Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Σχέδιο Νόμου «ΕΠΙΔΟΜΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ» -|> «Χρυσόσκονη» που δεν μπορεί να κρύψει την έλλειψη μέτρων κοινωνικής προστασίας της μητρότητας

Ενα από τα «νέα θεμέλια της σύγχρονης δημογραφικής πολιτικής της χώρας», ένα «κίνητρο για τους μέλλοντες γονείς», μια «εκδήλωση της μέριμνας της πολιτείας για την ελληνική οικογένεια»:

Με τα παραπάνω μεγάλα λόγια παρουσιάζει η κυβέρνηση το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας για επίδομα γέννησης.

Το νομοσχέδιο αναρτήθηκε στη δημόσια διαβούλευση τις τελευταίες μέρες του 2019 και αναμένεται να πάρει το δρόμο της συζήτησης και της ψήφισης στη Βουλή το επόμενο διάστημα.

Με βάση τις προβλέψεις του, το συγκεκριμένο επίδομα, ύψους συνολικά 2.000 ευρώ, θα χορηγείται για κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα από 1/1/2020, σε δύο ισόποσες δόσεις, από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ).

Τα εισοδηματικά κριτήρια έχουν τεθεί στα 70.000 ευρώ ετήσιο οικογενειακό εισόδημα στην περίπτωση ζευγαριού που αποκτά το πρώτο του παιδί, ενώ το όριο αυτό προσαυξάνεται για κάθε επιπλέον μέλος της οικογένειας.

Πιο αυστηροί είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος στους πολίτες τρίτων χωρών. Στην περίπτωση των μεταναστών, για να συμπεριληφθούν στους δικαιούχους θα πρέπει να αποδεικνύεται από την υποβολή φορολογικής δήλωσης πως διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα 12 χρόνια πριν από το έτος γέννησης του παιδιού.

Μάλιστα, η προϋπόθεση 12ετούς νόμιμης διαμονής στη χώρα αφορά και τα άλλα επιδόματα που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ, όπως τα επιδόματα παιδιού και στέγασης, αυστηροποιώντας κατά πολύ τον προηγούμενο όρο της 5ετούς διαμονής στη χώρα.

Την πρόθεση του νομοσχεδίου να περιορίσει τον αριθμό των δικαιούχων παραδέχεται η αιτιολογική έκθεση, σύμφωνα με την οποία η προϋπόθεση της 12ετούς διαμονής «συνιστά προϊόν συνεκτίμησης των οικονομικών συνεπειών της σκοπούμενης ρύθμισης σε ανελαστικές δημοσιονομικές συνθήκες».

Καταργήθηκε στο όνομα της «εξοικονόμησης πόρων»…

Η χορήγηση ενός εφάπαξ επιδόματος στις γυναίκες που γεννούν, ως μια πρώτη, ελάχιστη οικονομική στήριξη των ζευγαριών για την κάλυψη μέρους των αναγκών που συνεπάγεται η έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια, δεν θεσπίζεται σήμερα για πρώτη φορά.

Τα προηγούμενα χρόνια, σχετικά επιδόματα χορηγούνταν από τα ασφαλιστικά ταμεία. Με τη σύσταση του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) το επίδομα τοκετού πέρασε σε αυτόν και υπέστη αλλεπάλληλες περικοπές μέσα από τους κανονισμούς παροχών του, που οδήγησαν γρήγορα στην ουσιαστική κατάργησή του.

Πιο συγκεκριμένα, το 2012, με κυβέρνηση της ΝΔ που είχε τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, η χορήγηση επιδόματος τοκετού περιορίστηκε στις γυναίκες που γεννούν στο σπίτι και καταργήθηκε για όλες τις υπόλοιπες. Το μέτρο αυτό διατηρήθηκε από όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν και παραμένει σε ισχύ και σήμερα.

Η κατάργηση του επιδόματος τοκετού έγινε στο όνομα της «εξοικονόμησης πόρων». Για παράδειγμα, παρουσιάζοντας τα στοιχεία από τους πρώτους μήνες εφαρμογής του κανονισμού του ΕΟΠΥΥ, το 2013, το υπουργείο Υγείας εκτιμούσε πως η περικοπή του επιδόματος τοκετού θα εξασφάλιζε 15 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο έτος.

Ενα χρόνο αργότερα, το Φλεβάρη του 2014, ο τότε υπουργός Υγείας Αδ. Γεωργιάδης, απαντώντας σε Επίκαιρη Ερώτηση του ΚΚΕ, επιχειρηματολόγησε υπέρ της χορήγησης του επιδόματος μόνο στις περιπτώσεις τοκετού στο σπίτι καθώς ο ΕΟΠΥΥ δεν μπορεί «να πληρώνει δύο φορές», δηλαδή να καλύπτει το κόστος του τοκετού στο μαιευτήριο και να καταβάλλει επιπλέον χρήματα ως επίδομα.

Υπερασπίστηκε επίσης την πρακτική των κρατικών υπηρεσιών να ζητούν από γυναίκες στις οποίες είχαν χορηγήσει το επίδομα μετά την ημερομηνία της κατάργησής του να επιστρέψουν το ποσό ως «αχρεωστήτως καταβληθέν».

Τη σκυτάλη πήρε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έκανε το παραμικρό για να επαναφέρει το επίδομα.

