Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Σοσιαλισμός, η απάντηση για τον 21ο αιώνα — Του Μάκη Παπαδόπουλου

Στον 20ό αιώνα άνοιξε ο δρόμος για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και στη συνέχεια η συγκρότηση της Σοβιετικής Ενωσης φώτισαν τη δύναμη των εκμεταλλευομένων, όταν βγαίνουν ορμητικά στο προσκήνιο και γυρίζουν τον τροχό της Ιστορίας μπροστά, στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Αυτός ο φόβος της ανατροπής σημαδεύει από τότε την αστική τάξη στη διαρκή αναμέτρησή της με το επαναστατικό εργατικό κίνημα και ας παριστάνει σήμερα την παντοδύναμη. Γιατί γνωρίζει απ’ την ίδια την ιστορία του καπιταλισμού ότι κανένα νέο κοινωνικό σύστημα δεν εδραιώθηκε μια κι έξω, σε μια ευθύγραμμη πορεία από νίκες.

Γι’ αυτό και ξοδεύει τόσο πολύ χρήμα και μελάνι για να μας πείσει ότι φτάσαμε στο «τέλος της Ιστορίας». Ετσι και φέτος διαβάζουμε στον αστικό Τύπο τις γνωστές αναλύσεις για την «ουτοπία που γέρασε απότομα», την πρόωρη γήρανση της ιδέας του σοσιαλισμού που έγινε καθεστώς, το «σύστημα ακραίου αυταρχισμού του σταλινισμού» και τόσα άλλα χιλιοειπωμένα.

Ομως όσο κι αν προσπαθούν, δεν μπορούν να κρύψουν τη μεγάλη αλήθεια, ότι θα μπορούσαμε να ζούμε πολύ καλύτερα αν οι ανάγκες μας δεν θυσιάζονταν καθημερινά στον βωμό του καπιταλιστικού κέρδους.

Οι διεθνείς καπιταλιστικές κρίσεις, η κατάρρευση των δημόσιων συστημάτων Υγείας στα ιμπεριαλιστικά κέντρα μέσα στην πανδημία, η εκτίναξη της ανεργίας και της φτώχειας αναδεικνύουν τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος που σαπίζει. Γι’ αυτό και οι αστικές αναλύσεις προσπαθούν συστηματικά να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση εκτός των τειχών του συστήματος της εκμετάλλευσης.

Για τη θετική και αρνητική πείρα του 20ού αιώνα

Η αλήθεια είναι ότι τόσο η θετική όσο και η αρνητική πείρα του 20ού αιώνα αποδεικνύουν την υπεροχή των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Αποδεικνύουν την υπεροχή του σοσιαλισμού για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας κάθε εργαζόμενου.

Η υπεροχή του σοσιαλισμού, ως ανώτερης οργάνωσης της κοινωνίας, φάνηκε ήδη τις δυο πρώτες δεκαετίες στην ΕΣΣΔ. Η εξάλειψη της ανεργίας, η μείωση του χρόνου εργασίας, η δωρεάν καθολική πρόσβαση στην Παιδεία και στην Υγεία παραμένουν ακόμα και σήμερα άπιαστο όνειρο για τις καπιταλιστικές χώρες. Για πρώτη φορά στην Ιστορία λειτούργησαν θεσμοί ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων, με τα Σοβιέτ, στον χώρο εργασίας. Για πρώτη φορά το δικαίωμα του εργαζόμενου και του νέου φοιτητή να εκλέγει και να εκλέγεται έγινε ουσιαστικό, από τυπικό που ήταν στον καπιταλισμό.

Στο έδαφος της εργατικής εξουσίας και της επέκτασης της κοινωνικής ιδιοκτησίας, υπήρξε απογείωση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η σημασία του άλματος από τον γρήγορο εξηλεκτρισμό της χώρας έως τη μετατροπή της ειρηνικής βιομηχανίας σε πολεμική πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάκτηση του Διαστήματος στη συνέχεια, πολλαπλασιάζεται αν συνυπολογίσουμε τη διαρκή υπονόμευση σε βάρος της απ’ τα ιμπεριαλιστικά κέντρα που συνεχίστηκε μέχρι τη νίκη της αντεπανάστασης. Αν συνυπολογίζουμε, επίσης, την απόσταση που χώριζε την προεπαναστατική Ρωσία απ’ τις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία.

