• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Τα τραγούδια του Β. Τσιτσάνη «θα μας δίνουν το μέτρο, το φως, την ευγένεια και το ήθος της μεγάλης ψυχής του λαού μας»

Στις 18 Ιανουαρίου 1984 πεθαίνει σε ηλικία 66 χρόνων στο Λονδίνο όπου νοσηλευόταν, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Μια χαρισματική προσωπικότητα με μεγάλο ταλέντο και αυθορμητισμό. Τα τραγούδια του, όπως δήλωσε ο Μίκης Θεοδωράκης με την είδηση του θανάτου του, «θα μας δίνουν το μέτρο, το φως, την ευγένεια και το ήθος της μεγάλης ψυχής του λαού μας. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη είναι η Ελλάδα».

Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου το 1918 στα Τρίκαλα. Από 13 χρονών αρχίζει να ασχολείται με τη μουσική. Περνάει δύσκολα χρόνια με φτώχεια και στερήσεις. Το 1936 εγκαθίσταται στην Αθήνα. Η «Αρχόντισσα», η πρώτη του μεγάλη επιτυχία αλλάζει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και τη ζωή του συνθέτη. Καταξιώνεται γρήγορα, ενώ με τα τραγούδια του επιδιώκει να επικοινωνήσει με ένα ευρύτερο κοινό, δημιουργεί ένα «σύγχρονο ελληνικό τραγούδι» με δωρικότητα, αυθεντικότητα και αμεσότητα. Οι ρίζες του βρίσκονται στην Ανατολή, στο Βυζάντιο, στη δημοτική παράδοση. Μετά τον πόλεμο εξαπλώνεται και κυριαρχεί το νέο μουσικό είδος. Και ο Τσιτσάνης μαζί με τον Βαμβακάρη και τον Παπαϊωάννου είναι οι τρεις πιο δημοφιλείς εκφραστές του.

Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από άρθρο της Αριστούλας Ελληνούδη στο Ριζοσπάστη

Το ξεκίνημα

Ο Τσιτσάνης στη σχολική περίοδο 1932-33 φοιτά στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου Τρικάλων. Καθώς, όμως, όπως αφηγείται ο συμμαθητής και φίλος του Γ. Μπακοβασίλης, «ήταν αγαπητός και περιζήτητος στις γλεντζέδικες παρέες» της γενέτειράς του για το μπουζούκι που έπαιζε, μένει μεταξεταστέος στα μαθηματικά». Ξαναδίνει το μάθημα και το Φλεβάρη του 1934, παίρνει το απολυτήριο. Το Γενάρη του 1935 περνά περιοδεύων κι ύστερα κατεβαίνει στην Αθήνα, με το μπουζούκι του κρυμμένο στο σακάκι, να σπουδάσει Νομικά. Για να επιβιώσει, το «βλαχάκι», όπως τον έλεγαν «οι μάγκες» της Αθήνας, παίζει σε μικρομάγαζα μπουζούκι και τραγουδά «κάτι αλλιώτικα τραγούδια». Αυτή τη χρονιά μπαίνει και στη δισκογραφία με το τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ σκαρώσανε» και συμμετοχή στην «Αμαξα» του Περδικόπουλου. Το 1938 ο στρατευμένος πια Τσιτσάνης, υπηρετεί στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη, όπου στάλθηκε και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Τότε πρωτογνωρίζονται και ξανασυναντώνται το 1940 στο Τάγμα Μηχανικών στα Γιαννιτσά, πριν αναχωρήσουν για το μέτωπο.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης διηγείται για τη ζωή τους στο Τάγμα Τηλεγραφητών: «Οταν πήγα εγώ στο Τάγμα, ο Τσιτσάνης ήταν ήδη γνωστός και αγαπητός στους φαντάρους. Συχνά τα βράδια μετά το προσκλητήριο πηδούσε τα συρματοπλέγματα με κάποιον άλλο και πήγαιναν στις ταβέρνες που ήταν γύρω από το στρατόπεδο και δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ. Με τον ίδιο τρόπο ξαναγύριζαν και ούτε γάτος ούτε ζημιά. Κάποια φορά όμως ο επιλοχίας τού έστησε καρτέρι και τον έπιασε στα πράσα, που πηδούσε το φράχτη. Την άλλη μέρα το πρωί στην αναφορά τον ρωτάει ο λοχαγός: “Τι γύρευες στα σύρματα τέτοια ώρα, Τσιτσάνη;”. Κι αυτός με χιούμορ και ετοιμόλογος του απαντά: “Ασυρματιστής δεν είμαι κυρ λοχαγέ; Πήγα να τα επιθεωρήσω, να δω αν είναι εντάξει”».

