• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ, του Θέμου Κορνάρου

To εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης (1945) του έργου του Θέμου Κορνάρου που περιγράφει τις φρικαλεότητες των Γερμανών στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου (Πηγή: ιστοσελίδα Δήμου Χαϊδαρίου)

To εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης (1945) του έργου του Θέμου Κορνάρου που περιγράφει τις φρικαλεότητες των Γερμανών στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου (Πηγή: ιστοσελίδα Δήμου Χαϊδαρίου)

Η ομιλία της Άννεκε Ιωαννάτου στην εκδήλωση για τον ΘΕΜΟ ΚΟΡΝΑΡΟ στις 6 Μαϊου 2015 στο Πολιτιστικό Κέντρο Αγίων Αναργύρων-Καματερού

Το να έχεις ζήσει τις πιο φρικτές καταστάσεις δεν σημαίνει ότι μπορείς να τις δόσεις με τρόπο που να συγκλονίσει τον πιο άσχετο. Άλλωστε, υπάρχουν πράγματα που οποιαδήποτε λόγια θα τα αδικούσαν. Μεγάλη τέχνη λοιπόν να βρει ο συγγραφέας εκείνη τη μαγική απλότητα γεμάτη έκφραση που μπορεί να δώσει με λόγια αυτά που δεν λέγονται. Πιστεύω ότι ο Θέμος Κορνάρος το πέτυχε στο «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» δίνοντας με άμεση παραστατικότητα και γλώσσα «προφορική» το ανείπωτο. Ούτε ίχνος δραματοποίησης πόσο μάλλον μελοδράματος. Σε κάποιες σκηνές η περιγραφή είναι σχεδόν απόκοσμη και σου δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν ζεις στην πραγματικότητα, σε άλλες σου περνάει το ρίγος μιας νταντικής κόλασης. Οι ίδιοι οι τίτλοι των 6 κεφαλαίων είναι υποβλητικοί και προδιαθέτουν τον αναγνώστη για μια τιτάνια πάλη της ζωής με το θάνατο, του φωτός με το σκότος: Οι Δήμιοι, Συναπάντημα της ψυχής με το Χάρο, Σκλάβοι Ελεύθεροι, Νικήθηκε ο Φόβος και ο Θάνατος, Εφιάλτες και Έξοδος. Μέσα σ’ όλα αυτά όλα τα ανθρώπινα συμβαίνουν και βγαίνουν στη φόρα οι καμιά φορά ακατανόητες αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής. Στο πρώτο κεφάλαιο ο «πρωταγωνιστής» που μιλάει στο πρώτο πρόσωπο, περιγράφει τα βασανιστήρια που υπέστη στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν στην ανάκριση. Έπειτα τον μεταφέρουν στο Χαϊδάρι όπου μαζί με τους συντρόφους του θα μοιραστεί τις «αγωνίες και τις παράξενες χαρές του Στρατοπέδου» (σελ. 43) με τα λόγια του συγγραφέα. Μπαίνοντας στο στρατόπεδο, μας προειδοποιεί ο συγγραφέας: «Στο Χαϊδάρι σε περίμενε μια καινούργια τρομοκρατία. Μια συνεχής ψυχολογική επίθεση, μελετημένη σ’ όλες τις λεπτομέρειες. Είχε σκοπό να σου παραλύσει κάθε δύναμη, κάθε αντοχή» (σελ. 54), αλλά η κάθε προσπάθεια της διοίκησης σκόνταφτε σε οργανωμένη αντίδραση και δεν πρέπει να ξαφνιαστεί ο αναγνώστης, λέει ο συγγραφέας, βλέποντας την ψυχή του κατάδικου φρούριο και τον κατάδικο με ακέραιες τις αγωνιστικές του ικανότητες. «Αυτή την ατμόσφαιρα μυρίζεσαι μπαίνοντας στο Χαϊδάρι. Οι αγωνιστικές σου ιδιότητες θεριεύουνε. Κάθε στιγμή είσαι έτοιμος. Αισθάνεσαι πως παίρνεις μέρος στη μεγαλύτερη μάχη της ιστορίας του κόσμου. Της ιστορίας της ζωής, γιατί εδώ θ’ αντιμετωπίσεις και το θάνατο, όχι σα δούλος του, αλλά σαν περιφρονητής αντίπαλός του» (σελ. 55). Σε κάποια σημεία μας έρχονται στο νου τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου στο «Καπνισμένο τσουκάλι»: «..εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά σημειώματα, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων».