Το Νοέμβρη του 2015, μάλιστα, ο υφυπουργός Εργασίας Τ. Πετρόπουλος, απαντώντας σε Επίκαιρη Ερώτηση του ΚΚΕ, είπε ορθά κοφτά πως δεν θεωρεί ότι υπάρχει κάτι αρνητικό που πρέπει να αλλάξει σχετικά με το επίδομα, ενώ αναφέρθηκε και στις απόψεις σύμφωνα με τις οποίες «ο τοκετός στο σπίτι είναι πιο σημαντικός και ενδεδειγμένος».

Στην ίδια κατεύθυνση, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απέρριψε σχετική τροπολογία που κατέθεσε το ΚΚΕ τον περασμένο Μάρτη.

Σήμερα, που πλέον βρισκόμαστε σε διαφορετική φάση του κύκλου της καπιταλιστικής οικονομίας και η αντιπαράθεση ανάμεσα στα αστικά κόμματα έχει επίκεντρο την καλλιέργεια προσδοκιών στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα πως μπορούν να δρέψουν καρπούς από την καπιταλιστική ανάπτυξη, η κυβέρνηση της ΝΔ επαναφέρει μια αντίστοιχη παροχή.

…θεσμοθετείται στο όνομα της «δημογραφικής κρίσης»

Αυτή τη φορά το επίδομα που θεσμοθετείται παρουσιάζεται ως ένα μέτρο δημογραφικής πολιτικής. «Η από δεκαετίες διαπιστωθείσα υπογεννητικότητα εντάθηκε έτι περαιτέρω την τελευταία δεκαετία, λόγω της σοβούσας οικονομικής κρίσης, υποσκελίζοντας σημαντικά την προοπτική υγιούς δημογραφικής εξέλιξης και καθιστώντας τις σχετικές προβλέψεις εξόχως δυσοίωνες», αναφέρει η αιτιολογική έκθεση.

Στην κατεύθυνση αυτή, χαρακτηρίζει τη συρρίκνωση του πληθυσμού «μείζον εθνικό ζήτημα» και επισημαίνει την ανάγκη για «τη χάραξη και την υλοποίηση μέτρων δημογραφικής πολιτικής στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας». Ετσι, το επίδομα των 2.000 ευρώ αναλαμβάνει το ρόλο ενός «μέτρου ενίσχυσης της σύγχρονης δημογραφικής πολιτικής» και ενίσχυσης της «οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής, η οποία έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης».

Μπορεί όμως ένα χρηματικό επίδομα, όσο σημαντική βοήθεια κι αν προσφέρει σε μια οικογένεια, να μεταβάλει το αρνητικό πλαίσιο που έχουν διαμορφώσει οι αντεργατικοί νόμοι και η συρρίκνωση των μισθών, η φορολεηλασία και οι μειώσεις στο αφορολόγητο όριο, η εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, τα τροφεία των παιδικών σταθμών;

Μήπως οι νέες μητέρες και τα νέα ζευγάρια, που με ανακούφιση θα λάβουν το επίδομα, δεν έχουν ήδη πριν το εισπράξουν ξοδέψει αντίστοιχο – αν όχι μεγαλύτερο – ποσό για τον προγεννητικό έλεγχο, την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, τον τοκετό;

Οσο για το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για το λεγόμενο «δημογραφικό», είναι πέρα για πέρα προσχηματικό. Οι δημογραφικές εξελίξεις είναι άμεσα συνυφασμένες με τους υλικούς όρους εργασίας και ζωής. Η επιλογή ενός νέου ζευγαριού να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια εξαρτάται από μια σειρά οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων. Τα εμπόδια που θέτουν οι παράγοντες αυτοί δεν αναιρούνται με μια εφάπαξ παροχή 2.000 ευρώ.

Κανένα επίδομα δεν μπορεί να δώσει λύση στη δυσκολία ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων να ικανοποιήσουν βασικές κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες επιβίωσης, όπως της στέγασης, της σίτισης, της ένδυσης, της ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, της Υγείας – Πρόνοιας.

Ούτε δίνει λύση στη γενικευμένη ανασφάλεια που αντιμετωπίζει η πλειοψηφία των νέων εργαζομένων στις συνθήκες της εξάπλωσης των «ευέλικτων» μορφών απασχόλησης, της περιπλάνησης ανάμεσα στην ανεργία και την ολιγόμηνη, κακοπληρωμένη εργασία.

Στο προσκήνιο οι σύγχρονες ανάγκες

Η χορήγηση του επιδόματος είναι αίτημα το οποίο είχε πάντα θέση στις διεκδικήσεις της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας, των συλλόγων και των ομάδων της, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, σωματείων, Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, ως ένα από τα μέτρα κοινωνικής προστασίας της μητρότητας για τα οποία παλεύουν.

Τόσο για τις γυναίκες και τα ζευγάρια που στερήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια ακόμα και αυτήν την υποτυπώδη παροχή, όσο και για εκείνες που θα έχουν το επόμενο διάστημα ένα μικρό βοήθημα στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, πρέπει να είναι ξεκάθαρο: Το ποσό που προβλέπει ο προϋπολογισμός για την καταβολή του επιδόματος γέννησης προέρχεται από τη δική τους δουλειά, από τις περικοπές που έχουν υποστεί σε μια σειρά παροχές και δικαιώματα, από την υπέρογκη φορολογία με την οποία επιβαρύνονται.

Από την ίδια πηγή βγαίνουν τα πλεονάσματα για τα οποία πανηγυρίζουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις αλλά και τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων, ποσά δηλαδή υπερπολλαπλάσια από τα ψίχουλα που τελικά τους επιστρέφονται μέσα από παροχές όπως και το υπό θεσμοθέτηση επίδομα.

 

Πηγή Ριζοσπάστης Ευ. Χ.