Το 1938, με επταήμερη άδεια από το στρατό, κατεβαίνει στην Αθήνα και ηχογραφεί την «Αρχόντισσα» και άλλα τραγούδια. Αυτή τη χρονιά δισκογράφησε 25 τραγούδια στην Odeon, 7 στην Columbia και 9 στη HMV. Το 1939, με άδειες του στρατού κατεβαίνει συχνά στην Αθήνα και ηχογραφεί τραγούδια του. Στη Θεσσαλονίκη, νοικιάζει ένα δωματιάκι στην οδό Στρωμνίτσης 20, στο Ντεπό. Γείτονάς του, είναι ο έφηβος τότε, Γιώργος Φαρσακίδης, ο οποίος θυμάται ότι κοντά στη γειτονιά ήταν το Τάγμα Τηλεγραφητών. Οτι τις Κυριακές «τα φαντάρια τρώγανε πατάτες με κρέας» κι ότι μέχρι να γίνει το φαγητό, «παίζανε ποδόσφαιρο στο γήπεδο. Πολλές φορές είδα τον Τσιτσάνη πάνω στις κερκίδες, ανάμεσα στους αξιωματικούς, να παίζει το μπουζούκι και να τραγουδά μαζί τους. Εμείς, τα μαγκάκια της γειτονιάς, όταν βλέπαμε τον Τσιτσάνη με το μπουζούκι, δίναμε σύρμα και στους άλλους και τρέχαμε ν’ ακούσουμε τον φαντάρο που, όπως λέγαμε, τραγουδούσε στα γραμμόφωνα».

Τα χρόνια στη Θεσσαλονίκη

Το 1939 ο Τσιτσάνης αρραβωνιάζεται την αγαπημένη του Ζωή, και στις αρχές του 1940 απολύεται από το στρατό. Στην Αθήνα ηχογραφεί κάθε τόσο καινούρια τραγούδια. Κηρύσσεται ο Πόλεμος και ο Τσιτσάνης επιστρατεύεται. Δίνει στη μάνα του φίλου του Γκανάτσου, την κυρ Αγγέλα, να του φυλάξει το μπουζούκι, «θά ‘ρθω να το πάρω μετά τον πόλεμο» της λέει και στις 30 Οκτώβρη φεύγει με το 20 Τάγμα Μηχανικών για την πρώτη γραμμή του μετώπου. Επιστρέφοντας από το μέτωπο, προβληματίζεται πού να κυνηγήσει το μεροκάματο. Επιλέγει να δουλέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου ελπίζοντας σε ένα κομμάτι ψωμί περιοδεύουν και αθηναϊκοί θίασοι, και γενικότερα σε μακεδονικές πόλεις.

Καθώς κλείσανε «Τα κούτσουρα του Δαλαμάγκα», μετά το θάνατο του Δαλαμάγκα, ο συνθέτης με τη Ζωή ανοίγουν ένα δικό τους μικρομάγαζο, το «Ουζερί Τσιτσάνης», όπου εμφανίστηκαν πολλοί ομότεχνοι του Τσιτσάνη στα χρόνια της κατοχής. Στη διάρκεια της κατοχής έγραψε δεκάδες τραγούδια, δούλεψε και σε άλλα μαγαζιά, περιόδευσε σε μακεδονικές πόλεις, παντρεύτηκε τη Ζωή, και έγινε πατέρας (1943).