Ωστόσο, κάτω και απ’ την πίεση της προετοιμασίας για την ενεργό συμμετοχή όλου του λαού μπροστά στην αναμενόμενη ιμπεριαλιστική επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ, υποχώρησε στη δεκαετία του ’30 η λειτουργία των Σοβιέτ με πυρήνα τον χώρο εργασίας. Στο σοβιετικό Σύνταγμα του 1936 γενικεύτηκε το εκλογικό δικαίωμα με καθολική ψηφοφορία στον τόπο κατοικίας. Στην πράξη αυξήθηκε η δυσκολία ανάκλησης των αντιπροσώπων στα ανώτερα κρατικά όργανα.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ βρέθηκε μπροστά σε νέες απαιτήσεις αναβάθμισης της παραγωγής στη βάση ενός ανώτερου επιπέδου κοινωνικών αναγκών.

Σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή, η λύση δεν δόθηκε με το βλέμμα προς τα εμπρός, με τη σχεδιασμένη επέκταση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η λύση αναζητήθηκε προς τα πίσω, με την αξιοποίηση εργαλείων και σχέσεων παραγωγής του καπιταλισμού, με τον «Σοσιαλισμό με αγορά».

Ιδιαίτερα μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και τη «μεταρρύθμιση Κοσίγκιν» (1965), κάθε μεμονωμένη βιομηχανική μονάδα προσδιόριζε τους δικούς της στόχους με βάση το «επιχειρησιακό κέρδος» της, κατακερματίζοντας τους συνολικούς στόχους της κοινωνικής παραγωγής. Σταδιακά όλα τα κρατικά αγροκτήματα (σοβχόζ) πέρασαν σε καθεστώς πλήρους ιδιοσυντήρησης, ενώ ενισχύθηκε και η ομαδική ιδιοκτησία στον αγροτικό τομέα (κολχόζ). Αυξήθηκε η ψαλίδα μισθών και προνομίων μεταξύ διευθυντών και εργαζομένων. Ετσι εξασθένισε ο κεντρικός επιστημονικός σχεδιασμός της παραγωγής, ενισχύθηκαν οι δυνατότητες ατομικού σφετερισμού του κοινωνικού πλούτου και ισχυροποιήθηκαν οι κοινωνικές δυνάμεις της αντεπανάστασης. Δημιουργήθηκε το σκιώδες κεφάλαιο.

Η ζωή έδειξε ότι δεν υπήρχε από το ΚΚΣΕ κατακτημένη θεωρητική δυναμική, για να απαντηθούν οι προκλήσεις που έθετε το νέο επίπεδο της κοινωνικής παραγωγής. Τα βήματα της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ήταν ανεπαρκή για να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αφορούσαν την ιεράρχηση των κοινωνικών αναγκών και τον αποτελεσματικό σχεδιασμό για την ικανοποίησή τους.

Τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν ερμηνεύτηκαν λαθεμένα ως αναπόφευκτες αδυναμίες που έχει απ’ τη φύση του ο κεντρικός σχεδιασμός. Δεν αντιμετωπίστηκαν με άξονα την ενίσχυση και την επέκταση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, π.χ. στην κατεύθυνση μετατροπής των συνεταιριστικών κολχόζ σε κρατικά σοβχόζ στον αγροτικό τομέα και εξάλειψης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

Την ίδια περίοδο αναθεωρήθηκε και η λενινιστική αντίληψη για το εργατικό κράτος. Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1961) χαρακτήρισε το κράτος της ΕΣΣΔ «παλλαϊκό κράτος» και το ίδιο το ΚΚΣΕ «παλλαϊκό κόμμα».

