• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Σωτηρία Μπέλλου: “Αγάπησα πολύ το τραγούδι”

Στις 27 Αυγούστου 1997 πεθαίνει η τραγουδίστρια Σωτηρία Μπέλλου. Η Μπέλλου συνδέθηκε από τα νεανικά της χρόνια με το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας. Μετείχε στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, καθώς στο Δεκέμβρη του 1944, όπου τραυματίστηκε. Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις στον «Ριζοσπάστη» (27/2/94), θυμόταν: «Και “Ριζοσπάστη” διακινούσα… Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω… Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές».

“Αγάπησα πολύ το τραγούδι”

“Ο πατέρας μου – έλεγε η Σωτηρία Μπέλλου σε μια από τις “εξομολογήσεις” της στο “Ριζοσπάστη” – λεγόταν Κυριάκος Μπέλλος κι ήταν από την Κύμη Εύβοιας. Γεννήθηκα στις 29 Αυγούστου του ’21, σ’ ένα χωριό έξω από τη Χαλκίδα, το χωριό της μητέρας μου, που λεγόταν Χάλια (σήμερα λέγεται Δροσιά)… Από τριών χρόνων έφτιαχνα με σύρματα κάτι ψεύτικες χορδές σαν κιθάρα και τραγουδούσα. Από μικρό έψελνα κοντά στον παππού, που ήταν παπάς…”.

Το πρώτο ερέθισμα ν’ ασχοληθεί με το τραγούδι τής δόθηκε σε ηλικία δέκα χρόνων, βλέποντας την Σοφία Βέμπο να πρωταγωνιστεί στην ταινία “Προσφυγοπούλα”. “Ξετρελάθηκα μαζί της και με τη μανία που είχα για το τραγούδι, δε σταμάταγα όλη μέρα να τραγουδάω τα τραγούδια της”. Η απόφαση είχε παρθεί αν και η μητέρα της διαφωνούσε, με αποτέλεσμα συχνά να τη δέρνει προς συμμόρφωση. Στα 17 της την παντρεύουν, όμως χωρίζει πολύ γρήγορα. Ενας τσακωμός με τον πατέρα της γίνεται η αιτία την επομένη της κήρυξης του πολέμου (29/10/40) να βρεθεί στην Αθήνα, αντιμετωπίζοντας προβλήματα επιβίωσης. Η ανάγκη την οδήγησε να κάνει πολλές δουλιές, ενώ οι πολιτικές της πεποιθήσεις την οδηγούν να διακινεί κρυφά το “Ριζοσπάστη”.Παράλληλα, παίζει κιθάρα και τραγουδά σε ταβέρνες. Συλλαμβάνεται, γιατί έκλεψε μια κουραμάνα. Αργότερα συμμετέχει στα Δεκεμβριανά και τραυματισμένη στο χέρι ξανασυλλαμβάνεται. Αποφυλακίζεται μέσω του Ερυθρού Σταυρού.

Μετά την Απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει από μέσα την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου, την “ανακαλύπτει” σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια ο θεατρικός συγγραφέας Κίμωνας Καπετανάκης και την προτείνει στον φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη.Ηχογραφούν μαζί δύο τραγούδια (τα πρώτα της), το “Οταν πίνεις στην ταβέρνα” και “Το παιδί που είχες φίλο”. Η επιτυχία μεγάλη, την καθιερώνει ως λαϊκή τραγουδίστρια. Το ’48 η Σ. Μπέλλου βρίσκεται στου “Τζίμη του Χοντρού”,στην Αχαρνών, με επικεφαλής τον Τσιτσάνη και “ορχήστρα” τους Περιστέρη, Κασιμάτη, Κερομύτη, Στέλιο, Ρούκουνα, Τουρκάκη.