Δυο τραγούδια για το ΕΑΜ

«Ο Τσιτσάνης δεν είχε στόφα ήρωα. Τις ηρωικές πράξεις τις θαύμαζε στους άλλους. Λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί από τη Θεσσαλονίκη έγραψε δυο τραγούδια – ύμνους για την αντίσταση, που όπως είπε ο ίδιος, κάπου κάπου τα παίζανε στο μαγαζί. Αλλοι λένε πως ήταν παραγγελία από το ΕΑΜ και άλλοι πως τον πίεσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ όταν ήταν στην Πύλη Τρικάλων, τον Ιούνιο του 1943», σημειώνει ο συγγραφέας του βιβλίου και παραθέτει γραπτή μαρτυρία του Τσιτσάνη: «Τραγούδια, όπως λένε “αντιστασιακά ” έγιναν στα βουνά. Εγώ έχω γράψει δύο τέτοια, ένα για τους αντάρτες και ένα επαναστατικό, όταν πλησιάζαμε στην απελευθέρωση. Αυτό για τους αντάρτες σε ρυθμό χασάπικο 2/4, το δε επαναστατικό είναι μαρς. Αυτά τα έγραψα την τελευταία χρονιά, πριν την απελευθέρωση και τα τραγουδούσαμε εν κλειστώ κύκλω».

Ο στενός φίλος και συνεργάτης του συνθέτη, Αντρέας Σαμαράς, διηγείται: «Πολλές φορές διάφοροι φίλοι του Βασίλη του κάνανε πρόταση να γίνει μέλος του ΕΑΜ. Ηταν όμως διστακτικός, δεν το αποφάσιζε. Κάποια φορά, άνοιξη του ’44, ήρθε απεσταλμένος από την επιτροπή του ΕΑΜ Επανωμής και τον κάλεσε να τους επισκεφθεί για να μιλήσουνε. Ο Βασίλης αφού το σκέφθηκε πολύ του λέει: “Να τους πεις πως θά ‘ρθω σε λίγες μέρες”. Πράγματι σε κάνα δυο μέρες πήγαμε. Εγώ, ο Βασίλης και η Ζωή. Μας υποδέχτηκαν τα μέλη της επιτροπής του ΕΑΜ. Είχανε πανηγύρι, γιορτές, θέατρο, Καραγκιόζη, σε ένα πάλκο στην πλατεία έπαιζαν τα κλαρίνα και χόρευαν. Εκεί ζούσαν ελεύθεροι. Ολοι ήταν αρματωμένοι. Μας συμπεριφέρθηκαν με μεγάλο σεβασμό. Πολλοί ήξεραν τον Βασίλη και τον παρακάλεσαν να τους παίξει τραγούδια του. Εκεί έγραψε και τα δυο τραγούδια για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Τα έπαιζε συνέχεια και τα μάθανε και οι κλαρινιτζήδες και τα παίζανε μαζί. Ολοι ήταν ξετρελαμένοι με τον Τσιτσάνη. Εγώ ύστερα από τρεις τέσσερις μέρες έφυγα, γιατί έπρεπε να κοιτάξω και το μαγαζί, για. Ο Βασίλης και η Ζωή ήρθαν ύστερα από μερικές μέρες. Αποφασίστηκε να μείνει έξω από το ΕΑΜ και να το βοηθάει όποτε υπήρχε ανάγκη. Ετσι κι έγινε. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο στο “Ουζερί” για μια δυο μέρες».

Παραθέτουμε τον ύμνο του ΕΑΜ, που έγραψε ο Τσιτσάνης:

«Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ.

Χρόνια τώρα πάνω στα βουνά

της Ελλάδος τα γερά τα παιδιά

το ντουφέκι πάντα συντροφιά

πολεμούν για την ελευθεριά.

Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ

της ΕΠΟΝ ο κάθε ήρωας.

Δόξα και τιμή στους τρεις εσάς».

