• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Στο γκέτο της Μόριας, άθλιοι!

Γράφει ο Στέλιος Κανάκης //

Δεν χρειάζεται να ταράζεστε. Δεν ήταν δικό μας το βρέφος κι η μάνα του ήταν κι αυτή ξένη. Καμία σχέση με τον δυτικό πολιτισμό. Μουσουλμάνα! Μακριά από εμάς. Από μέρη που τον… θεό – τον ίδιο θεό, τον λένε Αλλάχ. Αλλά βρέθηκε σ’ εμάς. Διωκόμενη από βόμβες και πυραύλους που φτιάχνουνε δικοί μας, πολιτισμένοι, χριστιανοί και συνάμα απόγονοι του διαφωτισμού. Εμείς παραμένουμε οι ανόητοι ζεσουίδες όταν πρόκειται για διάφορα ρατσιστόμουτρα που χλευάζουν ότι τους κατέβη ή για… πολιτισμένους Γάλλους και άλλους Ευρωπαίους.

Αλλά είναι ασύλληπτο – κανένας νους δεν το χωράει, καμιά καρδιά δεν αντέχει τόση βαρβαρότητα, να καίνε μάνα με το βρέφος της αγκαλιά και κανείς να μην μπορεί να την σώσει. Δεν υπάρχει πόνος μεγαλύτερος κι απόγνωση και θλίψη και οργή για τέτοια αδικία. Σαν δολοφονείται η μάνα στα μάτια του βρέφους της, τα τρομακτικά συναισθήματα απομένουν μ’ όλη τους την ένταση εκεί που συνέβη το ανήκουστο, για πάντα γαντζωμένα από τις πέτρες, ποτίζουν το χώμα, μολύνουν τις δικές μας ψυχές, θολώνουν το βλέμμα μας, μας αποκτηνώνουν.

Δεν ήταν απ’ τα δικά μας το βρέφος. Προς ώρας γλίτωσε. Αλλά όλο και κάποιο φορτηγό μπορεί να περάσει… Τα δικά μας μεγαλώνουν όπως κι όπως, με στερήσεις βεβαίως, αλλά δεν πέφτουν στα κεφάλια τους βόμβες και πύραυλοι, δεν κάηκε το σπίτι τους, δεν θαλασσοπνίγονται για να περάσουν «απέναντι» – είναι απέναντι, στην… Ευρώπη, δεν στρουγκάρονται σ’ ένα στρατόπεδο-γκέτο, άντε σε κανένα υπόγειο το ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να τα καρβουνιάσει κι αυτά με την σειρά τους ο… πολιτισμός μας.

Όπως στα χιτλερικά στρατόπεδα και η κάθε Μόρια. Στα κοντέινερς! Σε κλειστά φορτηγά τα στρίμωχναν οι χιτλεροφασίστες κι έστρεφαν μέσα τις εξατμίσεις. Ήταν κόπος όμως, κάποιοι αργούσαν να πεθάνουν και καθυστερούσαν με το κουβάλημα των πτωμάτων. Μετά τα ‘ριχναν με τις μανάδες τους σε λάκκο που πριν είχαν σκάψει οι ίδιες. Πάνω στο σωρό με τους προηγούμενους που είχαν δολοφονήσει. Κυλούσαν πιο πέρα τα βρέφη και δολοφονούσαν τις μανάδες τους. Εκείνα μπουσουλούσαν προς αυτές και τότε τα πυροβολούσαν. Ακόμη κι αυτό το ύστατο και πιο πολύτιμο αγκάλιασμα έμενε μετέωρο για πάντα. Σήμερα οι απόγονοι αυτών των χιτλεροφασιστών τα καίνε. Τα πνίγουν. Τα ξεβράζουν οι θάλασσές μας, κείτονται στις ακτές μας άψυχα παιδικά κορμάκια. Τα πατάνε φορτηγά. Προσφέροντας στις μανάδες τους την ανείπωτη οδύνη. Και σ’ εμάς – όσοι τέλος πάντων μπορούμε να την νιώσουμε, την ντροπή. Σε νησιά πρώην προσφύγων των οποίων πολλοί απόγονοι δεν φαίνεται να διδάχτηκαν απ’ τα δεινά των δικών τους γιαγιάδων.

Δεν είναι τα δικά μας παιδιά. Αυτά μεγαλώνουν ήσυχα, τα αποτρέπουμε απ’ τους «κινδύνους», τα μαθαίνουμε να κάθονται φρόνιμα και να μην «ανακατώνονται», τους ευχόμαστε καλότυχα, αναρτούμε και την βαθμολογία τους στις εισαγωγικές, άντε και κανένα γάμο ή βάφτιση, τα περισσότερα όμως απομένουν με το βλέμμα απλανές να ψάχνουν ένα μέλλον που τους το στέρησαν για πάντα. Και να περιθωριοποιούνται, να… μαραίνονται, να αποβλακώνονται, να γερνάνε πριν καν μεγαλώσουν. Να προετοιμάζονται για την μεγάλη «θυσία», σαν χρειαστεί. Αλλά είναι παιδιά της Ευρώπης, είναι χριστιανόπουλα, δεν έχουν σχιστά μάτια, δεν είναι μαύρα, μελαμψά, δεν είναι μουσουλμανάκια, δεν είναι παιδιά της Αφρικής, δεν είναι της Παλαιστίνης, του Ιράκ, της Συρίας, της Λιβύης, της Υεμένης και οι βόμβες, οι πύραυλοι, ο ιμπεριαλιστικός όλεθρος των δολοφόνων του συστήματος πέφτουν μακριά. Ακόμη!

Έτσι αδιαφορούσε κι ο Γερμανικός λαός όταν στην Reichskristallnacht («Αυτοκρατορική Νύχτα των Κρυστάλλων») άρχιζαν να καίνε και να γκρεμίζουν οι ναζιστές κυβερνήτες του χιλιάδες σπίτια στις γερμανικές πόλεις. Ήταν σπίτια Εβραίων. Και στα στρατόπεδα έχωναν τους κομμουνιστές. Κι όταν δολοφονούσαν μαζικά οι φασίστες κυβερνήτες τους, οι Γερμανοί ανασήκωναν τους ώμους. Εβραίοι, τσιγγάνοι, κομμουνιστές και Σλάβοι ήταν. Μάλιστα πολλοί Γερμανοί καλοζούσαν από τα λάφυρα των κατακτήσεων της φασιστικής τους κυβέρνησης. Μέχρι που άρχισαν να τους φέρνουν εκατομμύρια από τα παιδιά τους σε φέρετρα.