• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Συνέντευξη με την συγγραφέα Τζούλια Γκανάσου

Τη συνέντευξη πήρε η Τασσώ Γαΐλα //

27 του Ιούλη. Πρωί. Το πλοίο δένει στο λιμάνι της Τήνου… Οι επιβάτες αρχίζουν την αποβίβαση… Ένας νέος άνδρας κατεβαίνει σχεδόν τελευταίος, προσεκτικά  και με οδηγό το λευκό του μπαστούνι. Στους ώμους ένα μικρό σακίδιο…

-Από πού θα γονατίσω να πάω στην εκκλησιά γονυπετής; Τώρα, εδώ;

Μια κυρία τον οδηγεί στην αρχή του στρωμένου διαδρόμου… Κλείνει το μπαστούνι, πέφτει στα γόνατα και αρχίζει την επίπονη πορεία… Ήλιος καφτός. Πόνοι στη πλάτη απ’ το σακίδιο, πόνοι στα χέρια και τα γόνατα από την επαφή με το καυτό δάπεδο, από την στάση του σώματος… Οδηγός του όχι πλέον το μπαστούνι, αλλά οι φωνές των γύρω του…

-Εφτασα, τα κατάφερα…

Ο τυφλός συνάνθρωπος μας στις 27 του Ιούλη έκλεισε ή άνοιξε μια σελίδα της ζωής του πραγματοποιώντας την επιθυμία του, βίωμα-εμπειρία ζωής…

-Ήρθα μόνος και γονυπετής να σ’ ευχαριστήσω για ό,τι έκανες για μένα…

Πραγματικό γεγονός…

«Γονυπετείς»: Συγγραφέας, Τζούλια Γκανάσου/ εκδόσεις Γκοβόστη/ 2017. Μια γυναίκα φτάνει σε ένα νησί για να εκπληρώσει γονηπετής ένα τάμα… Μυθοπλασία… Γραφή πρωτότυπη, ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, ρυθμός γρήγορος, νουβέλα δουλεμένη δομικά καλά, αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, θέμα της συγγραφέα η δύναμη της Πίστης…

– κ. Γκανάσου, μια πρώτη  απορία μου.. Γιατί δεν κατανομάζετε το νησί, τόπο δράσης της ιστορίας σας και το όνομα της ηρωίδας σας;

–           Η παραπομπή στο νησί της Τήνου είναι ξεκάθαρη κ. Γαΐλα, μιας και αυτό το φαινόμενο, της ανάβασης στα τέσσερα ως τον ιερό ναό της Παναγίας, είναι παγκόσμια αναγνωρισμένο ως μοναδικό. Ωστόσο το βιβλίο συνιστά μια αλληγορία για την καθημερινότητα, για τον αγώνα του ανθρώπου από τη μια όχθη στην επόμενη, για τις στιγμές που ανήμπορος, γονατίζει, στοχάζεται, εκλιπαρεί… Η επιλογή του ατοπικού, αχρονικού και άνευ ονομάτων στησίματος του έργου υπηρετεί με ακραίο αλλά αποτελεσματικό τρόπο το πέρασμα από το συγκεκριμένο στο ευρύτερο, από το προσωπικό βίωμα στο καθολικό συναίσθημα, από την ανασφάλεια στη δύναμη της πίστης, μιας πίστης που μπορεί να μετακινήσει βουνά.

Σε αυτό το πλαίσιο, «Γονυπετείς» είναι οι άνθρωποι που εξαντλούν όλες τις επιλογές. «Γονυπετείς» είναι οι θνητοί που υπερασπίζονται με πάθος μια πίστη. «Γονυπετείς» είναι όσοι οραματίζονται πως το ανέφικτο μπορεί να γίνει εφικτό. «Γονυπετείς» είναι αυτοί που συνεχίζουν να παλεύουν παρά τις δυσκολίες, πέρα από τις αντιξοότητες, ενάντια στις δυνάμεις της φθοράς, της μοναξιάς και της ανέχειας. «Γονυπετείς» είμαστε εμείς όταν πορευόμαστε εκ νέου προς την αρχή μας.

– Ένα τάμα, παράκληση για να σωθεί ο άρρωστος σύζυγος της η αιτία που η ηρωίδα σας κάνει γονυπετής τη δύσκολη ανάβαση μέχρι την εκκλησία. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο με την ηρωίδα να ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις της που δεν έχουν χρονικό προσδιορισμό… Σουρεαλισμός και ρεαλισμός και τελικά γιατί και για ποιον κάνει η ηρωίδα την πορεία στα γόνατα κ. Γκανάσου;