Η άρνησή της να ανταποκριθεί σε μια παραγγελιά και να πει το “βασιλικό τραγούδι, όπως τότε το έλεγαν οι Χίτες”, “Του αϊτού ο γιος”, έχει ως αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της και την αποχώρησή της από την ταβέρνα.Στη συνέχεια πηγαίνει στον “Παναγάκη”,στην οδό Αλκαμένους, με τον Μάρκο Βαμβακάρη.Εκεί τους συναντά ο νεαρός Μάνος Χατζιδάκις και τους ζητά να εμφανιστούν στο “Μουσούρη”.”Πήγαμε, θυμόταν αργότερα η Σ. Μπέλλου, εγώ, ο Μάρκος, ο Αργύρης κι ο Κανέλλος και μια κιθάρα. Το θέατρο ήταν γεμάτο από κόσμο των γραμμάτων και της αριστοκρατίας. Κόσμο που τον βλέπαμε για πρώτη φορά, αλλά κι αυτοί δε μας είχαν ακούσει ποτέ. Εγινε διάλεξη πρώτα από τον Μάνο. Τους μίλησε για το ρεμπέτικο και για μας και μετά έγινε η συναυλία μας. Τραγουδήσαμε του Μάρκου όλοι, κι εγώ με τη σειρά μου είπα το “Κλαμένη ήρθες μια βραδιά”, “Σταμάτησε μανούλα μου” κ.ά. Το τι έγινε δεν μπορώ να το περιγράψω. Μας αποθέωσαν. Ο Χατζιδάκις πετούσε από τη χαρά του”.

Τα χρόνια ακμής του κλασικού λαϊκού τραγουδιού τη βρίσκουν στο ζενίθ της καριέρας της. Ολα τα μαγαζιά τη ζητάνε. “Πήγα στο “Ροσινιόλ” με τον Καπλάνη, μετά πάλι στον Παναγάκη, ύστερα στο Μοσχάτο με τον Στελάκη, στο “Λιόπεσι” με τον Χατζηχρήστο, στου Καλαματιανού με τον Μπίνη, τον Γενίτσαρη και τον Καπλάνη, στου Μάριου την παράγκα με τον Μανώλη Χιώτη”.Αργότερα συνεργάζεται με τον Παπαϊωάννου: “Τραγούδια – επιτυχίες και χαλασμός στα πάλκα”. Περιζήτητη είναι και στη δισκογραφία. Ηχογραφεί σε πρώτη εκτέλεση πολλά τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Απόστολου Χατζηχρήστου, Καλδάρα, Καπλάνη κ.ά. Ανάμεσά τους τα “Κάνε λιγάκι υπομονή”, “Ανοιξε γιατί δεν αντέχω”, “Κάτω απ’ το σβηστό φανάρι”, “Είπα να σβήσω τα παλιά”, “Σαν απόκληρος γυρίζω” κ.ά. Με την παρακμή του κλασικού λαϊκού τραγουδιού (αρχή δεκαετίας ’60) η καριέρα της γνωρίζει κάμψη. Ακολουθεί το περιθώριο και ο αγώνας της επιβίωσης. “Τα μαγαζιά δε με ήθελαν πια, οι συνθέτες με απόφευγαν, οι εταιρίες δε μου έδιναν σημασία… ”

Στη δουλιά ξαναβγαίνει το ’63. Ακολουθεί η συνάντησή της με τον Αλέκο Πατσιφά της “Λύρας”, που την πείθει να δισκογραφήσει και πάλι. Κάνουν τον πρώτο μεγάλο δίσκο. Η επιτυχία μεγάλη. Ακολουθούν 15 – 16 μεγάλοι δίσκοι. Στη συνέχεια συνεργάζεται και πάλι με τον Τσιτσάνη, στο “Χάραμα”,μέχρι το θάνατό του.

Στο πάλκο συνέχιζε να εμφανίζεται αποσπασματικά, μέχρι πριν τρία χρόνια, οπότε χτυπήθηκε από τον καρκίνο. Λίγους μήνες πριν την εκδήλωση της αρρώστιας αποφάσισε να μην ξανατραγουδήσει. Οι τελευταίες της εμφανίσεις ήταν στο “Ρεπορτάζ”, στα τέλη του ’93. Η τελευταία μέρα της στον επάνω κόσμο ήταν η χτεσινή (σ.σ. 27 Αυγούστου 1997) , καθώς ξεκίνησε για “ν’ ανταμώσει βράδυ με τους Ελληνες στον Αδη”…

Πηγή Ριζοσπάστης