Οι θεωρητικές ανεπάρκειες και η αρνητική έκβαση της διαπάλης στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ, που άνοιξαν τον δρόμο στις ανατροπές, είχαν ως υπόβαθρο την ύπαρξη κοινωνικών δυνάμεων με διαφορετικά συμφέροντα από αυτά της εργατικής τάξης. Συμβάδισαν με την αποδυνάμωση της εργατικής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων και του ελέγχου. Η μετατροπή του οπορτουνιστικού εκφυλισμού της ηγεσίας του ΚΚΣΕ σε αντεπαναστατική δύναμη ολοκληρώθηκε το 1987 με την πολιτική της περεστρόικα.

Επιφανειακές αναλύσεις

Για την ερμηνεία της πορείας που οδήγησε στη διάλυση της ΕΣΣΔ δεν έλειψαν ούτε φέτος οι περισπούδαστες αναλύσεις, ιδιαίτερα απ’ το σοσιαλδημοκρατικό και οπορτουνιστικό ρεύμα. Διαβάσαμε ξανά ότι «ο Λένιν απέδωσε τα πρωτεία στην πολιτική και όχι στους σιδερένιους νόμους της Ιστορίας», σύμφωνα με τον μαρξισμό.

Πρόκειται καταρχήν για ομολογία άγνοιας της διαφοράς ανάμεσα στις νομοτέλειες που διέπουν την κίνηση στη φύση και στην κοινωνία. Σε αντίθεση με τις κοινωνικές νομοτέλειες, ο φυσικός νόμος της βαρύτητας δρα, για παράδειγμα, σε μια περιοχή της Γης ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος εκεί. Πέρα όμως απ’ αυτήν τη θεμελιακή διαφορά, αυτή η προσέγγιση αγνοεί το γεγονός ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν κληρονομεί έτοιμες προϋπάρχουσες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, σε αντίθεση με τις αστικές επαναστάσεις.

Επομένως, είναι καθήκον της επαναστατικής πρωτοπορίας, της εργατικής τάξης, καθήκον της επαναστατικής πολιτικής να δημιουργήσει τη νέα κοινωνικοοικονομική βάση, την κοινωνικοποιημένη παραγωγή, για να μπορούν να λειτουργήσουν οι νομοτέλειες ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αυτές οι νομοτέλειες δεν λειτουργούν ανεξάρτητα απ’ την έκβαση της ταξικής πάλης. Δεν λειτουργούν ανεξάρτητα απ’ τον βαθμό της αξιοποίησής τους απ’ τον υποκειμενικό παράγοντα, την εργατική εξουσία για την επικράτηση του κομμουνισμού.

Διαβάσαμε, επίσης, ξανά ότι η σχετική επεξεργασία του ΚΚΕ στο 18ο Συνέδριό του υποτιμά τη σημασία των αναγκαίων προωθητικών συμβιβασμών στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Υποτιμά επίσης το φαινόμενο της γραφειοκρατίας. Μας υπενθυμίζουν την προσωρινή υποχώρηση του Λένιν στην περίοδο της ΝΕΠ.

Λησμονούν, βέβαια, συνειδητά να αναφέρουν ότι μόλις έναν χρόνο μετά την εφαρμογή της ΝΕΠ ο Λένιν στο 11ο Συνέδριο του Κόμματος έριχνε το σύνθημα για το τέλος της υποχώρησης και την προετοιμασία της επίθεσης για την εξάλειψη του ιδιωτικού κεφαλαίου. Λησμονούν τα γρήγορα βήματα που έγιναν σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Ομως το κύριο ζήτημα είναι ότι το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και οι μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν στη συνέχεια αποτελούν οπισθοδρόμηση και οπορτουνιστική στροφή. Δηλαδή, δεν έχουν καμιά σχέση με τους αναγκαίους συμβιβασμούς που επιβάλλει το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και ο συγκεκριμένος διεθνής συσχετισμός δύναμης. Δεν υπήρξε τίποτα το προωθητικό, ούτε το αναγκαίο, στην εξασθένιση της κεντρικής διεύθυνσης της παραγωγής, στην αποδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού, στην ενίσχυση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ, στις επόμενες δεκαετίες.