-Οι αιτίες που έβγαλαν την ηρωίδα μου στα τέσσερα, αναιρούνται από την αρχή μέχρι το τέλος, μέχρι την ύστατη στιγμή. Ψεύδεται, κρύβει μυστικά, διστάζει, ορίζεται από το πώς την βλέπουν οι «άλλοι» – στην συγκεκριμένη περίπτωση οι αναγνώστες, οι υπόλοιποι γονυπετείς και Εκείνη φυσικά, η φωτοδόχος λαμπάδα, η υπέρτατη μάνα. Η αλήθεια ξεδιπλώνεται αργά, μέσα από μυστικούς εσωτερικούς τόπους και σκιερά περάσματα όπως συμβαίνει στη ζωή. Η γυναίκα βγήκε στον πηγαιμό στα τέσσερα για τον σύζυγο, για το γιό, για τον εαυτό της ή αλλιώς για την αγάπη, για το πείραμα, για τις τύψεις, για την εξιλέωση, για το δικαίωμα στη ζωή. «Φτάνει ποτέ;» ρωτάει… Αλήθεια, φτάνει ποτέ;

– Πλησιάζει η ώρα κ. Γκανάσου που στην καθημερινότητα μας αναντικατάστατα στοιχεία θα είναι νέες τεχνολογίες όπως τα προηγμένα ρομπότ στα εργοστάσια, η αυξημένη εικονική πραγματικότητα, η τεχνητή νοημοσύνη… Θεωρείτε ότι η Πίστη είναι το όπλο αντίστασης του ανθρώπου στη σαλαμοποίηση που θέλει να επιβάλει το σύστημα, στο να μη τον συντρίψει ο επιβαλλόμενος από το σύστημα μαζικός πολιτισμός;

-Πιστεύω ακράδαντα στη δύναμη της πίστης ως «αντίδοτο» σε όλα. Όχι, απαραίτητα της πίστης στο θείο αλλά της πίστης σε οτιδήποτε μπορεί να κινητοποιήσει την έμπνευση, την επιμονή, την ομορφιά, τη διεκδίκηση, την αισιοδοξία, την πίστη που ενεργοποιεί παραγκωνισμένα κέντρα του ανθρώπινου εγκεφάλου και κάνει… θαύματα!

«Πολυαγαπημένε Πάνα και όλοι εσείς οι Θεοί

            που κατοικείτε εδώ τριγύρω,

        βοηθήστε να γίνω όμορφος εσωτερικά.

             Να φαίνομαι αυτό που είμαι.

Να βλέπω τη σοφία ως τον μόνο πλούτο,

                    και ο πλούτος μου

             να μην είναι μεγαλύτερος

           απ’ όσο μπορώ να αντέξω.» Σωκράτης.

– Εσείς κ. Γκανάσου τι θα ζητούσατε σε μια προσευχή;

Ζητάω υγεία και καλή τύχη. Μόνο. Πάντα.

– Με μυθιστόρημα,-<Τα μαύρα πλήκτρα> κάνατε την εμφάνιση σας στα γράμματα το 2006. Συγγραφική πορεία 11 χρόνων με τρεις ακόμα τίτλους:<Ομφάλιος λώρος>(μυθιστόρημα) 2011, και 2 νουβέλες το < Ως το τέλος> 2013 και το <Γονυπετείς> 2017.Όλα: εκδόσεις Γκοβόστη. Αρθρογραφείτε, γράφετε κριτικές αποτιμήσεις. Ταυτόχρονα είστε μητέρα και εργαζόμενη. Από τους τρεις ρόλους ποιόν θα θυσιάζατε προς χάρη των άλλων δυο;

-Από αυτούς τους τρεις ρόλους  κ. Γαΐλα,δεν θα θυσίαζα κανέναν. Τους θεωρώ εξίσου σημαντικούς και ζωογόνους. Θυσίασα όμως ήδη το να γίνω μητέρα δεύτερη φορά γιατί τότε θα έπρεπε πράγματι να θυσιαστεί ένας από τους δύο άλλους ρόλους και επειδή θεωρώ την παρουσία της γυναίκας στον εργασιακό βίο καθοριστική τόσο για την προσωπική ανεξαρτησία όσο και για την διαμόρφωση ενός καλύτερου κόσμου, θα θυσιαζόταν αναπόφευκτα η συγγραφή – το οξυγόνο, το κυρίαρχο πάθος που με φέρνει πιο κοντά στην έκφραση, στην ουσία, στην εξερεύνηση, στον πειραματισμό, στον «εαυτό», πράγμα καίριο για μένα. Και επειδή δεν ζούμε δύο φορές…

– Είδα στις κριτικογραφίες σας κριτική για το βιβλίο του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ < Γέλιο στο σκοτάδι >.Φέτος κλείνουν και 40 χρόνια από το θάνατο του. Ένα σχόλιο σας για τον σημαντικό αυτό συγγραφέα;

-Ο Ναμπόκοφ γράφει από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο και πέρα από τον άνθρωπο και αυτό το θεωρώ υπέρτατο κατόρθωμα.

– Για σας κ. Γκανάσου τι θεωρείτε αναγνώριση ενός συγγραφέα; Τις πωλήσεις των βιβλίων του που μπορεί να είναι και απόρροια διαφήμισης, τα βραβεία σε διαγωνισμούς, τι;

-Αναγνώριση αποτελούν σίγουρα οι κριτικές που λαμβάνει ένας συγγραφέας, οι υποψηφιότητες για βραβεία καθώς και οι συμμετοχές σε φεστιβάλ λογοτεχνίας στη χώρα καταγωγής και το εξωτερικό. Ωστόσο μέγιστη χαρά για μένα ως συγγραφέα και πηγή δύναμης αποτελούν τα σχόλια που λαμβάνουμε από αναγνώστες που δεν μας γνωρίζουν προσωπικά αλλά αγάπησαν το έργο μας. Δεν υπάρχει πιο πολυδιάστατο και θετικό συναίσθημα!

