Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Συνεδρίαση της Βουλής για τη Μικρασιατική Καταστροφή: Η ομιλία του βουλευτή του ΚΚΕ Γ. Δελή (ΒΙΝΤΕΟ)

Στην ειδι­κή συνε­δρί­α­ση της Βου­λής για την Ημέ­ρα Εθνι­κής Μνή­μης της Γενο­κτο­νί­ας των Ελλή­νων της Μικράς Ασί­ας από το τουρ­κι­κό κρά­τος, μίλη­σε σήμε­ρα ο Γιάν­νης Δελής, βου­λευ­τής του ΚΚΕ.

Μετα­ξύ άλλων σημεί­ω­σε πως η μικρα­σια­τι­κή εκστρα­τεία απο­τέ­λε­σε προ­έ­κτα­ση των παζα­ριών των νικη­τών του Α’ παγκο­σμί­ου ιμπε­ρια­λι­στι­κού πολέ­μου για το μοί­ρα­σμα της λεί­ας. Σε αυτό το πλαί­σιο, η ελλη­νι­κή καπι­τα­λι­στι­κή εξου­σία, έχο­ντας ως πυξί­δα την εξυ­πη­ρέ­τη­ση των καπι­τα­λι­στι­κών συμ­φε­ρό­ντων και την ανα­βάθ­μι­ση του γεω­στρα­τη­γι­κού της ρόλου και με πρό­σχη­μα την παρου­σία ελλη­νι­κών πλη­θυ­σμών, αξί­ω­σε την προ­σάρ­τη­ση της Σμύρ­νης που προ­σέ­φε­ρε τον έλεγ­χο των Στε­νών του Βοσπόρου.

Σημεί­ω­σε πως ήταν προ­σχη­μα­τι­κή η ανα­φο­ρά στα δικαιώ­μα­τα των ελλη­νι­κών πλη­θυ­σμών, γεγο­νός που απο­δεί­χθη­κε και από τη μη διεκ­δί­κη­ση εδα­φών όπου ήταν ισχυ­ρό­τε­ρη η παρου­σία των Ελλή­νων όπως τα Δωδε­κά­νη­σα ή την Κύπρο.

Η προ­σπά­θεια αυτή της ελλη­νι­κής αστι­κής τάξης, συνο­δεύ­τη­κε και από τη συμ­με­το­χή της στην εκστρα­τεία 14 καπι­τα­λι­στι­κών κρα­τών ενά­ντια στη νεα­ρή — τότε — Σοβιε­τι­κή εξου­σία και λίγο αργό­τε­ρα, με τη συναί­νε­ση της Αγγλί­ας, Γαλ­λί­ας και των ΗΠΑ, ο ελλη­νι­κός στρα­τός εγκα­τα­στά­θη­κε στη Σμύρνη.

Συνε­χί­ζο­ντας την ιστο­ρι­κή ανα­δρο­μή, ο Γ. Δελής επι­σή­μα­νε τη στά­ση των ισχυ­ρών κρα­τών της επο­χής που σε κρί­σι­μες στιγ­μές δεν δια­κιν­δύ­νευ­σαν τα συμ­φέ­ρο­ντά τους για την Ελλά­δα, επι­ση­μαί­νο­ντας πως το δια­χρο­νι­κό δίδαγ­μα που προ­κύ­πτει από την ιστο­ρία, είναι πως η αφε­ρεγ­γυό­τη­τα των ισχυ­ρών καπι­τα­λι­στι­κών κρα­τών προς τα λιγό­τε­ρα ισχυ­ρά, είναι εγγε­νές στοι­χείο των ενδοι­μπε­ρια­λι­στι­κών αντιθέσεων.

Ο Γ. Δελής σημεί­ω­σε πως το ελλη­νι­κό καπι­τα­λι­στι­κό κρά­τος, μέσω της ελλη­νι­κής αρμο­στεί­ας καθη­σύ­χα­ζε τους ελλη­νι­κούς πλη­θυ­σμούς, σε μια προ­σπά­θεια να απο­τρέ­ψει τη μαζι­κή τους φυγή από τη Μικρά Ασία ενώ η Ελλη­νι­κή βου­λή είχε ψηφί­σει μέχρι και νόμο για την απα­γό­ρευ­ση της μετα­φο­ράς τους.

Την ίδια ώρα, οι σύμ­μα­χοι παρα­κο­λου­θού­σαν με απά­θεια τις εξε­λί­ξεις έχο­ντας ως μόνη έγνοια, μήπως η έλευ­ση των προ­σφύ­γων οδη­γή­σει σε κοι­νω­νι­κή ανα­τα­ρα­χή και σε αμφι­σβή­τη­ση της καπι­τα­λι­στι­κής εξου­σί­ας. Εκεί άλλω­στε, συνέ­χι­σε, απο­σκο­πού­σαν και τα περιο­ρι­σμέ­να μέτρα απο­κα­τά­στα­σης των προ­σφύ­γων και όχι βέβαια στην εξα­σφά­λι­ση της ανθρώ­πι­νης δια­βί­ω­σης, όσων γλί­τω­σαν από τις σφαγές.

Ο Γ. Δελής στη­λί­τευ­σε ακό­μα τη στά­ση των καπι­τα­λι­στών στη χώρα μας, οι οποί­οι ενώ ευθύ­νο­νταν για την άθλια κατά­στα­ση των προ­σφύ­γων, αντι­με­τώ­πι­σαν την ανέ­χειά τους ως την καλύ­τε­ρη ευκαι­ρία για ν’ απο­κο­μί­σουν ακό­μα μεγα­λύ­τε­ρη κέρ­δη από την κακο­πλη­ρω­μέ­νη τους εργα­σία, τη μαζι­κή έντα­ξη στην παρα­γω­γή γυναι­κών και παι­διών ενώ αξιο­ποί­η­σαν τους πρό­σφυ­γες για να χτυ­πή­σουν τις όποιες εργα­τι­κές κατα­κτή­σεις και έσπει­ραν το δηλη­τή­ριο του ρατσι­σμού για να δια­τη­ρούν την εκμε­τάλ­λευ­σή τους.

Στον αντί­πο­δα το ΚΚΕ επι­χεί­ρη­σε να ενώ­σει ντό­πιους και πρό­σφυ­γες εργά­τες και αγρό­τες σε κοι­νή πάλη ενά­ντια στην καπι­τα­λι­στι­κή εξου­σία κι έτσι έγι­νε δυνα­τή η ανά­τα­ση του εργα­τι­κού κινή­μα­τος στον μεσοπόλεμο.

Κατα­λή­γο­ντας ο Γ. Δελής σημεί­ω­σε πως η αντι­με­τώ­πι­ση των ελλη­νι­κών πλη­θυ­σμών πριν και μετά την κατάρ­ρευ­ση του Μικρα­σια­τι­κού μετώ­που μας διδά­σκει ότι «τους αντα­γω­νι­σμούς των αστι­κών τάξε­ων και των συμ­μά­χων τους τούς πλη­ρώ­νουν οι εργα­τι­κές λαϊ­κές δυνά­μεις της κάθε χώρας, αυτές οι δυνά­μεις είναι που θυσιά­ζο­νται τον και­ρό του πολέ­μου και που πάνω στην εκμε­τάλ­λευ­ση και τον ιδρώ­τα τους στη­ρί­ζο­νται τα κέρ­δη των καπι­τα­λι­στών και στον και­ρό της ειρήνης».

«Τσε Γκε­βά­ρα, πρε­σβευ­τής της Επα­νά­στα­σης», του Νίκου Μόττα

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο