• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Στου «κασίδα το κεφάλι» και Κοινωνιολογία και Θρησκευτικά

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου
Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Δε νομίζω πως η ένταξη του μαθήματος της Κοινωνιολογίας με την αντίστοιχη κατάργηση των Λατινικών και άλλων μαθημάτων που εξαγγέλθηκε από τον Υπουργό Παιδείας, αλλάζει τίποτε το ουσιαστικό στη δομή του Λυκείου. Αυτό (το Λύκειο) παραμένει πάντοτε εργαλείο διαχείρισης των μαθητικών ροών προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και μόνο η ένταξη των Θρησκευτικών καταδεικνύει πως το ζητούμενο δεν είναι η κριτική σκέψη αλλά η δογματική σκέψη, η εύπεπτη γνώση, η ιδεολογική εγχάραξη. Δείχνει επίσης τις ισορροπίες που επιχειρεί να κρατήσει το Υπουργείο με την Εκκλησία της Ελλάδος και τους εκσυγχρονιστές. Αν η Κοινωνιολογία εμφανίζεται στην Ελλάδα ως κριτική επιστήμη αυτό δεν έχει να κάνει με το επιστημολογικό και επιστημονικό της περιεχόμενο αλλά με τον τρόπο πρόσληψής της και με την ανάγκη να νομιμομοποιηθεί ο εκσυγχρονισμός των αστικών υπερδομών. Σε ένα παλιότερο άρθρο μου Η Κοινωνιολογία ως επιστήμη τη αστικής κοινωνίας που ήταν ομιλία στην υποδοχή των πρωτοετών φοιτητών (Ουτοπία 56, 2004) προσπαθούσα να δείξω τους λόγους που κατέστησαν την Κοινωνιολογία στη κατ’ εξοχήν επιστήμη της αστικής κοινωνίας.

Αυτό μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς αν εστιάσει στους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία εγκαλεί την ανθρώπινη σκέψη και κατ’ επέκταση την επιστημονική σκέψη. Μέρος αυτών των εγκλήσεων-αναδράσεων είναι η αυτονόμηση της κοινωνιολογικής σκέψης από τη γενική θεματική της φιλοσοφίας. Αυτή (η Κοινωνιολογία) αναλαμβάνει να προσφέρει μια μορφή αυτοσυνείδησης της κοινωνία που φέρνει μαζί της η Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή στην αστική κοινωνία. Η μεθοδολογική διαφοροποίηση απέναντι στη φιλοσοφία, καθώς η νομιμοποιητική βάση αναζητείται πλέον στην αντίληψη και στην παρατήρηση και όχι στο λόγο και στη σκέψη εξυψώνει την εμπειρία σε κύριο γνωστικό στοιχείο.

Οι επιστημολογικές και μεθοδολογικές αρχές του D. Hume (18ος αιώνας) για την εμπειρική γνώση που βασίζεται στα αισθητηριακά δεδομένα ως μοναδικής πηγής της πραγματικά επιστημονικής γνώσης χωρίς συνεξέταση του οντολογικού υπόβαθρου αυτών των εμπειρικών δεδομένων, συστηματοποιούνται από τον A. Comte για να αποτελέσουν τις επιστημολογικές βάσεις του θετικισμού. Η «υποταγή της φαντασίας στην παρατήρηση», που διακήρυττε ο A. Comte,- και ως αντίδραση στο σπιριτουαλισμό του H. Bergson που κυριαρχούσε στη Γαλλία που απορρίπτει την επιστημονική ορθολογικότητα και τις εξηγητικές αξιώσεις- σήμαινε και μια τάση, όπως το έθεσε ο H. Marcuse, συγκατάθεσης προς το δεδομένο (Μαρκούζε, Χ., Λόγος και επανάσταση. Ο Χέγκελ και η γένεση της κοινωνικής θεωρίας, Αθήνα 1985).

