• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σπιναλόγκα (Διήγημα από το ομώνυμο έργο του Θέμου Κορνάρου)

Οχτώ

Δε μοιάζει τούτος ο γάμος, στη Σπιναλόγκα, με τους γάμους τ’ άλλου κόσμου. Αλλιώτικος είναι, όπως κι όλα τ’ άλλα.

Έκανα μια διαπίστωση σήμερα: δεν είναι κακοί οι Σπιναλογκίτες – παραξηγημένους τους έχω, τόσον καιρό τώρα, από το θάνατο της συνταξιδιώτισσάς μου… Μ’ ας είναι… Καμιά πενηνταριά θα ‘ναι οι καλεσμένοι.

Το σπίτι που γίνεται ο γάμος είναι στενόμακρο, σα χωριάτικος αχερώνας. Κρέμουνται και ταλαντεύονται πελώριες αράχνες, σεντόνια ολόκερα. από μαυρισμένα δοκάρια. Ένα παραθύρι έχει όλο κι όλο. Τα παραθυρόφυλλα του κρέμουνται ξεθωριασμένα. Το πάτωμα έχει πολλή υγρασία και καταντά γλι­στερό.

Τα φαγιά, λογιώ λογιώ, είναι στρωμένα χάμω· κι όμως υπάρχουνε τρα­πέζια στο νησί…

Κάνω να ρωτήσω «γιατί χάμω;» Ξαφνικά μετανιώνω και δαγκώνω τη γλώσσα μου.

Δίπλα μου κάθεται ο Μανώλαρος. Δηλαδή, τι θα πει κάθεται; Γονατιστός είναι. Οι πληγές του πίσω ανοίξανε. Βρομάνε, πονάνε. Έτσι γονατιστό, για μπρούμυτα, τονέ κρατούνε μέρα και νύχτα. Μυρίζει σαν ξινισμένο κρέας…

Μα αυτός είναι από τους πιο… γερούς!

Παρατηρώ τους αποδέλοιπους κι ανατριχιάζω πάλι.

Ένας εκεί κατά τη μέση είναι πεσμένος με το πλευρό. Αλλιώς πώς να φάει; Η αρρώστια του ‘χει άγαρμπα μπαλταδιασμένα τα σκέλια του και είν’ αδύνατο να βρει ισορροπία καθιστός. Τους πιο πολλούς το κακό τους έχει χτυπήσει στα «άκρα», χέρια και πόδια.

Το δύσκολο είναι η ταχτοποίησή τους στο τραπέζι.

Kornaros5Πώς θα ζευγαρωθούνε για να μπορέσουνε να φάνε! Μα τα ‘χουνε κανο­νίσει αυτοί από άλλες φορές. Ένας στραβός κάθεται δίπλα σ’ έναν που του λείπουνε τα δάχτυλα απ’ τα χέρια. Τρώνε μαζί. Δηλαδή, στη γλώσσα τη συμβολαιογραφική θα πει τούτο: «Ευρεθέντες επί τω αύτω συνεφώνησαν και συναποδεξάμενοι απεφάσισαν»… να βάλει ο στραβός τα χέρια κι ο κουλός τα μάτια και τη γλώσσα και… τρώνε έτσι: «Γιάννη, δώσε πατάτα. Χαμήλωσε το πιρούνι… Α. αυτού είναι κουκιά! Κάνε αριστερά, κολλητά μ’ αυτό το πιάτο είναι τ’ άλλο με τις πατάτες… Μα… όχι, ρ’ αδερφέ! Μην πολεμάς να τσιτώ­σεις, είναι λιωμένες οι πατάτες… πιρούνιασε!…»

Η σειρά του άλλου: «Γιώργη, φασόλια!»

— «Ε; άπλωσε το χέρι σου, τσιτωμένο όσο παίρνει δεξά… Α! Καλά! τώρα κύκλο προς τ’ αριστερά… στοπ! Βούτα…»

Ένας νέος είναι παρέκει με βλαμμένα χείλια και του πέφτουνε φαγιά το στόμα…

Η μυρουδιά των φαγιών ανακατώνεται με τη μυρουδιά των πληγών και με τα χνότα -αυτά τα χνότα!- και χωρίς να ρωτήσουνε τη μύτη, σέρνουνται ίσια στην κοιλιά και μ’ ανακατώνουνε στο στομάχι.

