Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

« Σαν τα γίδια στο μαντρί»

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος //

«Την ώρα που όλος ο πλανήτης αγωνιά για την εξάπλωση του φονικού κορωνοϊού και οι πολίτες έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, υπάρχουν κάποιοι σε μια γωνιά της Γης που αγνοούν τις εκκλήσεις. “Είναι ο… μάγκας ο Έλληνας, ο… ανυπότακτος, ο δήθεν επαναστάτης, αυτός που δεν συμμορφώνεται ακόμα και όταν απειλείται η ζωή του ίδιου και των συμπολιτών του”. Ουρές στα διόδια. Να πάνε πού; Δεν υπάρχει σωτηρία σε αυτό τον τόπο. Άπειρη ηλιθιότητα. Ας μην κλαίγονται μετά… Ανεύθυνοι και ασυνείδητοι που δεν τους πρέπει ο τιμητικός τίτλος του πολίτη». «Σαν τα γίδια στο μαντρί».

Αυτά έγραψε αγανακτισμένος αρθρογράφος και βέβαια πρέπει η όλη υπόθεση να εξεταστεί από λαογραφικής πλευράς για να διαπιστωθεί, αν o χαρακτηρισμός «γίδια» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επί τούτοις γνωμάτευσε ο μπάρμπα Βασίλης, άξεστος Τζουμερκιώτης, οιωνοσκόπος και μέγας λαογράφος. Η γνωμάτευση έχει ως εξής:

«Η φράση “μπήκαν τα γίδια στο μαντρί” κοινότυπη για τους βοσκούς, με την πάροδο του χρόνου χρησιμοποιήθηκε πολλάκις μεταφορικά και εσχάτως-μπορώ να πω- ότι παραχρησιμοποιείται συνυποδηλωτικά είτε υπονοώντας τους ψηφοφόρους (κομματικά μαντρωμένους) είτε παραλλάσσοντας την έννοια του Κοινοβουλίου με το μαντρί. Πολλές φορές, όμως, τα γίδια τα χρησιμοποιούμε και για να βρίσουμε κάποιον. “Άντε μωρέ γίδι, γιδερό, γιδοβοσκέ, γιδοξούρ’ κλπ.”.

Επί του θέματος που εσχάτως ανέκυψε τι σημαίνουν οι ύβρεις “γίδα” και “γίδια”, που πολλές φορές εκστομούμε και από λαογραφικής απόψεως εξεταζόμενο το θέμα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Η γίδα, ως γνωστόν, είναι το ευκίνητο μηρυκαστικό ζώο με χοντρά κέρατα, συγγενές με το πρόβατο, που ζει σε ορεινές περιοχές και εμφανίζεται εξημερωμένο σε πολλές κατοικίδιες ποικιλίες ως το θηλυκό του τράγου. Ως εκ τούτου απαιτούνται να αναλυθούν λαογραφικώς οι ακόλουθες λέξεις- όροι.

Κέρατο: Είναι ο παλιάνθρωπος, το καθίκι κλπ. “Κέρατο βερνικωμένο”. Επίσης, κερατάς είναι ο σύζυγος που τον απατά η γυναίκα του. Ανάλογα με την απάτη γίνεται κερατούκλης ή τάρανδος. Βαρύτατο είναι και το κέρατο το τράγιο. Ο θυμόσοφος λαός το είπε: “Να λυπάσαι τον καβαλάρ’ που τ’ κρέμουνται τα ποδάρια/και τον κερατά που του ‘μ’ναν τα παπάρια».

Ορεινές περιοχές: Το γεγονός ότι η γίδα ζει σε ορεινές περιοχές ουδόλως ταυτίζεται με το χώρο της Βουλής. Οι Ορεινοί ήταν κόμμα στη Γαλλία που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το 1793 με επαναστατικές ιδεολογίες. Πέρα από αυτά στη Βουλή “βουλεύονται”, κατ’ άλλους “βολεύονται” και δεν μηρυκάζουν. Να πούμε ότι μηρυκασμός είναι η στερεότυπη και ανιαρή επανάληψη των ίδιων λόγων, σκέψεων και απόψεων. Συνεπώς δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη Βουλή με τις ορεινές περιοχές για όλα αυτά και για έναν ακόμα λόγο. Στη Βουλή δεν υπάρχουν πουρνάρια για να πούμε ότι μπορεί να ισχύει το αξίωμα: “Ό,τι έκαμι η γίδα στου πουρνάρ’ , κάν’ του πουρνάρ’ στ’ γίδα”, δηλαδή πληρωμή “με το ίδιο το νόμισμα”: η γίδα τρώει το πουρνάρι, αλλά αυτό με τη σειρά του την εκδικείται, αφού το πουρνάρι δίνει στη βυρσοδεψία τα σχετικά υλικά της κατεργασίας του δέρματός της. Εκεί παίρνουν μέτρα προφύλαξής τους. Ισχύει η ασυλία.