Η απόρριψη της «αρνητικής μεταφυσικής» του Hegel, ο οποίος θεωρούσε πως η κοινωνία και το κράτος είναι ιστορικό έργο των ανθρώπων αντικαθίσταται με τις θετικιστικές πρωτοκοινωνιολογικές θεωρήσεις της «θετικής φιλοσοφίας» πως οι κοινωνικές πραγματικότητες πρέπει να εξετάζονται αντικειμενικά ακολουθώντας το πρότυπο των φυσικών επιστημών. Με κάθε τρόπο έπρεπε να προασπιστεί η αυτονομία των γεγονότων έναντι των αξιών που τα πλαισιώνουν για να υπάρξει και αποδοχή του δεδομένου. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να εξουδετερωθεί η κριτική λειτουργία που περιείχε η φιλοσοφική «άρνηση» του δεδομένου, όπως συνέβαινε στον Hegel και στους αριστερούς χεγκελιανούς και να επαναποκτήσουν τα γεγονότα το κύρος του θετικού. 

Ο περιορισμός του απριορισμού και η αποκατάσταση του κύρους της εμπειρίας (εμπειριοκρατία) όφειλε να προφυλάξει την αστική κοινωνία από το απρόβλεπτο της ιστορικής εξέλιξης. Η αστική κοινωνία έπρεπε να εμφανιστεί ως η πραγματική και η μοναδική κοινωνική πραγματικότητα (ως «το τέλος της Ιστορίας») και έπρεπε γι’ αυτό να αποκλειστεί η ιστορικοποίησησή της που θα σήμαινε και σχετικοποίησή της με την έννοια πως καθώς η ιστορία τραβάει στο δρόμο της τίποτα δεν αποκλείει η (αστική-καπιταλιστική) κοινωνία να αντικατασταθεί από μία άλλη, για παράδειγμα από μια κοινωνία χωρίς τάξεις (αταξική κοινωνία). Το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο διαμορφώνει και την επιστημολογική μήτρα της κοινωνιολογίας. Καθώς τα ερωτήματα τίθενται με βάση αυτό το πλαίσιο είναι αυτονότητο πως οι απαντήσεις δεν μπορούν να αποκλίνουν απ’ αυτό. Η θεματική των κοινωνιολόγων από τον A. Comte μέχρι τον T. Parsons (δομολειοτυργισμός) κινείται πλέον γύρω από ζητήματα νομιμοποίησης και διατήρησης των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων. Και καθώς τα γεγονότα ερευνώνται μακριά από τις αξίες, οι αξίες της δεδομένης (αστικής) κοινωνίας αποκτούν διαχρονικότητα. Η στροφή στη γλώσσα και στο νοηματισμό, συνακόλουθο της διεύρυνσης των μεσαίων αστικών στρωμάτων και της ανάγκης του για συγκρότηση ταυτότητας (υποκειμενικοποίηση), αλλά και της αποδόμησης του κράτους πρόνοιας, αποσπούν ην Κοινωνιολογία από τη ανάλυση της κοινωνίας ως δομής (κοινωνικές τάξεις, κοινωνικά στρώματα κ.λπ.) για να τη στρέψουν στο βίωμα, στη διαφορά, στο άτομο. Εδώ είμαστε πλέον με την Κοινωνιολογία να «χάνεται» μέσα στις πολιτισμικές σπουδές (cultural studies).

Επομένως το πρόβλημα δεν είναι ποια μαθήματα μπαίνουν ή, βγαίνουν στο Λύκειο αλλά ο χαρακτήρας της μόρφωσης και ο τύπος του Λυκείου που θέλουμε. Τη στιγμή που το Υπουργείο πειραματίζεται, όπως και με τόσα άλλα πράγματα, στο κεφάλι των μαθητών («στου κασίδη το κεφάλι»), εισάγοντας ή, καταργώντας μαθήματα κατά το δοκούν, κάποιοι εκλαμβάνουν την αντικατάσταση των Λατινικών με την Κοινωνιολογία και τα Θρησκευτικά ως πρόοδο. Η μεταφυσική σκέψη μαζί με τη συγχρονική (κοινωνιολογική) σκέψη. Διαλεκτική ή, «τρικυμία εν κρανίω»;