– Γράφετε πολύ, διαβάζετε;

-Διαβάζω περισσότερο από όσο γράφω. Αγαπώ κ. Γαΐλα, και τις δύο διαδικασίες εξίσου, απλώς το διάβασμα με θρέφει και με κανακεύει ενώ η συγγραφή με απογυμνώνει, με λυτρώνει, συχνά με εξαντλεί.

– Το αγαπημένο σας βιβλίο;

-Δεν έχω μόνο ένα αγαπημένο βιβλίο… πώς θα μπορούσα άλλωστε! Ωστόσο «Το Χρυσό Σημειωματάριο» της Ντόρις Λέσσινγκ με έχει σημαδέψει βαθιά.

– Έχετε ένα 6χρονο αγοράκι, σαν μητέρα και κάθε μητέρα με ποιο τρόπο θα κάνει το παιδί της να αγαπήσει το διάβασμα;

-Αυτό που μοιάζει δύσκολο στην εποχή μας, είναι να διατηρήσει το παιδί το διάβασμα στην καθημερινότητά του όχι ως κάτι που επιβάλλεται αλλά ως μια από τις «ταξιδιάρικες» διαδικασίες. Εγώ προσωπικά δίνω πολλά ερεθίσματα στον γιό μου και όταν δω ότι κάτι τον ελκύει είτε στο επίπεδο ενός ήρωα είτε στο επίπεδο μιας θεματικής, στήνω συχνά «κυνήγι θησαυρού» όπου το έπαθλο είναι το επόμενο βιβλίο που πιστεύω ότι θα του αρέσει.

– Το πρώτο βιβλίο που αγοράσατε για το γιο σας;

– «Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» του Ιούλιου Βερν.

– Παθογένεια, καταναλωτισμός, ατομικισμός τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελληνικής πραγματικότητας. Και απ’ την άλλη… κάθε πολυκατοικία κι ένας συγγραφέας ή ποιητής… Την λογοτεχνική υπερπαραγωγή των τελευταίων χρόνων πού την αποδίδετε;

-Η λογοτεχνία είναι σαν το γάλα. Πρέπει να υπάρχει παντού.

– Το επόμενο βιβλίο σας τι θέμα θα έχει;

-Την περίοδο της ζωής μας, τα χρόνια για τα οποία δεν έχουμε συνειδητή, εγκεφαλική πρόσβαση, την περίοδο πριν από τη μνήμη.

  • Ομολογώ, από τα βιβλία σας μόνο τις δύο νουβέλες έχω διαβάσει και επεδίωξα τη συνέντευξη μας γιατί-δεν είναι υπερβολή- θεωρώ τη νουβέλα σας Γονυπετείς από τα καλύτερα και ελπιδοφόρα βιβλία που διάβασα το τελευταίο διάστημα. Να κλείσουμε με ένα σχόλιο σας στα λόγια του Βάρναλη που ακολουθούν;

«Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισίας παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών».

-Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη που απώλεσε την πίστη ως μοχλό προσέγγισης της αύρας των θαυμάτων… για το ξημέρωμα μετά από το σκοτάδι, για την ελπίδα μετά από την απώλεια, για τα ανέφικτα που είναι εν δυνάμει εφικτά.

***

ganatsiou2Η Τζούλια Γκανάσου γεννήθηκε στην Αθήνα.

Σπούδασε Πληροφορική στο Οικονομικό Παν/μιο Αθηνών και στο Παν/μιο του Λονδίνου, Λογοτεχνία (ως υπότροφος) στο Παν/μιο της Σορβόννης και στο Παν/μιο του Εδιμβούργου και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ε.Α.Π.

Βιοπορίζεται από την πληροφορική. Διηγήματα και άρθρα της για τη λογοτεχνία δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Έχει εκδώσει τα βιβλία:

«Σε μαύρα πλήκτρα» (Μυθιστόρημα, Εκδ. Γκοβόστη 2006 – αποσπάσματα συμπεριλαμβάνονται στη συλλογική έκδοση του Παν/μίου του Εδιμβούργου «Παγκοσμιουπόλεις»).

«Ομφάλιος λώρος» (Μυθιστόρημα, Εκδ. Γκοβόστη 2011 – συμμετοχή στα: 4ο Διεθνές Φεστιβάλ στο Dasein, 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών της Αθήνας, 9ο  Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών της Γλασκώβης).

«Ως το τέλος» (Νουβέλα, Εκδ. Γκοβόστη 2013 – υποψήφιο για το «Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013» του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα» και για το «Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014»).

«Γονυπετείς» (Νουβέλα, Εκδ. Γκοβόστη 2017 – διάκριση στον διαγωνισμό «Μικρή Φόρμα με Μεσογειακό Θέμα 2017», Πανεπιστήμιο του Έξιτερ.