Στον άντρο της κόλασης

Στο στρατόπεδο υπάρχουν τραγικές περιπτώσεις ατομικές. Μαθαίνουμε κάποιες ιστορίες. Υπάρχουν και τα ανθρωπάκια, πάντα ασήμαντα και περιφρονημένα από τη ζωή έξω από το στρατόπεδο που τυχαία συλλήφθηκαν. Στην ύστατη στιγμή, όμως, κι αυτοί ακόμα σηκώνουν ένα παράστημα απροσδόκητο. Το τσιγάρο που με διάφορους τρόπους μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο παίρνει διαστάσεις στην «ιστορία του κόσμου» που δεν θα μπορούσες έξω, στην κανονική ζωή, να φανταστείς. Κόβεται στα τρία, στα δύο, όλα κρυφά. Καμιά εφημερίδα, κι αυτή λαθραία, κομμένη σε κομμάτια για να περάσει μέσα απαρατήρητα, αντιμετωπίζει στο ελάχιστο τη δίψα για νέα. Κάποια αγγαρεία την έφερε απ’ έξω, από κάποια καταναγκαστικά έργα. Η περιγραφή του Κορνάρου συνδυάζει παραστατικότητα με γλαφυρότητα, πιστεύω ότι είναι σελίδες ιδιαίτερης μεταδοτικής δύναμης για όσους δεν έζησαν τις ίδιες καταστάσεις. Προσέξτε ατμόσφαιρα: η φλόγα παίζει με τις σκιές όταν «το ειδικό συνεργείο των αναγνωστών συναρμολόγησε (την εφημερίδα) στα σκοτάδια». […] «Στο σκοτάδι του θαλάμου που το ξέσκιζαν κάποιες τσιγκούνικες αχτίδες, κάποια υπολείμματα του εξωτερικού φωτισμού, έβλεπες την αγωνία που δεν τη ζωγράφισε ποτέ κανένας ζωγράφος: Στα στρωσίδια κάθονταν οι κατάδικοι και περιμένανε. Αν έπεφτε κλωστή, θα την άκουγες. Αν έζησες σε φυλακή, θα μπορούσε το προσαρμοσμένο μάτι σου να διακρίνει γδυμνά κορμιά με τεντωμένους λαιμούς που έστριβαν τα κεφάλια ανήσυχα, νευρικά, οσμίζονταν τον αγέρα, κρυφάκουγαν για να καταλάβουν τι πάνω-κάτω έλεγε ο επισκέπτης που γονάτιζε δύο-τρία λεπτά σε κάθε παρέα. Κάθε δέκα στρώματα ήτανε και μια παρέα. Κάθε παρέα κι ένας τραγικός πίνακας. Κι όλος ο θάλαμος μαζί με τους διακόσους μελλοθανάτους ήταν η μεγάλη σύνθεση που στην πρώτη σειρά ξεχώριζες κουρεμένα κεφάλια, λιγνούς, μακριούς λαιμούς που τους τέντωνε τραγικά ο φοβερός ζωγράφος που μεταχειρίστηκε τόσο σαδιστικά το φωτισμό της αυλής και τον έρριξε τάχα σ’ ακατάστατες δέσμες, άταχτα εδώ κι εκεί. Στη δεύτερη σειρά φαίνονταν μόνο οι μαύροι όγκοι των κεφαλιών και περισσότερο φωτισμένα τα γδυμνά στήθια των καταδίκων, που πάνω τους σέρνονταν περίλυπα, θλιμμένα, κάτι χέρια με μακριά δάχτυλα σαν παράξενα κεριά, που αντίς για φλόγα είχανε κίνηση. Κίνηση που μιλά τόσο χαρακτηριστικά και τόσο τέλεια στην ξεχωριστή ευαίσθητη ψυχοσύνθεση του Χαϊδαριώτη. Το φόντο του πίνακα ήτανε κινούμενα φαντάσματα, ακαθόριστου σχήματος, που λες κι ήτανε χρισμένο με φώσφορο και κάθε τόσο περνούσαν από το βαθύ σκοτάδι στο σύθαμπο κι απότομα στο κάτασπρο ή στο σκοτωμένο κόκκινο χρώμα. Ξυνισμένος ιδρώτας από παραδουλεμένο ανθρώπινο πηλό. Ένας ψίθυρος σαν και κείνον π’ ακούει ο κυνηγός από τα ρουθούνια του λαγού που πίνει νερό στα βαθιά κάποιου δάσους μια νύχτα πίσσα, ακουγότανε κι εδώ από τη μεριά που γονάτιζε ο μαντατοφόρος. Σαν άκουγες αυτό τον ψίθυρο, ένοιωθες πως τα νέα δεν ήταν καλά. Ισοδυναμούσε αυτό το ανεπαίσθητο σισίρισμα με θύελλες, οχλαγωγίες, ουρλιαχτά στον ελεύτερο κόσμο» (σελ. 56/57).

