Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Σεζάρια Εβόρα, τραγουδούσε ξυπόλυτη εκφράζοντας τη διαμαρτυρία της για τη φτώχεια του λαού της

«Στη χώρα μου υπάρχουν πολλοί ξυπόλυτοι άνθρωποι. Αλλοι επειδή δεν τους αρέσει να φορούν παπούτσια και άλλοι επειδή δεν έχουν τα χρήματα για ν’ αγοράσουν» είχε πει η Σεζάρια Εβόρα το 2006 όταν βρέθηκε στην Αθήνα. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας, όπου είχε βρεθεί αρκετές φορές για συναυλίες.

Η «ξυπόλυτη ντίβα» από το Πράσινο Ακρωτήριο, πέθανε, σε ηλικία 70 χρόνων, στις 17 Δεκεμβρίου 2011.  Σε όλη της τη ζωή επέμενε να τραγουδά ξυπόλυτη, εκφράζοντας τη διαμαρτυρία της για τη φτώχεια του λαού της. Τραγουδώντας τα «μόρνας» (λυρικές μπαλάντες σε κρεολική διάλεκτο) με σπάνια προσήλωση και αυθεντικότητα, μετουσίωνε τη μουσική σε συναισθήματα, όπως μελαγχολία, αγάπη, ελπίδα, νοσταλγία.

Το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα των νησιών του αρχιπελάγους ανοιχτά της Σενεγάλης αναδύθηκε στα χρόνια της καταπίεσης από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες και η θεματολογία του περιγράφει τον πόθο της ελευθερίας, τα σκλαβοπάζαρα, την προδομένη αγάπη, τα ακυρωμένα όνειρα…

Η Σεζάρια Εβόρα γεννήθηκε στο νησί Σάο Βισέντε του νησιωτικού συμπλέγματος του Πράσινου Ακρωτηρίου, στις 27 Αυγούστου 1941. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανή από πατέρα, που ήταν βιολιστής, και η μητέρα της, που εργαζόταν ως μαγείρισσα, αγωνίστηκε μάταια να μεγαλώσει αυτήν και τα έξι αδέλφια της με τα πενιχρά εισοδήματά της. Στα δέκα της, η μικρή Σιζέ, όπως ήταν το χαϊδευτικό της, μπήκε σε καθολικό ορφανοτροφείο. Εκεί ήταν που ήρθε σε πρώτη επαφή με τη μουσική, συμμετέχοντας στη χορωδία του ιδρύματος.

Στα 16 της κι ενώ εργαζόταν ως ράφτρα, συνάντησε ένα ναυτικό, ονόματι Εντουάρντο, ο οποίος τη μύησε στα παραδοσιακά μουσικά στιλ των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, κολαντέιρα (σατιρικά τραγούδια κοινωνικής κριτικής) και μόρνα (τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας).

Η Εβόρα από πολύ νωρίς ξεχώρισε για τη ζεστή φωνή της και για χρόνια τραγουδούσε στα μπαρ της πατρίδας της, πριν την ανακαλύψει η μουσική βιομηχανία. Η διεθνής καριέρα της ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Τη διεθνή επιτυχία της οφείλει σε δύο συμπατριώτες της, που ζούσαν στην Ευρώπη. Στον Μπάνα, που την προσκάλεσε να τραγουδήσει στην Πορτογαλία και τον Ζοζέ ντα Σίλβα, που την έπεισε να μεταβεί στο Παρίσι για να ηχογραφήσει ένα δίσκο. Το άλμπουμ La Diva Aux Pieds Nus (Η Ξυπόλητη Ντίβα) κυκλοφόρησε το 1988 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Η Σεζάρια Εβόρα εκτοξεύτηκε στο διεθνές μουσικό στερέωμα με το τέταρτο άλμπουμ της Miss Perfumado (1992), με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 300.000 αντίτυπα, χάρις στο τραγούδι Sodade, που έγινε η πρώτη διεθνής επιτυχία της. Η πορτογαλική λέξη saudade έχει περίπλοκη σημασία, που είναι δύσκολο να μεταφραστεί. Σημαίνει γενικά νοσταλγία, πόθο, λύπη και μετάνοια. Η έκφραση της sodade αποτελεί εσωτερικό στοιχείο στη μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Ακολούθησαν συναυλίες της ανά τον κόσμο, πλατινένιοι και χρυσοί δίσκοι και πολλά βραβεία. Η ίδια, πάντως, όπου κι αν βρισκόταν, «κουβαλούσε» πάντα ένα κομμάτι γης από το Πράσινο Ακρωτήρι και την ανάμνηση δύο ανθρώπων που την επηρέασαν: του καμπούρη μουσικού, που την έμαθε να τραγουδάει και του θείου της, με τα τραγούδια του οποίου ξεκίνησε την καριέρα της.

Το 1995 ήταν υποψήφια για Βραβείο Γκράμι στην κατηγορία της World Music με το άλμπουμ Cesaria. Θα το κερδίσει τελικά το 2003 για το άλμπουμ Voz d’Amor.