Εγώ είμ’ ο πιο γερός. Ταίζω τρεις. Ο ένας είναι ο γείτονας. Τονέ κουβαλήσανε και κείνον σηκωτό, στα χέρια!…

Και κάθεται τώρα δω πέρα, εφτακόσα εκατομμύρια μίλια μακριά ( σπίτι του, απ’ την τρύπα του, μα χαμπάρι και που το ‘χει. Λάμπουνε τα μάτια του από χαρά, από νιάτα, από μεθύσι αλέρωτο.

Στην αντικρινή άκρη συνεργάζουνται δυο άλλοι. Η γυναίκα δεν εχει πιγούνι. Όλο το πρόσωπο είναι μια πράσινη υγρή πληγή. Ο λαιμός είναι τούμπανο απ’ το πρήξιμο και τα μαλλιά μαδησμένα, σαν τσουδισμένα με φωτιά. Το ένα της χέρι είναι μαραμένο. Το άλλο όμως εργάζετ’ ακόμα. Τα πόδια της είναι γερά. Του συνέταιρου της τα πόδια είναι παραλυμένα και το μούτρο του έχει έκφραση γέρικου, κακοζωισμένου, ψωριασμένου γατιού.

Αυτοί είναι η νύφη κι ο γαμπρός. Ο ένας βάζει κεφάλαιο τα πόδια · ο άλλος τα χέρια και τα μάτια και συνεταιρίζουνται, παντρεύουνται. Παλεύουνε λυσσασμένα με τα στοιχειά για Ζωή μιας στιγμής!…

Γι’ αυτό δε χρειάζουνται παπάδες και στεφάνια κι ευλογίες εδώ. Φτανει που τα κεφάλαια βρεθήκανε και δυο άνθρωποι μπορέσανε και φτιάξαν τουλάχιστον ένανε…

Κρασί μπόλικο υπάρχει. Τόσο μπόλικο που χύνεται κι όξω απ’ τα ποτήρια, χωρίς… να πειράζει.

— «Να μη χρειαστεί τρίτος!…»
— «Τρίτος αχρείαστος!…»
— «Όξω ο τρίτος…»

Αυτή είν’ ευκή για τους νιόπαντρους. Η πιο θερμή ευκή, φαίνεται, μπορείς να δώσεις σ’ ένα Σπιναλογκίτικο ζευγάρι.

Απ’ όλες τις άκρες του… τραπεζιού ξεκινούνε οι ευκές και σμίγουνε και μπερδεύουνται μ’ άλλες, κι έτσι μπερδεμένες φτάνουνε μάτσα μάτσα στα πληγιασμένα αφτιά του γαμπρού και της νύφης.

Κι αυτοί δε λένε «ευχαριστώ», παρά «αμήν!». Αυτή η λέξη, βρίσκουνε πως ταιριάζει στο νησί μας. Το ευχαριστώ το ‘χουνε για μεγάλη πολυτέλεια, που μόνο ο γείτονάς μου εννοεί να μην την καταργήσει. Μα και τα χείλια του να πέσουνε, θα βρει αυτός τρόπο να τη ζωγραφίζει μες στα μάτια του…

Αρχίζω να τονέ ξανασυμπαθώ το γείτονά μου. Αυτό το πιστεύω, γιατί δε σκέφτουμαι να τον αφήσω εδώ και να φύγω. Σα δική μου, αποκλειστικό δουλειά το ‘χω πως θα τόνε μεταφέρω στην τρύπα του μετά το… γλέντι…

— Γείτονα, τονέ ρωτώ, τι θα πει: «αχρείαστος ο τρίτος;»

— Α! να, να… να σταματήσει η αρρώστια ως εκεί και να μην τους κλαδέψει ακατάστατα, για να μπορούνε να βοηθιούνται οι δυο τους. Γιατί αλλιώς θα βρούνε και τρίτο…

— Κι αυτός ο τρίτος με τα ίδια δικαιώματα;

— Αμ βέβαια, με τα ίδια. Αν είν’ άντρας θα ‘χει τη γυναίκα, κι αν είναι γυναίκα θα ‘χει κι αυτή, τον ίδιο τον άντρα… και τους δυο άντρες…

Ευχαριστήθηκε που του ζήτησα κάτι και μπόρεσε να μ’ ευχαριστήσει. Το καταλαβαίνω γιατί λάμπει το μούτρο του και δε θέλει άλλο φαΐ. Έτσι λέει πάντα, σαν ενθουσιαστεί: «Δεν θέλω άλλο!», κι ας μην έχει αρχίσει ακόμα!…

Σε λίγο γυρίζει και μου λέει:

— Το ίδιο, παιδάκι μου, γίνεται και στον όξω κόσμο, μα δε μπορούμε να το ξεδιακρίνουμε, γιατί είναι πιο μπερδεμένα τα περιθώρια εκεί. Και πολλά πράματα παίζουνε το κρυφτούλι…

Άμα θέλεις τα λέμε άλλη ώρα, ε;

Ο μπαγαπόντης! Για να με κάμει vu ξαναπάω να τονέ βρω…

Ένας λεπρός πέταξε ένα δυναμίτη όξω κι έσκασε με τρομερό κρότο. Σα να ‘τανε σύνθημα κι ακολούθησε ύστερα δεύτερος και τρίτος κι άλλοι κι άλλοι…

Τραγούδια, φωνές στριγκλιές, ζήτω, πλημμυρίζουνε τον αχερώνα του γλεντιού…

Μ’ απ’ όλα πιο θαυμαστό είναι το τραγούδι, από πολλούς μαζί, από πολλά βλαμμένα και γερά λαρύγγια μαζί.

Δηλαδή, το θαυμαστό είναι ο αγώνας τ’ αφτιού να βάλει σε τάξη τους ήχους, να ισιώσει το σακατεμένο του τρύπιου λαρυγγιού και να τόνε σφιχτο­δέσει κανονικά με το γερό τον ήχο, για να δώσει στο τραγούδι κείνο τον τόνο που πρέπει να περάσει μέσ’ απ’ το τύμπανο. Καθαρή τροφή για την καρδιά και την ψυχή του λεπρού κορμιού!…

Εγώ είπα πώς… βρομάνε τα χνότα του λεπρού: Ψέματα! Τίποτα τέτοιο δεν αιστάνομαι τώρα…

Και κάποιος είπε, ένας μικράνθρωπος, παλιαθρωπάκος ασήμαντος, πως θα πεθάνει με τη νηστεία.

Γεμίζω ένα ποτήρι κρασί και το δίνω, το σιμώνω στα χείλια του γερον­τάκου που τραγουδά… ξετρελαμένος μαζί με τους άλλους…

Δακρύζει, απότομα κόβει το τραγούδι και με κοιτάζει ερωτηματικά και βέβαια. Το ερώτημα κι η βεβαιότητα παλεύουνε. Η βεβαιότητα νικά και σκύ­βει, κάνει επίθεση με τα χείλια, στο ποτήρι. Το ρούφηξε ως τον πάτο. Έγλειψε τα χείλια του μα δε μου ‘πε τώρα «ευχαριστώ».

— Το ‘ξερα! μου ‘πε θριαμβευτικά.
— Ποιο; ρωτώ ξαφνιασμένος.
— Ποιος δεν θα τις χαράμιζες τι μέρες που θα ζήσεις ακόμα. Έτσι γίνεται πάντα. Στην αρχή, παιδί μου, μόλις έρθεις, θέλεις vu πεθάνεις. Αν είσαι λίγο αδύνατος, γκρεμίζεσαι στη θάλασσα αμέσως. Αν έχεις όμως μια σταλιά σεβασμό στη Ζωή, ταλαντεύεσαι μια-δυο μέρες κι ύστερα ρίχνεσαι με τα μούτρα, μ’ όλα σου τα δυνατά, να χαρείς τις υπόλοιπες στιγμές!…

Απ’ όλες τις μεριές, απ’ όλες τις παρέες, φτάνουνε: «Μπράβο, γεροντάκο! Μπράβο, μπαρμπα-Μιχάλη… λεβέντη!»

Ο γαμπρός κι η νύφη του φωνάζουνε κι αυτοί μπράβο του γείτονα μου… Γιατί;

– Ποτέ, λέει, δεν είχε βάλει στο στόμα του κρασί! Κι απόψε ήπιε! Ο γα­μπρός νομίζει πως πίνει για δικό του χατίρι.

