγκόσμιος πρωταθλητής και ολυμπιονίκης, Μοχάμεντ Άλι αρνήθηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο, καταγγέλλοντας δημόσια το ρατσισμό στις ΗΠΑ.

«Γιατί θα πρέπει να βάλω μια στολή και να πάω 10.000 μίλια μακριά απ’ την πατρίδα και να ρίχνω βόμβες και σφαίρες σε μελαψούς ανθρώπους στο Βιετνάμ, όταν άνθρωποι που τους αποκαλούν αράπηδες αντιμετωπίζονται στο Λούισβιλ σαν σκυλιά και τους αρνούνται στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα;» δήλωνε οργισμένος ο Άλι.

Και προσέθετε: «Εάν πρόκειται να πεθάνω, θα πεθάνω τώρα, εδώ, πολεμώντας εσάς. Εσείς είστε ο εχθρός μου. Οι εχθροί μου είναι λευκοί, όχι Βιετκόνγκ, Κινέζοι και Γιαπωνέζοι. Εσείς μου αρνείστε την ελευθερία. Εσείς μου αρνείστε τη δικαιοσύνη. Εσείς μου αρνείστε την ισότητα».

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί εναλλάχτηκαν στην εξουσία. Πρόεδροι συντηρητικοί και «προοδευτικοί», από το Ρ. Νίξον, το Ρ. Ρίγκαν και τον Τζ. Μπους μέχρι τον Μπ. Κλίντον, κι’ από τον αφροαμερικανό Μπ. Ομπάμα μέχρι τον σημερινό πρόεδρο Τραμπ, όλοι τους υπηρέτησαν με αξιοθαύμαστη συνέπεια τα συμφέροντα του αμερικανικού κεφαλαίου.

Είναι το ίδιο κεφάλαιο που, όπως έγραφε ο Μαρξ πριν ενάμιση αιώνα, «γεννιέται βουτηγμένο από την κορυφή ως τα νύχια στο αίμα και τη βρωμιά, στάζοντας αίμα απ΄ όλους τους πόρους» («Κεφάλαιο», τόμος Α’, σελίδα 785). Η εργατική τάξη των ΗΠΑ, τα φτωχά λαϊκά στρώματα της μεγάλης αυτής χώρας, οι γκετοποιημένες μειονότητες των αφροαμερικανών και των ισπανόφωνων, έχουν βιώσει και βιώνουν από «πρώτο χέρι» την «ασφυξία» της καθημερινής εκμετάλλευσης.

Στα τελευταία λόγια («δε μπορώ να αναπνεύσω») του δολοφονημένου Τζορτζ Φλόιντ αντικατοπτρίζεται η ταξική καταπίεση ενός ολόκληρου λαού, εκατομμυρίων ανθρώπων της εργασίας και του μεροκάματου που συνθλίβονται στις μυλόπετρες της κερδοφορίας του κεφαλαίου και των μεγάλων μονοπωλιακών κολοσσών.

Οι εικόνες από τις ΗΠΑ έρχονται να επιβεβαιώσουν μια αδήριτη ανάγκη: Η πάλη ενάντια στο ρατσισμό, τον φυλετισμό, την ξενοφοβία μπορεί να έχει αποτέλεσμα μόνο όταν εντάσσεται στον αγώνα για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος και την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.