«Ξαφνικά έβλεπες να ξεκολλά από τα φαντάσματα του βάθους κάποιος ίσκιος. Να μεγαλώνει, να τεντώνεται, και δρασκελίζοντας – με το έτσι θέλω – όλο το χώρο, να κινιέται μπροστά, να γίνεται σαν ίσκιος ανθρώπου, σα σατανάς έπειτα που τσαλαπατά τους άλλους κολασμένους κι έρχεται στο φως, κι όλο και πιο μπρος, στην πρώτη σειρά, ώσπου φωτίζεται πελώριος, κουρεμένος, μισόγδυτος, με χέρια που κρέμονται σαν απελπισμένα. Δεν είναι ο Κώστας αυτός που βλέπεις. Αυτό το ξέρει όλος ο θάλαμος, πως δεν είναι ο λατόμος ο Κώστας, που όταν πιάσει την αξίνα αναγκάζει τη Γης κι αναστενάζει. Είναι η αγωνία του Βάθους. Της μακρινής, της τελευταίας παρέας η αγωνία. Γι αυτό δεν του μιλεί κανένας. Δεν ακούγεται καμμιά διαμαρτυρία για τούτη την απειθαρχία. Έρχεται να μάθει το γληγορότερο από το μαντατοφόρο: Γράφει η εφημερίδα αν έχομε κανένα Γερμανό σκοτωμένο; Παίρνει την απάντηση και παει μόνος του πίσω να ξαναπέσει στο μαύρο στόμα του σκοταδιού που τον εξέρασε» (σελ. 57/58).

Η εφημερίδα γράφει για δύο Γερμανούς σκοτωμένους, που σημαίνει ότι 100 θα εκτελεστούν από το στρατόπεδο, 50 για κάθε Γερμανό σκοτωμένο: «…ο Χάρος πλανιέται πάλι απόψε από θάλαμο σε θάλαμο και σημαδεύει», γράφει ο Κορνάρος. «Βάζει σημάδι στο κούτελο 100 ανθρώπων, και την έγνοια μιας χαϊδαριώτικης νύχτας σε 2750 κατάδικους» (σελ. 58).

Η διαλεκτική του συγγραφέα

Tο συναρπαστικό της συγγραφικής τέχνης του Θέμου Κορνάρου είναι η εναλλαγή των παραστάσεων, παρ’ όλο που παίζεται όλο το βιβλίο, εκτός από το πρώτο κεφάλαιο στη Μέρλιν, σ’ ένα χώρο. Αλλά σ’ αυτό το χώρο διαδραματίζεται ουσιαστικά μια κοσμογονία, μια τιτάνια πάλη στην οποία τελικά ο κατακτητής, η Γερμανία, χάνει. Οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς του 1944 φέρνουν με τον τρόπο που αποχαιρετίζουν τους άλλους νευρική κρίση και απελπισία στον Γερμανό διοικητή που διαβάζει τα ονόματα και δίνει τον κατάλογο στον υποδιοικητή για να πάρει ανάσα κραυγάζοντας «Τούτοι εξευτελίσανε και το Θάνατο!» (σελ. 182). «Ήθελε να δει –τόσους μήνες πολεμάει γι αυτό – μπροστά του, την κρίσιμη στιγμή, τους διαλεχτούς αγωνιστές του Έθνους να τρέμουνε τουλάχιστο μπροστά στην απόλυτη βεβαιότητα του θανάτου. Και βρίσκει μιαν Ελλάδα να παρατάσσεται, να ετοιμάζεται για να πολεμήσει με τον ανίκητο, με το θάνατο, κι ας είναι σίγουρη πως θα πέσει. Είναι ο τελευταίος αντίπαλος, αφού ενίκησε όλους τους άλλους. Αυτή τη στιγμή, ο σκληροτράχυλος εκβιαστής, ο κορδωμένος Πρώσσος, ο πιο γνήσιος εκπρόσωπος των θλιβερών κοσμοκρατόρων εβεβαιώθηκε για ένα πράμα: Πως η Γερμανία νικήθηκε. Πως η Γερμανία ποτέ δεν ενίκησε. Πως η πατρίδα του καταρρέει» (σελ. 183).