Αθάνατα, αλληγορικά τραγούδια

Με την απελευθέρωση «ανάσανε» όχι μόνο ο λαός αλλά και οι δημιουργοί της λαϊκής μουσικής. Στην εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή», οργάνου του Γραφείου της ΚΟ Περιοχής Μακεδονίας του ΚΚΕ, στις 12 Μάη του 1945 αναγγέλλεται: «Από σήμερα Σάββατο στην ταβέρνα “Τ’ Αμπέλι” παίζει ο Τσιτσάνης». Η χαρά της λευτεριάς δεν κράτησε, δυστυχώς, πολύ. Οι ταγματαλήτες ξανακάνανε την τρομοκρατική εμφάνισή τους και στα λαϊκά μουσικομάγαζα της Θεσσαλονίκης. Το 1946 ο Τσιτσάνης αποφασίζει να κατεβεί, οριστικά, στην Αθήνα. Είναι, άλλωστε, ξακουστός. Αλλά και της Αθήνας τα μαγαζιά δεν τα αφήνουν σε ησυχία τα – πληρωμένα τώρα από την αγγλοκρατία και «εθνικόφρονα» – αποβράσματα.

Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που έγινε ένα βράδυ του 1949, στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού», όπου έπαιζαν ο Τσιτσάνης με τη Σωτηρία Μπέλλου. Στο μαγαζί, βρίσκονται οι διαβόητοι Χίτες αδελφοί, Κατελαναίοι. Επιδείχνοντας τα όπλα τους, θορυβούν και ειρωνεύονται τη Σωτηρία Μπέλλου, την ώρα που τραγουδά. Εκείνη αντιδρά. Της φωνάζουν «Πες, μωρή παλιοκομμούνι το τραγούδι “Του αϊτού ο γιος”». Αντ’ αυτού η πρώην αντάρτισσα του ΕΛΑΣ, απαντά δεν το ξέρω και αρχίζει να λέει το τραγούδι του Τσιτσάνη, γραμμένο το 1947, «Κάποια μάνα αναστενάζει» (και στη στροφή που το τραγούδι λέει «ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη ξενιτιά» το παραφράζει «ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη Ικαριά»). Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Εκείνη δεν το έβαζε κάτω. Οι Χίτες την έβρισαν ελεεινά, τη χτύπησαν, της κουρέλιασαν τα ρούχα και αιμόφυρτη την πέταξαν στο πάτωμα της τουαλέτας. Η Μπέλλου έφυγε αιμόφυρτη. Κι ο Τζίμης είπε στην κομπανία «κοιτάξτε να βρείτε γυναίκα. Μου το είπαν καθαρά πως αν δε φύγει το κομμούνι θα μου το κάψουν το μαγαζί».

Στη διάρκεια του εμφυλίου και στα μετεμφυλιακά «πέτρινα χρόνια», ανάμεσα στο ογκώδες συνθετικό και στιχουργικό έργο του Τσιτσάνη, περιλαμβάνονται και τραγούδια που εύγλωττα αλληγορούν, μιλώντας για το νέο ηρωικό αγώνα στα βουνά, για τα δεινά και το χαμό αμέτρητων αγωνιστών. Τι άλλο από αλληγορία είναι το τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή» (1948). Το τραγούδι και «Για μια κόρη ξελογιάστρα» (1947): «Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα/ σ’ ένα γλέντι φοβερό/ για μια κόρη ξελογιάστρα,/ κι αν χαθεί πού θα τη βρω./ Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω/ σε βουνά και σε γκρεμό,/ κι όμως ζω να τυραννιέμαι/ στο δικό της τον καημό./ Μου την άρπαξε η μοίρα/ μια βραδιά στο χαλασμό/ θα τη βρω και θα την πάρω/ τό ‘χω βάλει για σκοπό».

Αλληγορία είναι και το «Το ρημαγμένο σπίτι» (1947): «Μπρος στο ρημαγμένο σπίτι/ με τις πόρτες τις κλειστές/ τον καημό μου σιγοκλαίω/ και ματώνουν οι καρδιές./ Ούτε μάνα ούτε αδέρφια/ κι εγώ έρημο πουλί,/ βλέπω αράχνες στο κατώφλι/ και χορτάρια στην αυλή./ Τι να πω και τι ν’ αφήσω/ απ’ την τόση συμφορά;/Ο,τι αγάπησα στον κόσμο/ δε θα δω άλλη φορά».

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