Πολύ περισσότερο, η απλοϊκή καταγραφή υπαρκτών συμπτωμάτων γραφειοκρατικής λειτουργίας δεν μπορεί να αποτελέσει μαρξιστική ερμηνεία των αιτιών που οδήγησαν στις ανατροπές. Δεν μπορεί να απαντήσει στο γιατί ενισχύθηκαν τέτοια φαινόμενα στην πορεία της ΕΣΣΔ.

Μόνο η μαρξιστική ανάλυση, που εστιάζει στην ανάπτυξη των σχέσεων ιδιοκτησίας και παραγωγής, στις κοινωνικές αντιθέσεις (π.χ. μεταξύ ομαδικής και κοινωνικής ιδιοκτησίας, διευθυντικής και εκτελεστικής εργασίας) και στην υπάρχουσα θεωρητική και πολιτική ικανότητα της εργατικής εξουσίας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων διεθνώς και στο εσωτερικό της χώρας, μπορεί να φωτίσει τις εξελίξεις.

Οι σύγχρονες ανάγκες στο στόχαστρο του κεφαλαίου

Η επίμονη αστική προπαγάνδα δεν μπορεί να συσκοτίσει ότι αυξάνεται καθημερινά η απόσταση ανάμεσα στις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες να διασφαλιστεί η κοινωνική ευημερία και στη σημερινή πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται απ’ την αύξηση της εκμετάλλευσης και της ανασφάλειας που βιώνουν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, η νεολαία.

Στην εποχή της «ψηφιακής οικονομίας» και της «4ης βιομηχανικής επανάστασης» αναδεικνύονται πολύ πιο καθαρά οι φραγμοί που βάζει το καπιταλιστικό σύστημα στην ανάπτυξη της κύριας παραγωγικής δύναμης, της εργατικής τάξης.

Πολλές θέσεις εργασίας, χειρωνακτικής και πνευματικής με τυποποιημένο εκτελεστικό περιεχόμενο, θα καταργηθούν. Θα αυξηθούν οι απαιτήσεις ποιοτικά ανώτερης, εξειδικευμένης εργασίας με ικανότητα πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων.

Πώς απαντά και πώς μπορεί να απαντήσει ο καπιταλισμός σ’ αυτά τα προβλήματα; Απαντά με το ξεζούμισμα, με την εντατικοποίηση όσων εργάζονται, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο εφεδρικός στρατός των ανέργων.

Οπως αποκάλυψε η μαρξιστική πολιτική οικονομία, μόνο η ζωντανή εργατική δύναμη – και όχι τα ρομπότ – δημιουργεί υπεραξία. Οσο αυξάνει το επίπεδο ανάπτυξης της τεχνικής παραγωγής, όσο αυξάνεται η αναλογία των μέσων παραγωγής, των μηχανών σε σχέση με την εργατική δύναμη, τόσο ενισχύεται η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Γι’ αυτό και είναι μονόδρομος για την αστική τάξη να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης, να αξιοποιήσει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, για να αυξήσει τον κλεμμένο χρόνο εργασίας, ώστε να αναχαιτίσει την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Ο καπιταλισμός περιορίζει αντικειμενικά την ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών των εργαζομένων στο επίπεδο που απαιτεί η παραγωγή με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος. Ετσι, περιορίζει την ανάπτυξη της κύριας παραγωγικής δύναμης, του εργαζόμενου ανθρώπου, συρρικνώνοντας τις αυξανόμενες δυνατότητες να βελτιωθούν ριζικά οι υλικοί και πολιτιστικοί όροι της ζωής του και το δημιουργικό περιεχόμενο της εργασίας του.