Τράγος: Η αρσενική γίδα με χαρακτηριστικό γένι. Τράγος λέγεται και υβριστικώς ο παπάς, γιατί έχει γένι και θυμίζει τράγο. “Λαθεύουν και οι παπαδιές και τρογκιούνται με τα τραγιά στο τραγότσιαλο”. Να πούμε ακόμα πως γίδι είναι το νεογνό της γίδας, το κατσικάκι, ενώ ως ΓΙΔΙΑ ορίζονται το κοπάδι αποτελούμενο από γίδες και τράγους, ανεξαρτήτως ηλικίας. “Μπήκαν, μωρέ, μπήκαν/τα γίδια στο μαντρί,/τα πρόβατα στη στρούγκα”.

Πρέπει, για να έχουμε πλήρη και επιστημονική ανάλυση του θέματος, να προσθέσουμε και την πληροφορία του ζευγαρώματος και της αναπαραγωγής των γιδιών. Οι κάτοχοι της γίδας απευθύνονται στους κατόχους των αρσενικών ζώων, των τραγιών, για το βάτεμα. Ο τραγοκάτοχος παίρνει τα «βατευτικά» ή τα “μαρκαλίκια”. Έτσι λένε το αντίτιμο για το ζευγάρωμα των ζώων, και αν δεν «στήσει» δηλαδή δεν γκαστρωθεί το θηλυκό, το επαναζευγαρώνουν χωρίς πληρωμή. Αν πάλι δεν γκαστρωθεί ο κάτοχος του αρσενικού επιστρέφει τα βατευτικά ή μαρκαλίκια. Όσες ημέρες τα θηλυκά ζώα, είναι στο αρσενικό, ο ιδιοκτήτης του αρσενικού, είναι υπεύθυνος για την συντήρηση, αλλά και την ασφάλεια του θηλυκού ζώου. Όταν φθάσει εποχή του ζευγαρώματος, ο εκάστοτε ντελάλης φωνάζει:

“Χωριανοί… ακούσατε, ακούσατε. Από μεθαύριο τη Δευτέρα αρχίζει ο μάρκαλος. Όποιος έχει μαρτίνες να τις πάει στο τραΐ του τάδε… (όνομα ιδιοκτήτη αρσενικού), για φέτος, είκοσι φράγκα η ταρίφα, άμα δεν στήσει η γίδα δεν πλερώνει. Το τάγισμα, το πότισμα και φύλαγμα ανέξοδο…”.

Αν οι γίδες μαρκαλίζονται με νταμάρια άσογα – όχι καλή ράτσα – και πρόκειται να γεννήσουν ζαρικάτσικα, λισβά, τα στρίβουν. Το στρίψιμο γίνεται με τ’ αλάτι. Τα ταΐζουν δηλαδή αλάτι και παραδέχονται πως ο σπόρος που πήραν πάει στα πουφ. Για να ξαναγκαστρωθούν, πρέπει να μαρκαληθούνε και πάλι. Διώχνουν λοιπόν τα ζαρότραγα απ’ το κοπάδι κι’ αφήνουν τα σοϊλίτικα νταμάρια μ’ αυτά να μαρκαλίζονται. Παραδέχονται επίσης πως άμα φάνε τα γκαστρωμένα χλωρόν καπνό, γυρίζουν, αν έχουν αρσενικό, αλλάζει και γίνεται θηλυκό .

Ως γίδι εννοούμε και το πρόσωπο που δεν έχει τρόπους, που είναι άξεστος και αγροίκος. Εξ’ ου το γιδερό, το γιδόπιασμα, το γιδοπέταγμα, γιδοξούρ’, γιδοξεπεταγμένο… γιδοκόπαδο, γιδομάντρι. Ιδιαίτερα τη λέξη γίδι τη χρησιμοποιούμε για να βρίσουμε μια γυναίκα αναίσχυντη αναιδή, ανάγωγη, ελευθεριάζουσα. “Μωρή μουρλή, μωρή τρελή, μωρέ γίδι και βατεμένη/Που σε κάθε πλαϊά και ρεματιά μόνιμα είσαι πλαγιασμένη”.

Συμπέρασμα: Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απαγορευθεί η ύβρις “γίδα, γίδι”. Πρέπει να καταφύγουμε στο φυτικό και όχι στο ζωικό βασίλειο. Θα πρότεινα τη λέξη βούρλα. Τα γίδια μας δίνουν το γαλατάκι και αναπαράγονται. Τα βούρλα μόνο για καλάθια κάνουν. Ερώτημα: Μήπως η βλακεία μπαίνει σε καλάθι;»

Λεξιλόγιο: 

Τρογκιούνται: συνουσιάζονται
Βάτεμα: η πράξη συνουσίας ζώων, η οχεία, το «πήδημα»
Μαρκαλίκια: Η χρηματική αμοιβή για το μαρκάλισμα. Το ρήμα είναι μαρκαλάω που σημαίνει βατεύω, (κυριολεκτεί στα κριάρια), ενώ στους τράγους αντιστοιχεί το «πριτσιαλάω».
Τραγότσιαλο: το τσόλι, το χοντρό υφασμένο στον αργαλειό στρωσίδι ή σκέπασμα με νήμα από μαλλί γιδιών, «σάζμα».