• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σκέψεις για τον Ιούνιο και το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ 

“Θέλω να σ’ εμπιστεύομαι, όπως δεν εμπιστεύτηκα κανένα πριν από σένα κι ελπίζω ότι θα είσαι για μένα στήριγμα και παρηγοριά.”
– Άννα Φρανκ, 12 Ιουνίου 1942Αν και φτάνουμε σχεδόν στα μέσα του Ιουνίου ο καιρός δεν λέει να έρθει στα συνηθισμένα του. Έξω τα σύννεφα και η ψιλή βροχή, μέσα η θερμότητα της κουζίνας κι η μυρωδιά του γλυκού που ψήνεται θυμίζουν φθινόπωρο. Είναι φθινόπωρο πλέον κι ας δείχνει το ημερολόγιο τοίχου, καλοκαίρι. Σκέφτομαι ορισμένως, τι σου είναι το μυαλό, πως σε λίγο μέσα σε όλα τα παρακμιακά που μας κυκλώνουν θα αρρωστήσουν κι οι αισθήσεις μας, τόσο που δεν θα αναγνωρίζουμε ούτε τον εαυτό μας, πόσο περισσότερο το περιβάλλον γύρω μας. Κι όλο να επανέρχεται η παλιά ιδέα, ήταν πάλι Ιούνης όταν γεννήθηκε, πως κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν κι ο Ιούνης του 1942 στο Άμστερνταμ όταν η μικρή Εβραιοπούλα, η Άννα Φρανκ, στην ημέρα των γενεθλίων της, ξεκίνησε το ημερολόγιο της.

Ίσως και κάπου αλλού, σκέφτομαι, το μυαλό τρέχει από τη μία σκέψη στην άλλη, στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις φτηνές πολυκατοικίες που ζητούν καταφύγιο οι εξαθλιωμένοι της κρίσης, στις εμπόλεμες περιοχές να υπάρχει ένα παιδί, όπως η Άννα Φρανκ, που θα το απασχολούν εκείνες οι μικρές, χαρές της ζωής που η εξαθλίωση κι ο πόλεμος του στερούν από την καθημερινότητα του. Ήδη, αρχίζω να θυμάμαι, είχαμε δει στις τηλεοράσεις μας για ένα κορίτσι στη Συρία που αξιοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατέγραφε ζωντανά τις συνθήκες διαβίωσης της (ή μήπως επιβίωσης) στην κατεχόμενη χώρα.

~

Όχι, μου λέει, η συνείδηση μου, δεν ζούμε σε φυσιολογικές εποχές, η οικονομική, καπιταλιστική κρίση, ο ιμπεριαλισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ισλαμοφοβία, απειλούν να ισοπεδώσουν κάθε, έστω ατελή και προβληματική, καθημερινότητα, που και το πιο απλό ή το συνηθισμένο, θα φαντάζει μαγικό και άπιαστο. Η ίδια η Άννα Φρανκ στο ημερολόγιο της έγραψε, μίλησε καλύτερα, για τον εαυτό της, τους φίλους της, τις σχολικές εξετάσεις, τους καθηγητές και το φλερτ της. Και είναι αυτό το ημερολόγιο που οδηγεί την Άννα στην ωριμότητα. Αλλά είναι μια βίαιη ωρίμανση που αναπτύσσει εκείνα τα εργαλεία που στο μέτρο του δυνατού ξεπερνούν τις απαγορεύσεις που επέβαλε η ναζιστική κατοχή – απαγορεύσεις που δεν την αδυνατίζουν ψυχολογικά, που δεν την επηρεάζουν και τις οποίες δέχεται με υπομονή, αν όχι με στωικότητα.