Το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφονται όλα αυτά με τίτλο «Νικήθηκε ο φόβος και ο θάνατος» διαθέτει αριστουργηματικές σελίδες λογοτεχνικές, ακόμα και ποιητικές στην αρχή, όταν περιγράφει το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944: «Ποτέ δεν είχαμε δει την Αθήνα πιο όμορφη», είναι η πρώτη φράση του κεφαλαίου για να κλείσει με ένα «Σε γνωρίζω από την κόψη!», σαν «απόκρισή τους (των μελλοθανάτων) στη στερνή παράκληση της πατρίδας» (σελ. 195) με τα λόγια του Κορνάρου. Στην Αθήνα λοιπόν «Τίποτα δε μένει κοιμισμένο κι αδιάφορο την ώρα εκείνη που αγκαλιάζεται η Αθήνα με την Άνοιξη, κι η ομορφιά ξεχειλά και πλημμυράει τον κόσμο από τον άνυδρο βράχο ως τις πλαγιές με τις άγριες βιόλες κι ως τις καρδιές των ανθρώπων με τις ανθισμένες πεθυμιές. Μέσα σε κείνο το μικρό δευτερόλεπτο του απέραντου χρόνου, που λέγεται πρωινό Αττικής πρωτομαγιάς, μπορείς να ζητήσεις ό, τι θέλεις, ό, τι πεθυμάς πιο πολύ σαν δώρο από το Θεό του Ωραίου. Φτάνει να είσαι έτοιμος να προλάβεις και θα το ‘χεις» (σελ. 167). Η ποιητική ευφορία του συγγραφέα ζωγραφίζει τη χαραυγή αυτή του Μάη, ζωγραφίζει τη χαρά και την αισιοδοξία των κατάδικων. Ξυρίζονται, ετοιμάζονται, στολίζονται στο βαθμό που γίνεται, διότι δεν περιμένουν καθόλου εκτελέσεις εκείνη την ημέρα. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι η κτηνωδία, ο κυνισμός του φασίστα κατακτητή θα μπορούσε να φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Ακόμα και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, στον οποίον άλλωστε αφιερώνεται το βιβλίο, πίστευε ότι τέτοια μέρα οι Γερμανοί θα σεβαστούν. Ο μήνας ξεκίνησε καλά με απόλυση 150 καταδίκων και η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει αισιοδοξία. Όμως, έρχονται τα περίεργα σημάδια. Η φρουρά παίρνει άλλες θέσεις από τις συνηθισμένες, γονατίζουν σε στάση βολής. Τ’ αυτόματά τους στρέφονται πάνω στους κατάδικους, σηκώθηκαν τα μεγάλα πολυβόλα στις σκοπιές. Οι φρουροί είναι διπλοί και με κράνη. Έπειτα έρχονται τα αυτοκίνητα της οδού Μέρλιν κι είναι πολλά. Το πιο ανησυχητικό ήταν, ότι ήρθε και η μαύρη κούρσα του διοικητή της Μέρλιν. Και δύο φορτηγά αυτοκίνητα. Η ανησυχία και η αγωνία κορυφώνονται, η εικόνα είναι σε απόλυτη αντίθεση με την αρχή του κεφαλαίου και ο Κορνάρος με μαστοριά κλιμακώνει, αποκλιμακώνει και ξανακλιμακώνει, από τη χαρά στον τρόμο, από τη ζωή στο θάνατο. Γρήγορα γίνεται αντιληπτή η σκοπιμότητα των ασυνήθιστων κινήσεων στο στρατόπεδο.

Η απόλυτη αρετή

Οι Γερμανοί θέλουν να εξαιρέσουν τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, το χρειάζονται ως διερμηνέα. Απαντά «Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!…» (σελ. 188). Ο διοικητής τον φωνάζει χωριστά για να τον πείσει, αναπτύσσεται ένας διάλογος στον οποίο ο Σουκατζίδης ρωτάει το διοικητή «Δέχεστε να βάλετε στη θέση μου τον πιο σκάρτο Γερμανό στρατιώτη; Όχι όμως Έλληνα. Τότες δέχομαι τη ζωή και σας αναγνωρίζω την καλή πρόθεση και την ιπποτική συμπεριφορά πολεμιστή προς πολεμιστή» (σελ. 191/192). Οι κατάδικοι σαν αποχαιρετισμό από τους άλλους συντρόφους και από τη ζωή, χορεύουν. Οι περιγραφές του Κορνάρου συγκλονιστικές στην αφαιρετική τους απλότητα και γεμάτες διαχρονικούς ιστορικούς συμβολισμούς: “O Πέμπτος αιώνας ακέραιος, στέκεται, βλέπει και κρατά την αναπνοή του, για να μην ενοχλήσει τους καλλιτέχνες του στη σύλληψη της ανώτατης δημιουργίας τους.

