Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Σαπφώ Νοταρά, μια εξαιρετική ηθοποιός, μια γυναίκα ελεύθερη, περήφανη, μοναχική

Στις 11 Ιουνίου 1985 πέθανε η ηθοποιός Σαπφώ Νοταρά. Μια γυναίκα ελεύθερη, περήφανη, μοναχική, όμορφη στα νιάτα της, με διπλώματα πανεπιστημιακά, κοκέτα, που, όμως, το σινεμά την καθιέρωσε σε ρόλους υπηρέτριας ή σπιτονοικοκυράς. Μια γυναίκα, που το άβατο της μοναξιάς της δεν μπόρεσε κανείς να σπάσει και που εκτιμήθηκε τελικά ως ηθοποιός μόνο προς το τέλος της ζωής της, κυρίως με τη συνεργασία της στην «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι. Μια γυναίκα με τη γνωστή βροντώδη φωνή της, που έζησε και πέθανε ολομόναχη.

Η Σαπφώ Χανδάνου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε το 1910 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και αποφοίτησε με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Παρακολούθησε, επίσης, μαθήματα ρυθμικής και μπαλέτου. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Νοταρά», το πήρε από την οδό που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε.

Υπήρχαν φήμες ότι ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα και ότι είχε αρκετές επιτυχίες στον ερωτικό τομέα. Εκείνη την εποχή, αρχές του αιώνα ήταν απ’ τις λίγες γυναίκες που είχαν βγάλει Πανεπιστήμιο και λόγο του χορού το σώμα της ήταν τέλειο.

Εκτός όμως από το ψεύτικο επώνυμο, η ίδια είχε εκμυστηρευτεί ότι έκανε και ψεύτικη φωνή. Αυτήν την βραχνή, βροντερή αλλά και γεμάτη γλυκιά αγριάδα στη φωνή, την αντέγραψε από ένα παιδάκι που συνάντησε μια μέρα εκεί που έμενε και της είπε με άγριο τόνο «Σταμάτα, σε πυροβολώ….».

Ήταν άγρια και ελεύθερη ύπαρξη και έτσι μια μέρα τα παράτησε όλα (δηλ. που ήταν μια επιστήμονας), για να ασχοληθεί με το θέατρο. Ήξερε ότι εκείνη την εποχή ήταν αυτοκτονία αυτό που πήγαινε να κάνει, αλλά δεν την ένοιαξε τίποτα από αυτά και έτσι βγήκε στη σκηνή.

Εμφανίστηκε στο θέατρο πριν από τον πόλεμο. Συνεργάστηκε με πλήθος θιάσων (Εθνικού, ΚΒΘΕ, Νέζερ, Κατερίνας, Λαμπέτη – Παπά – Χορν, Αλέξη Δαμιανού, Μίμη Φωτόπουλου, Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ κ.ά.) και ερμήνευσε αμέτρητους ρόλους: από την Αρετούσα στον «Ερωτόκριτο» και την κυρά-Γιάννενα στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας», ως την Κατιούσα στην «Ανάσταση» του Τολστόι.

Το μεγάλο κοινό γνώρισε και αγάπησε τη Σαπφώ Νοταρά από την ιδιαίτερη φωνή της. Ο ρόλος της Κλημεντίνης Περπερίδου, μιας αποτυχημένης πριμαντόνας, στο ραδιοφωνικό σήριαλ «Ημερολόγιο ενός θυρωρού» του Κώστα Πρετεντέρη, ήταν ο προσωπικός της θρίαμβος στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Επιτυχημένη ήταν και η παρουσία της στον κινηματογράφο, με πλήθος ρόλων, κυρίως δευτεραγωνιστικών: «Η λύκαινα» (1951), «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Συνοικία το όνειρο» (1961), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» (1967) και «Αχ! αυτή η γυναίκα μου» (1967), με τις ιστορικές ατάκες «μπουρλοοότο» και «εδώ γίνονται Σόδομα και Γόμορα».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, οι εμφανίσεις στο θεατρικό σανίδι αραίωσαν, αλλά ξεχώρισε για τη συμμετοχή της στις παραστάσεις: «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη (1977), «Φιλουμένα Μαρτουράνο» δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη (1978) και «Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της (1982-1983).