Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Τα κομμένα κεφάλια (Μία συγκλονιστική επιφυλλίδα)

Επιμέλεια Αλέκος Χατζηκώστας //

Με τον τίτλο αυτό ο «Ρίζος της Δευτέρας» δημοσιεύει στις 24/11/1947 (ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ είχε ήδη απαγορευτεί) επιφυλλίδα του Παναγή Λεκατσά*. Πρόκειται για μία συγκλονιστική- στηριγμένη στην ιστορική παράδοση της χώρας μας- καταδίκη με αφορμή σχετική ΦΩΤΟ των εφημερίδων της «συνήθειας» των διαφόρων παρακρατικών ομάδων που δρούσαν μαζί με τον «εθνικό στρατό» να κόβουν τα κεφάλια των αγωνιστών προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα της επικήρυξής τους…

Μάλιστα η έκταση όμως του κανιβαλισμού ήταν τέτοια που ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόξενος στην Ελλάδα, μετά από εικόνες που δημοσιεύτηκαν στις ΗΠΑ, με κομμένα γυναικεία κεφάλια, προέβη σε διάβημα.. Η ελληνική απάντηση ήταν η παρακάτω: ”Οι κομμένες κεφαλές και η δημόσια επίδειξή τους αποτελούν ελληνικό έθιμο”.

Η επιφυλλίδα

«Είναι τάχα ζωντανό πλάσμα το δένδρο; Πολλές από τις φαντασίες των ποιητών είναι πραγματικά βιώματα για τους αγρίους. Το δένδρο με τα κλαδιά που ανατείνονται προς το φως και με την κυκλοφορία των μυστικών του χυμών που δένονται ανάμεσα στα φύλλα σε λουλούδια και σε καρπούς, είναι για τον πρωτόγονο άνθρωπο κάτι το ζωντανό, όπως και το ζώο. Έχει τη δική του αυτόνομη ύπαρξη και τη ζωοποιούσα ψυχή που πλέκει μέσα στον αγέρα και στο φως τ΄ονειρό της. Και ο πρωτόγονος άνθρωπος, που δεν είναι ακόμη παρά πηλός ανθρώπου, σέβεται την ύπαρξη τούτη.

Όταν η αλήθεια δει κανείς τη φωτογραφία των ιππέων που κρατούν τα κομμένα ανθρώπινα κεφάλια από τα μαλλιά, παύει να χαμογελά με τη λεπτότητα των αγρίων όταν είναι να κόψουνε κάποιο δένδρο. Σα να τους ακούει και να τους νοιώθει, του μιλούν στοργικά για την ανάγκη που τους επιβάλλει να το κόψουνε, το ρωτούν αν θλίβεται για την απόφασή τους και του ζητούνε να τους συγχωρήσει. Άλλοι του πηγαίνουν από το πιο διαλεκτό φαγί τους και το ακουμπάνε στη ρίζα του, για να του δείξουν την αγάπη τους και να μην κακιώσει μαζί τους που είναι να το κόψουν. Και κρατούνε το τσεκούρι, ως την ώρα που θα το μεταχειριστούν, τυλιγμένο.

Και δεν είναι μόνο ως εδώ. Προσπαθούν ν’ αποσείσουν από πάνω τους την ευθύνη του φόνου του. Οι περιηγητές είδαν αγρίους να στέκονται μπροστά στο δένδρο που ήθελαν να κόψουν, να ξετυλίγουν ύστερα ένα χαρτί και να διαβάζουν στο δένδρο μια φανταστική επιστολή της αποικιακής κυβέρνησης, που τους έλεγε τάχα πως ή θα κόψουν το δένδρο ή θα τους κρεμάσουν. Άλλοι προσπαθούν να πείσουν το δένδρο πως αυτοί δεν είναι παρά μικρά παιδιά που δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν απολύτως τίποτε και πως οι άλλοι που μένουνε στο χωρίο και που είναι γέροντες τους έστειλαν να το κόψουν. Άλλοι καρφώνουν αποβραδύς το τσεκούρι μπροστά του στο χώμα και του λένε πως αν δεν θέλει να το κόψουνε, δεν έχει παρά να ρίξει την νύχτα καταγής το τσεκούρι. Κι όταν την άλλη μέρα βρίσκουν το τσεκούρι καταγής, καταλαβαίνουν πως το δένδρο δεν θέλει να το κόψουν και δεν το κόβουν.