Οι Θερμοπύλες παρουσιάζουνε όπλα κι ένας τρανός Βασιλέας μιλεί σε τρακόσους διαλεχτούς: «Προσκυνήσετε, τους λέει, και παραδώσετε σε τούτους τους 200 των στενών τη φρούρηση!» (σελ. 195). «Η σκλαβωμένη Πατρίδα τρέχει με λυμένα πια τα χέρια, ξεσκισμένο χιτώνα και μαλλιά στον άνεμο, για να προλάβει». Και τους ευχαριστεί που στέγασαν τη χαμένη της ψυχή. Αυτό είναι το σημείο που οι 200 της αποκρίνονται το «Σε γνωρίζω από την κόψη!…», με το οποίο κλείνει το κεφάλαιο. Ανάμεσα στην αρχή και το τέλος οι σελίδες περικλείουν αντιθέσεις απόλυτες: τον απόλυτο ηρωϊσμό και την απόλυτη κτηνωδία, την απόλυτη αρετή και τόλμη και την απόλυτη θρασυδειλία, τον απόλυτο πολιτισμό και την απόλυτη βαρβαρότητα, και το πιο απόλυτο απ’ όλα: τη ζωή και το θάνατο. Ο Κορνάρος φτάνει σ’ ένα απόγειο διαχρονικού συμβολισμού αγώνων μέχρι την υπέρτατη θυσία για την Πατρίδα. Οι καταστάσεις ακραίας φρίκης σπρώχνουν στα άκρα το καλό, αλλά και το κακό. Στις συνθήκες αυτές δεν χωράνε μέτρια πράγματα, όλα αποκρυσταλλώνονται και αποκτούν μια ακραία σαφήνεια!

Η ταυτότητα των διακοσίων

Αργότερα ένας από του Γερμανούς μάρτυρες πάνω στο μεθύσι του απαντάει στις ερωτήσεις αυτών που έμειναν και περιγράφει όλο το σκηνικό της εκτέλεσης λέγοντας ανάμεσα σ’ άλλα: «Αλλά πριν αρχίσουνε, ο Ναπολέων μίλησε σ’ όλους. Και στους αξιωματικούς και σε μας. Και είπε, πως είναι κομμουνιστές. Και ύστερα μας είπε να…γίνουμε κι εμείς. Γιατί δε γίνεται αλλιώς, κάποτε θα πληρώσουμε, λέει, το αίμα που χύνουμε! Ναι, όμορφα, λεβέντικα, μας μίλησε ο Ναπολέων! Κι όλοι μας δακρύσαμμε. Κι οι αξιωματικοί! Ναι, σας λέω, κανένας δεν έμεινε που να μη δακρύσει…Έπειτα ξαναχορέψανε. Πιο λεβέντικα, πιο όμορφα χορέψανε εκεί, παρά εδώ…» (σελ. 214).

Προς το τέλος του βιβλίου λοιπόν ο Κορνάρος αποκαλύπτει στον αναγνώστη την ταυτότητα των 200. Δεν ήταν όλοι στο στρατόπεδο όλοι κομμουνιστές, οι 200 ήταν και οι Γερμανοί ήξεραν τι έκαναν. Το θέμα ξανάρχεται σε άλλη μορφή, όταν ο Κώστας ο λατόμος ρωτάει τον Κορνάρο «Λένε πως τα παιδιά ήσαν όξω κομμουνιστάδες! Είναι αλήθεια;» «Ναι, αλήθεια είναι, Κώστα». Αναπτύσσεται μια συζήτηση και ο Κώστας έκπληκτος μαθαίνει αυτά που δεν ήξερε ακόμα. Ο Κορνάρος τον βοηθάει να καταλάβει ότι κι αυτός στην ουσία είναι κομμουνιστής.

Με μια υποσημείωση του συγγραφέα στο τέλος του τελευταίου κεφαλαίου μας ενημερώνει, ότι το τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η Διαθήκη των Ηρώων» χάθηκε σε μια έρευνα και ότι σκόπιμα δεν ξαναγράφτηκε «για καμμιά από τις εκδόσεις που έκανε ή που θα κάνει το βιβλίο τούτο. Για αιώνιο αίσχος του κράτους των δοσίλογων που διαδέχθηκε τους Γερμανούς. Και τους ξεπέρασε» (σελ. 239).