Σκέφτομαι πως αύριο πρέπει να του ασβεστώσω τον τοίχο του το λερω­μένο. Και πως πρέπει να τόνε βγάζω κάθε μέρα όξω, να καμαρώνει τον ήλιο και τα βουνά…

Ήτανε φωτογράφος όξω στον κόσμο…

Ο αχερώνας είν’ όμορφος! Ξεχειλά, σειέται και τρέμει από τη χαρά και τον ενθουσιασμό και την τρέλα που γιομίζουνε το μουχλιασμένο, σαραβαλια­σμένο κουφάρι του. Η Σπιναλόγκα όλη πάλλεται! Τέτοιος είν’ ο παλμός ετούτος, που όλη η γης ποτές δεν τον εγνώρισε, παρά μόνον ίσως μέσα στου… Νώε την κιβωτό!…

Ποιος μπορεί ν’ αποχαιρετήσει πιο ξέφρενα τη ζωή απ’ το λεπρό της Σπι­ναλόγκας;

Σε μιαν άκρη του τραπεζιού μας είναι στριμωγμένη μια γυναίκα. Δε μοιάζει γι’ άρρωστη. Δεν τη γνωρίζω, όπως δε γνωρίζω και τους πιο πολλούς.

Γελαστή, χαρούμενη, ταΐζει κι αυτή τρεις-τέσσερις άρρωστους γύρω της και τρώει με το ίδιο πιρούνι. Tα μάγουλά της είναι ροδοκόκκινα, τα χέρια της παχουλά παχουλά κι η γάμπα της, όπως είναι διπλογόνατα καθισμένη, ξεσκεπάζεται σαν τραγανός τραγανός καρπός.

— Μα… άρρωστη είναι κι αυτή; Δεν της φαίνεται… Πληροφορίες ζητώ απ’ τον καλό μου το μπαρμπα-Μιχάλη…
— Ποια λες; Ρωτά και ψάχνει μ’ ανήσυχα μάτια, κουνώντας σβέλτα, σαν τουρλαφτιασμένος λαγός δεξά, ζερβά, το κεφάλι του…

Να αυτή εκεί… δίπλα στο… Δ.

— Βρε άτιμη, βρε πόρνη, παλιογυναίκα! Τράβα όξω, μωρή! Τι τη βλέπετε ακόμα, μωρέ; Βγάλτε την όξω, μωρέ!…

Ο καλός κι άκακος γείτονας μου, το κούτσουρο, τα ξερνάει αυτά τα λόγια!!!

Έκανε μια κίνηση ενστιχτώδικη να σηκωθεί κι έπεσε τ’ ανάσκελα καθώς δε βρήκε πόδια να στηριχτεί το βάρος του κορμιού του.

Στριφογυρίζει χάμω σαν τόπι λαστιχένιο. Μα τις βρισιές δεν τις σταματά. Πολλά στόματα επαναλαβαίνουνε τα ίδια…

Η γυναίκα, σειστή, λυγιστή, προκλητική, σα γυναίκα, βγήκε όξω, μασώντας νευρικά μια μπουκιά ψωμί. Την άκουσα, όταν περνούσε από κοντά μου κι αναμασούσε μαζί με το ψωμί και μια βρισιά: «…Παλιόγερε!»

Με ξάφνιασε αυτός ο ξετροχιασμός του ήσυχου και ήρεμου αθρώπου. Μα σα μου ξήγησε το γιατί γίνηκε αυτό, μου ‘ρθε να τον αγκαλιάσω και να τόνε φιλήσω πολλές φορές:

«Γερή ήτανε, λέει! Απ’ την Κριτσά, ένα Κρητικό χωριό. Ο άντρας της ήρθε λεπρός στο νησί. Τον ακολούθηξε. Πέθανε. Αυτή δεν έφυγε. Περιποι­είται πότε τον ένα, πότε τον άλλο, πλένει, κάνει τον έμπορα. Ξαναπαντρεύτηκε εδώ με λεπρό! Τον έθαψε. Παντρεύτηκε και τρίτον, τον έθαψε κι αυτόν. Κι εξακολουθά να μένει. Και θέλει, λέει, να κολλήσει λέπρα για να παίρνει κι αυτή το εικοσιπεντάρικο που δίνει το κράτος στο λεπρό!…»

«Κι αυτό το προτιμά, γιατί οι δουλειές στο χωριό της είναι… βαριές!…»

Κι ο γεροντάκος πρόστεσε μ’ αγανάκτηση που έσταζε απ’ τα μάτια του: «Τέτοιες ψυχικές λέπρες σε σκοτώνουνε, άμα τις νιώθεις δίπλα σου. Και να σκέβεσαι πως όλος ο όξω κόσμος είναι άρρωστος από παρόμοια λέπρα! Βρίζουνε τη Ζωή. Χαραμίζουνε, παιδί μου, τη Ζωή για το στομάχι, για τον παρά, για … για… την τεμπελιά, μωρέ παιδί μου.»