Οι παλιοί Έλληνες είχαν διατηρήσει μερικά έθιμα των αγρίων από την πρωτόγονη κατάστασή τους. Το κλασσικό για την περίπτωση τούτη παράδειγμα είναι ο φόνος του ταύρου στη γιορτή που λεγόταν «Βουφόνια». Μια σειρά από τελετουργίες προσπαθούσε ν’ απαλλάξει από την ενοχή όσους πήρανε μέρος στο φόνο του ζώου; Πρώτοι κατηγορούνται εκείνοι που έβγαλαν νερό για να τροχιστούνε τα όργανα του φόνου. Αλλά αυτοί έβγαλαν μόνο το νερό, δεν τρόχισαν οι ίδιοι το τσεκούρι και το μαχαίρι. Οι τροχιστές λοιπόν κατηγορούνται δεύτεροι αλλά αφήνονται κι αυτοί γιατί φανερώνουν σε ποιους έδωσαν τα όπλα. Αυτοί πάλι μαρτυρούν ποιος χτύπησε το θύμα με το τσεκούρι, κι αυτός ποιος του έκοψε το λαιμό με το μαχαίρι.

Στα τελευταία κατηγορείται το μαχαίρι, κρίνεται επίσημα σαν ένοχος του εγκλήματος, καταδικάζεται και πετιέται στη θάλασσα. Οσο για το θύμα δεν πρέπει να μείνει με την αιματηρή ανάμνηση: Πρέπει να πεισθεί πως θεληματικά πήγε στο βωμό κι αυτό ήταν που ζήτησε να θυσιαστεί. Κάτι περισσότερο; Γρήγορα-γρήγορα παίρνουν το δέρμα του, το γεμίζουν με χορτάρι ξερό, το ράβουν και το ζεύουν σ’ ένα αλέτρι, σα να ζει και ποτέ να μη πέθανε. Όλα όσα έγιναν δεν ήταν παρά ένα κακό όνειρο…

Υψώστε τις εικόνες αυτές της πρωτόγονης αγαθότητας απέναντι στη φωτογραφία των κομμένων κεφαλών και μετρήστε την άβυσσο που χωρίζει την φυσική ευγένεια του αγρίου από τη διεστραμμένη συνείδηση που επιγράφει τη φωτογραφία: “Η ΑΠΟΚΟΠΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΩΝ ΑΡΧΑΙΟΝ ΕΘΙΜΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ”.

Ο λόγος αυτός δεν είναι βλαστημία μόνο για τους νεκρούς και για τούτα τα χώματα αλλά για Σας ηρωικοί των αιώνων της σκλαβιάς αγωνιστές, που σαν τον Αστραπόγιανο παρακαλούσατε το συντροφό σας να σας πάρει το κεφάλι, να μη πέσει στα χέρια των Τούρκων και το ατιμάσουν. Κι όταν ο Λαμπέτης σας έπαιρνε το κεφάλι έφτανε κυνηγημένος από τους Λιάπηδες ως τους αιώνες να θάβονται οι νεκροί στην αψηλότεροι κορυφή, και σε κάποια σπηλιά το έπλενε από τα αίματα, τα’ ακουμπούσε απέναντι, μοιραζόταν μαζί του το ψωμί του και του μιλούσε και το μοιρολογούσε. Ύστερα το σταύρωνε, το φιλούσε και σκάβοντας ένα λάκκο με το μαχαίρι του, το έθαβε εκεί απ΄όπου μπορούσε να βλέπει, όπως πρώτα, τα λεύτερα επάνω μετερίζια του και κάτω τους σκλαβωμένους κάμπους.

Ναι, το πιο αρχαίο έθιμο της Ελλάδας είναι ο σεβασμός στους νεκρούς και η προφύλαξη των λειψάνων τους από τα όρνια, τα θεριά και τους εχθρούς τους. Ήταν πρώτη πίστη η ιδέα πως η ψυχή του άταφου δεν αναπαύεται μα αιώνια παραδέρνει έξω από τον Αχερούσιο κόσμο. Οι Αθηναίοι καταδικάζουν σε θάνατο τους στρατηγούς μιας ναυμαχίας που, εξ αιτίας της τρικυμίας δεν μπόρεσαν να μαζέψουν τα λείψανα από τα κύματα. Ο Αχιλλέας η ευγενικώτερη μορφή των πιο αρχαίων αιώνων καίει το λείψανο του Ηετίωνα μαζί με τα όπλα του, δείχνοντας έτσι το σεβασμό στον αντίπαλο του. Δεν θάβει τον Πάτροκλο παρά μόνον όταν εκδικιέται το θάνατο του, αφήνοντας έτσι το λείψανο σαν τρομερή προσταγή του χρέους. Κι όταν στην κορύφωση των αγριότερων παθών, κρατεί άταφο το πτώμα του Εκτορα λυγάει μπροστά στο γέρο Πρίαμο που του γυρεύει το πτώμα του γιού του να το θάψει και του το δίνει. Εδώ μαζί με την ιδέα του σεβασμού προς το νεκρό υπάρχει και το δέος που προκαλεί η άδηλη στην αέναη αστασία της ανθρώπινης μοίρας…