Ο σοσιαλισμός μπορεί να ανταποκριθεί στις αναγκαίες αλλαγές στο περιεχόμενο της εργασίας, στις αναγκαίες μετακινήσεις εργαζομένων σε νέα καθήκοντα και αντικείμενα εργασίας, σε νέους κλάδους, χωρίς αυτοί να κινδυνεύουν και να ζουν με το φόβο να μείνουν άνεργοι, ανασφάλιστοι, χωρίς ιατρική περίθαλψη, όπως στον καπιταλισμό.

Ο σοσιαλισμός μπορεί να διασφαλίσει την αναγκαία διαρκή εξειδίκευση κι επανεκπαίδευση, την αναβάθμιση των γνώσεων και των εργασιακών ικανοτήτων των εργαζομένων. Μπορεί να ξεκλειδώσει, να απελευθερώσει τις δημιουργικές τους ικανότητες, την πρωτοβουλία τους και τη συνειδητή εργασιακή πειθαρχία τους, γιατί τους φέρνει συλλογικά στο προσκήνιο της ιστορικής εξέλιξης για την κοινωνική απελευθέρωση.

Η υπεροχή του σοσιαλισμού

Συχνά όταν αναφερόμαστε στην υπεροχή του σοσιαλισμού, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής ως ανώτερης οργάνωσης της κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό, συναντάμε στον αντίλογο ότι και οι αστικές κυβερνήσεις, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, οι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν και υλοποιούν τα δικά τους σχέδια.

Πού βρίσκεται, λοιπόν, η ριζική διαφορά; Τα σχέδια των μονοπωλιακών ομίλων χαράσσονται με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας τους και των μεριδίων τους στην αγορά. Τα σχέδια αυτά είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ο σχεδιασμός και η παρέμβαση αστικών κυβερνήσεων περιορίζονται στο να ρυθμίζουν, στο βαθμό του δυνατού, τον ανταγωνισμό των ομίλων και να προωθούν τα εκάστοτε στρατηγικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης, την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων και του λαού.

Ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός της εργατικής εξουσίας διαφέρει ριζικά, γιατί είναι κοινωνική σχέση παραγωγής που καθορίζεται απ’ την κοινωνική και όχι την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Αλλάζει ριζικά ο σκοπός της παραγωγής και ο ρόλος των εργαζομένων. Αντικειμενικός σκοπός της παραγωγής δεν είναι πλέον το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά η ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών όλης της κοινωνίας που συνεχώς διευρύνονται και η ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των μελών της κοινωνίας.

Εκφράζει τον ριζικά διαφορετικό τρόπο που συνενώνονται οι εργαζόμενοι με τα μέσα παραγωγής σε σχέση με τον καπιταλισμό. Οι εργαζόμενοι δεν αναζητούν πλέον αγοραστή, αφεντικό για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη μέσα στη ζούγκλα του ανταγωνισμού της καπιταλιστικής αγοράς. Συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής, απαλλαγμένοι απ’ το ζυγό της μισθωτής σκλαβιάς, με σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας.

Συμμετέχουν καθημερινά και ενεργά στη λήψη και στον έλεγχο των αποφάσεων σχετικά με το τι θα παραχθεί, πώς και πότε θα παραχθεί, πώς θα κατανεμηθεί. Ο χώρος εργασίας μετατρέπεται στον πυρήνα οργάνωσης της εργατικής εξουσίας, με την εκλογή ανακλητών αντιπροσώπων των εργαζομένων.

Διαμορφώνεται, για πρώτη φορά στην Ιστορία, σχεδιασμένη οργάνωση της παραγωγής σε παν-κοινωνική κλίμακα για λογαριασμό και προς όφελος εκατομμυρίων εργαζομένων. Η λαϊκή ευημερία, η ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων, γίνεται πλέον κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ομως, όπως απέδειξε η Ιστορία του 20ού αιώνα, δεν πρόκειται για μια εύκολη, ανέμελη πορεία που οδηγεί αυτόματα στον κομμουνισμό. Ο κεντρικός σχεδιασμός αντιμετωπίζει αντικειμενικούς περιορισμούς. Το εκάστοτε διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν επιτρέπει στον ίδιο βαθμό σε κάθε ιστορική στιγμή την πρόσβαση σ’ όλο το κοινωνικό προϊόν, με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων. Δεν επιτρέπει να ξεπεραστεί άμεσα η αντίθεση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, η αντίθεση διευθυντικής και εκτελεστικής πνευματικής εργασίας.

Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια του ΚΚ για την επιστημονική αναβάθμιση και τη συνεχή προσαρμογή του κεντρικού σχεδιασμού στις νέες απαιτήσεις που θέτει το νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Οι αυξανόμενες δυνατότητες στον 21ο αιώνα

Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον μια σειρά από επιστημονικούς και τεχνικούς περιορισμούς που υπήρχαν στη Ρωσία του 1917 και στη Σοβιετική Ενωση του 1950 για την επιτυχία του κεντρικού σχεδιασμού και το βάθεμα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Σήμερα μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις νέες δυνατότητες για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση που γεννά η εποχή της «ψηφιακής οικονομίας» και του περάσματος στην «4η βιομηχανική επανάσταση». Να αξιοποιήσουμε τις νέες μεγάλες δυνατότητες που γεννά η αύξηση του βαθμού κοινωνικοποίησης της εργασίας.

Οι νέες δυνατότητες για γρήγορη συλλογή και εντατική επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων και πληροφοριών μπορούν να αξιοποιηθούν, για να ληφθούν γρήγορες και βέλτιστες αποφάσεις που αφορούν τη συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των αναγκών της κοινωνίας.

Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να αξιοποιηθεί για να αυξηθεί ο ελεύθερος χρόνος και να ενισχυθεί το δημιουργικό περιεχόμενο της εργασίας. Η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να αξιοποιηθεί, για να αναβαθμιστεί το γενικό μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων, της κύριας παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας.

Η άνοδος του βαθμού κοινωνικοποίησης της εργασίας δημιουργεί την υλική δυνατότητα για να εξαλείψουμε πολύ πιο γρήγορα κάθε μορφή ομαδικής και ατομικής ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, ο βαθμός εκμηχάνισης, οι τεχνολογικές δυνατότητες σήμερα στον αγροτικό τομέα αυξάνουν τη δυνατότητα γρήγορης ενσωμάτωσης παραγωγικών αγροτικών συνεταιρισμών στο πλαίσιο της κοινωνικής ιδιοκτησίας.

Η πρόοδος της μαρξιστικής επιστημονικής έρευνας και η απαλλαγή της έρευνας απ’ τα δεσμά του ανταγωνισμού της αγοράς θα δώσει μεγάλη ώθηση στη διεπιστημονική συνεργασία και στην αναβάθμιση της επιστημονικής τεκμηρίωσης των πλάνων του κεντρικού σχεδιασμού.

Οι νέες δυνατότητες για τη βελτίωση της οργάνωσης και του ελέγχου της παραγωγής, οι δυνατότητες που παρέχει η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, θα αξιοποιηθούν τόσο για τη διασφάλιση της ποιότητας και της επάρκειας των προϊόντων όσο και για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των κινδύνων από φυσικές καταστροφές και βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης.

Γενικότερα υπάρχουν πλέον πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες για να υποτάξουμε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο στόχο της ολόπλευρης ανάπτυξης της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, της απελευθέρωσης του κοινωνικά εργαζόμενου ανθρώπου.

Οι νίκες και οι ήττες του 20ού αιώνα μάς προσφέρουν πολύτιμη γνώση. Οι νέες δυνατότητες του 21ου αιώνα ενισχύουν την επαναστατική αισιοδοξία μας. Συνεχίζουμε αποφασιστικά με εμπιστοσύνη στη δύναμη της εργατικής τάξης. Η Ιστορία δεν τελειώνει στον βάλτο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σοσιαλισμός είναι η απάντηση για τον 21ο αιώνα.

Του ΜΑΚΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ
«Ριζοσπάστης του Σαββατοκύριακου», 18-19 Δεκέμβρη 2021.

che guevara 008

Μετάβαση στο περιεχόμενο