Έτσι θα συνεχίσει μια μεγάλη περίοδος καταγραφών, όπου και λίγο πριν το τέλος, η Άννα Φρανκ επιμένει να μην εγκαταλείπει τα όνειρα της και να πιστεύει στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων γιατί όπως δηλώνει και η ίδια είναι αδύνατο να χτίσει τις ελπίδες της με βάση τον θάνατο, την αθλιότητα και τη σύγχυση. Γράφει χαρακτηριστικά ότι “βλέπω τον κόσμο να μεταβάλλεται ολοένα σε μεγαλύτερη έρημο, ακούω τον κεραυνό που φθάνει και είναι, ίσως, προάγγελος του θανάτου μας, αισθάνομαι την οδύνη εκατομμυρίων ανθρώπων κι όμως, όταν κοιτάζω τον ουρανό, η ελπίδα ζωντανεύει στην καρδιά μου ότι η γαλήνη θα γυρίσει. Και τότε προσπαθώ να προστατεύω τα ιδανικά μου, να τα διατηρήσω ακέραια για τις καλές μέρες που θάρθουν”. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές είναι Σάββατο 15 Ιουλίου του 1944.

Αρχές Αυγούστου, του ίδιου έτους, σταματάει το ημερολόγιο – στις 4 του μήνα η Γερμανική Στρατιωτική Αστυνομία, με τη συνοδεία Ολλανδών ναζί, έκανε επίθεση στη σοφίτα όπου κρύβονταν η Άννα κι η οικογένεια της. Η Άννα Φρανκ αιχμαλωτίστηκε, μαζί με την αδερφή της αρχικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, που ξεχώρισε με την ανθρωπιά της και μετά στο γερμανικό στρατόπεδο του Μπέργκεν – Μπέλσεν όπου αρρώστησαν από τύφο. Ήταν Φλεβάρης του 1945, όταν η αδερφή της, η Μαργκώ, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε από το κρεβάτι της. Στην κατάσταση που βρισκόταν, ο οργανισμός της δεν άντεξε το σοκ. Ο θάνατος της αδερφής της έσπασε κάθε δυνατότητα να αντέξει περαιτέρω τα βασανιστήριο και την σκλαβιά. Έχασε το ηθικό της και στις αρχές Μαρτίου πέθανε…

~

Όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, σαν σε ημερολόγιο – μέσα σε διάστημα δύο ημερών, ο καιρός έχει βελτιωθεί κάπως• αφήνω το μολύβι στην άκρη. Δεν βρέχει πλέον, τα σπουργίτια από τα δέντρα της αυλής στο σπίτι, ξεκίνησαν το τραγούδι τους με ανανεωμένη όρεξη ενώ την ησυχία που επικρατεί διαταράσσουν η κίνηση στον δρόμο και η γρήγορη πτήση δύο μαχητικών αεροπλάνων πάνω από τον χανιώτικο ουρανό. Οι τελευταίες μου σκέψεις, φοβάμαι ασύντακτες, καταλήγουν στο ότι είναι πολύ εύκολο σήμερα για ένα άνθρωπο να σχολιάζει τον κακό μας τον καιρό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, με σωστά ή λανθασμένα επιχειρήματα, αλλά την ίδια στιγμή να προσπερνά μέσα στην καθημερινή αλλοτρίωση, μέσα στο καταστροφικό άγχος για να ικανοποιηθούν διάφορες ανάγκες, την αναγκαιότητα να υπερασπιστεί με αγωνία και ζωντανή δράση το δικαίωμα του στη ζωή. Αλλά, υπολογίζω, αν τα κατάφερε η Άννα Φρανκ, εάν τα καταφέρνουν οι σύγχρονοι κυνηγημένοι απ’ τον πόλεμο και τη σκλαβιά, μπορούμε κι εμείς να τα καταφέρουμε: πριν η σιδερένια φτέρνα του καπιταλισμού μας ισοπεδώσει, να σηκώσουμε το ανάστημα για ν’ αλλάξουμε τη ζωή προς το καλύτερο, και τη ζωή κάθε προλετάριου, αντί να βασιζόμαστε μόνο στην οργή – δηλαδή στο ταξικό μίσος, στην καλύτερη περίπτωση ή μόνο στην γκρίνια, στη χειρότερη. Αυτό θα ήθελε και η Άννα Φρανκ. Α, και να χαμογελάμε…