Ο τρόμος μήπως το άψυχο σώμα πέσει στα χέρια των εχθρών, κάνει στους αρχαίους οι νεκροί να είναι σε απόκρυφες μονές και μέσα σε ιερά τεμένη. Αλά επειδή και πάλι δεν υπήρχε ασφάλεια κι οι μετακινούμενες φυλές ήταν αναγκασμένες να παρατούν κάθε τόσο τα χώματα των νεκρών τους, επιβάλλεται γενικά το έθιμο να καίονται οι νεκροί. Ωστόσο η στάχτη τους δεν αφήνεται ανυπεράσπιστη: Πάνω από τη υδραία πολύ μέσα θάβεται, υψώνεται ένας τύμβος μεγάλος σα λόφος. Οι σκοτεινοί αυτοί όγκοι των χωμάτων που προστατεύουν τους νεκρούς σαν ένα στοιχείο της γης σημαδεύουν σαν ορόσημα τα περάσματα των Ελλήνων και κυβερνούν για αιώνες τη σκέψης τους.

Η περίπτωση να καταδικάζεται ο νεκρός να μένει άταφος δεν παρουσιάζεται στην Ελλάδα παρά σε καιρούς ανάλογους με τους σημερινούς , στην εποχή των Ρωμαίων. Είναι οι καιροί που ο αφέντης μπορούσε να πετάξει το πτώμα του δούλου του στις ακαθαρσίες ή να απαγορεύσει την ταφή του. Όταν μάλιστα ο δούλος πέθαινε στο σταυρό η ταφή του απαγορεύονταν από το νόμο. Οι σύντροφοι του προσπαθούσαν να τον αναπάψουνε μα δεν το κατόρθωναν πάντα. Το συγκεντρώνονταν σε κάποια απόμερη γωνιά και βυθισμένοι στον εαυτό τους τον κήδευαν «κατά φαντασίαν» μήπως αποκεί κάτου, απ’ όπου όλα του κόσμου τούτου φαίνονται σαν φαντασίες και όνειρα, ξεγελαστούν οι θεοί και δώσουν την ανάληψη στον πεθαμένο…

Και λέγεται πως από τότε είναι, κάθε φορά που ανθρώπινο λείψανο ατιμάζεται, που βυθισμένοι στον εαυτό τους το κηδεύουν με τη φαντασία τους όχι πια οι δούλοι, αλλά όλοι οι ελεύθεροι που φρουρούν πάνω σ’ όλη τη γη την ευγένεια του ανθρώπου»

*Παναγής Λεκατσάς: Ξεχωριστός πνευματικός δημιουργός, από τους βασικούς θεμελιωτές της θρησκολογίας και της εθνολογίας στην Ελλάδα (1911-1970). Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο Παναγής Λεκατσάς εντάσσεται στο ΕΑΜ. Στα Δεκεμβριανά συλλαμβάνεται και φυλακίζεται και κλείνεται στο αναμορφωτήριο του στρατόπεδου συγκεντρώσεως στο Γουδί. Από το 1945 ως το 1948 δίνει συνεργασίες στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα, Τα επόμενα δυο χρόνια συνεργάζεται με το περιοδικό Ανταίος και την εφημερίδα Μάχη. Το 1951 κυκλοφορεί το μνημειώδες έργο του «Η καταγωγή των Θεσμών, των Εθίμων και των Δοξασιών» που σημάδεψε ανεξίτηλα την επιστήμη της εθνολογίας στην Ελλάδα. Αρχίζει και παίρνει αποστάσεις από την ενεργό πολιτική και αφιερώνεται αποκλειστικά στην εθνολογία και θρησκειολογία, μέχρι το τέλος της ζωής του. Τα Χριστούγεννα του 1957 κυκλοφορεί το κορυφαίο έργο του, «Η Ψυχή. Η ιδέα της ψυχής και της αθανασίας της και τα έθιμα του θανάτου». Ακολουθούν «Το κάλεσμα της Θεονύμφης» (1958), η επιμέλεια και η επιστημονική θεώρηση του βιβλίου του Τζόρτζ Τόμσον «Η αρχαία ελληνική κοινωνία, Το προϊστορικό Αιγαίο» (1959), η Β΄ έκδοση του Πινδάρου (1960), «Ευριπίδης , μετάφραση και ερμηνευτικά» (1962).Το 1963 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ερως», ερμηνεία μιας μορφής της προϊστορική και ορφικοδιονυσιακής θρησκείας. Το 1970 κυκλοφορούν τα τελευταία έργα του «Η μητριαρχία και η σύγκρουσή της με την ελληνική πατριαρχία» και «Φαιακία».