— «Μ’ άλλη ώρα, άλλη ώρα… Τώρα έχουμε άλλη δουλειά…».

Και πήρε, νευρωμένος, το σκοπό ενός τραγουδιού που ‘χει αρχίσει από την μπάντα των νιόπαντρων…

* * *

Μια φορά, σ’ όλο μου τον καιρό, γλέντησα στον όξω κόσμο. Κι ήμουνα παιδάκι μικρό!

Ήτανε παράξενα όμορφο κείνο το γλέντι. Όλο το χωριό, μικροί-μεγάλοι, εχτροί και φίλοι, είχαμε μαζευτεί σ’ ένα χωράφι, στη ριζοβούνια του «αϊ-Λια».

Την άλλη βραδιά θα ‘πεφτε ο κομήτης και θα… καψάλιαζε τη γης. «Τελευ­ταία μας μέρα! Κάτω όλα το λοιπόν»

Τα ζώα όλα, τα ‘χανε μαζέψει εκεί! Σφάζανε, σουβλίζανε, απ’ τη μεγάλη μέση, χωρίς ν’ ακούγεται: «δικό μου και δικό σου και δικό του!»

Τα χρέη ξεχαστήκανε. Τα σύνορα, που μετακίνησε ο Χατζής για να κλέ­ψει, κάποτε, απ’ του γείτονα το χωράφι δυο-τρεις πιθαμές, ξεχαστήκανε κι αυτά.

Όλοι αδέρφια! Όλοι φίλοι, αγαπημένοι και… λεύτεροι!

«Όλα τ’ αγαθά κοινά! Δικά Μας. Αύριο δε ζούμε!»

Αυτό το πνέμα κυβερνούσε στο χωριό σε κείνο το μεγάλο γλέντι. Βρά­διασε και ξημέρωσε και ξαναβράδιασε και το χωριό γλεντούσε, τραγου­δούσε, αποχαιρετούσε τη Ζωή, όπως της πρέπει.

Μα ο κομήτης δεν έπεσε!

Σαν αντιληφτήκανε πως πέρασε η βραδιά του κομήτη κι εκείνοι μένανε ζωντανοί… λυσσάξανε απ’ το κακό τους!!!

Αρχισε το μαλλιοτράβηγμα πάλι για τιποτένια πραματάκια:

«Το μαύρο βοϊδάκι που σφάξαμε ήτανε δικό Μου! Και γιατί να μείνει το

δικό Σου! Γιατί να μη σφάξουμε, βρε, το δικό Σου!… Λέγε, βρε!»

Μα δε θέλω να πω αυτό, ήθελα να πω πως κείνο το γλέντι με τούτο δω δεν

ξεχωρίζουνε πολύ.

(Από τη Σπιναλόγκα Εκδόσεις «Αλφα», Αθήνα 1956)

 

Το 1933 ο Θέμος Κορνάρος εξέδωσε την «Σπιναλόγκα». Αυτό που αξίζει εδώ δεν είναι η περίτεχνη φράση. Είναι η δυνατή περιγραφή και η αγάπη για τον άνθρωπο. Περιγράφει τη ζωή των λεπρών στον ξερόβραχο, που βασανίζονται από την αρρώστια τους και από την απανθρωπιά του κράτους και των εκπροσώπων του. Είχε επισκεφτεί ο ίδιος το νησί και έδωσε ζωντανά τη μακάβρια εικόνα της διαβίωσης των λεπρών που συντάραξε την ελληνική κοινή γνώμη. Με τη «Σπιναλόγκα» κουρελιάζει, ξεγυμνώνει την αστική «φιλανθρωπία» και την κρατική «μέριμνα» για την υγεία των εργαζομένων.
Περισσότερα σε σχετική αναφορά του Ηρακλή Κακαβάνη στο συγκεκριμένο έργου του Θέμου Κορνάρου

(Αφιέρωμα του περιοδικού με επιμέλεια Ηρακλή Κακαβάνη στη ζωή και το έργο του Θέμου Κορνάρου, με αφορμή την εκδήλωση προς τιμήν του στις 6 Μάη 2015)
Το έργο του Θέμου Κορνάρου
Απόσπασμα από το έργου του «Αγιον Ορος»