Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Τουλάχιστον τα παιδιά μας: «Με το μυαλό αγαπάς, τρέφεσαι, ανακαλείς και μετά διαγράφεις»

Γρά­φει ο Αλέ­κος Χατζηκώστας

Απέ­φευ­γε εδώ και χρό­νια τις γαλα­νο­μά­τες. Κι αν δεν μπο­ρού­σε να κάνει δια­φο­ρε­τι­κά του­λά­χι­στον δεν τις κοι­τού­σε στα μάτια. Οι πλη­γές δεν φαί­νε­ται να είχαν κλείσει.

Όμως μία πρό­σφα­τη γνω­ρι­μία τον έκα­νε ν’ ανα­θε­ω­ρή­σει αυτή του την εμμο­νή. Ήταν άλλω­στε και η ευκαι­ρία στην δεύ­τε­ρή τους συνά­ντη­ση να της εξο­μο­λο­γη­θεί το για­τί, βου­λιά­ζο­ντας στο γαλά­ζιο των ματιών της. Η γλώσ­σα του φαί­νε­ται να λύθη­κε, πήρε το θάρ­ρος και ξεκίνησε:

«Πέντε χρό­νια πριν, πηγαι­νο­ερ­χό­μουν καθη­με­ρι­νά στη Θεσ­σα­λο­νί­κη όπου και εργα­ζό­μουν. Μόλις είχα βγει από ένα επώ­δυ­νο δια­ζύ­γιο, ενώ και με τη δου­λειά δεν ήμουν ευχα­ρι­στη­μέ­νος. Μόνη παρη­γο­ριά ο γιός μου, πρω­το­ε­τής πλέ­ον φοι­τη­τής, που στο δια­ζύ­γιο έμει­νε αμέ­το­χος, προ­σπα­θώ­ντας να τα έχει καλά και με τους δύο γονείς του. Η πρώ­ην σύζυ­γος είχε φτιά­ξει ξανά τη ζωή της- καλά να είναι εκεί που βρί­σκε­ται μιας και φρό­ντι­σε ν’ αλλά­ξει πόλη- ενώ εγώ να προ­σπα­θώ να «πνί­ξω» τη στε­να­χώ­ρια μου με διά­βα­σμα και πολ­λά ταξί­δια. Όσο για νέες σχέ­σεις, ούτε λόγος. Είσαι η πρώ­τη γυναί­κα που βγή­κα μαζί της τα χρό­νια αυτά και ελπί­ζω να μην μετανιώσω.

Ας ξανα­γυ­ρί­σω όμως στην ιστο­ρία μας. Δυσκο­λεύ­τη­κα να την ανα­γνω­ρί­σω, στο σταθ­μό των ΚΤΕΛ. Δεν ήταν μόνο τα χρό­νια που είχα­με ν’ αντα­μώ­σου­με. Κυρί­ως ήταν το παρου­σια­στι­κό της. Πραγ­μα­τι­κά σκιά του εαυ­τού της. Και αν δεν ήταν εκεί­να τα φλο­γε­ρά γαλά­ζια μάτια της και εκεί­νο το χαμο­γε­λα­στό καλη­μέ­ρα που μου είπε ίσως και να μην την πρόσεχα.

«Φαί­νε­ται πως θα ταξι­δέ­ψου­με μαζί. Τι θα έλε­γες να καθί­σου­με μαζί» της πρό­τει­να. Δεν απά­ντη­σε. Σαν να ήταν το πιο φυσι­κό πράγ­μα στον κόσμο, απλά κάθι­σε δίπλα μου. Δεν σου το κρύ­βω ότι ένοιω­σα την ίδια γλυ­κιά ανα­τρι­χί­λα, όπως τότε, πριν από δεκα­ε­τί­ες όταν γνω­ρι­στή­κα­με και χορέ­ψα­με εκεί­νο το μπλουζ σε νεα­νι­κό πάρ­τι του ξαδέλ­φου μου. Ήταν ο πρώ­τος μου έρω­τας. Γίνα­με αχώ­ρι­στοι στα γυμνα­σια­κά μας χρό­νια. Τη γεύ­ση του φιλιού της – και δεν ντρέ­πο­μαι να το λέω- το έχω ακό­μη στα χεί­λη μου. Η σχέ­ση μας δεν ήταν ανέ­φε­λη. Προ­σω­πι­κό­τη­τα από μικρή ανε­ξάρ­τη­τη, την άρε­σε να με πει­ρά­ζει, «εγώ είμαι μαϊ­μού» μου έλε­γε, ενώ και οι πολι­τι­κές μας δια­δρο­μές ήταν δια­φο­ρε­τι­κές. Αυτή «πρά­σι­νη», εγώ «κόκ­κι­νος» κάτι που τα χρό­νια της μετα­πο­λί­τευ­σης «μετρού­σε» ιδιαί­τε­ρα στις τότε δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις. Πολ­λοί και οι καυ­γά­δες μας, μιας και η δική μου ζήλεια για τα πάρ­τι που πήγαι­νε- περι­ζή­τη­τη στις αντρι­κές παρέ­ες- χωρίς εμέ­να με πλή­γω­ναν. Η φυγή μου στην Αθή­να για σπου­δές μας απο­μά­κρυ­ναν. Έκα­να και εγώ τη ζωή μου, όπως και αυτή δύο χρό­νια μετά στη Θεσ­σα­λο­νί­κη που πήγε για τις δικές της σπου­δές. Πάντως οι μητέ­ρες μας, όπως έμα­θα αργό­τε­ρα, είχαν άλλα σχέ­δια για μας.

Στη γενέ­θλια πόλη οι συνα­ντή­σεις μας τα χρό­νια αυτά ελά­χι­στες, τα Χρι­στού­γεν­να και το Πάσχα, ενώ τα καλο­καί­ρια της άρε­σαν, άλλω­στε είχε και την οικο­νο­μι­κή δυνα­τό­τη­τα, οι πολυ­ή­με­ρες δια­κο­πές σε νησιά, ενώ εμέ­να τα καλο­καί­ρια μου τα περ­νού­σα δου­λεύ­ο­ντας στα εργο­στά­σια της περιο­χής, ενώ για μπά­νιο μόνο τις Κυρια­κές στις κοντι­νές παρα­λί­ες. Μετά τις σπου­δές και τα δύο χρό­νια στο στρα­τό, ξανα­γύ­ρι­σα στη μικρή μας πόλη, ψάχνο­ντας να την ξανα­βρώ. Όσο και αν είχα κάνει τη ζωή μου, βαθειά μέσα μου η ανά­μνη­σή της έμοια­ζε σαν βαριά πέτρα που με πλά­κω­νε ιδιαί­τε­ρα, αν έπι­να και κανέ­να ποτή­ρι παρα­πά­νω. Βρε­θή­κα­με για ένα μήνα, μα ξανα­μα­λώ­σα­με και αυτή τη φορά φάνη­κε ότι ήταν ορι­στι­κό. Μετά από λίγο και­ρό αρρα­βω­νιά­στη­κα, παντρεύ­τη­κα σε ένα χρό­νο και απέ­κτη­σα ένα γιο. Χαθή­κα­με, άλλα­ξε πόλη, παντρεύ­τη­κε κι αυτή, απέ­κτη­σε ένα κορι­τσά­κι, που όπως μου έλε­γαν κοι­νοί μας γνω­στοί είχε τα δικά της μάτια.

Η δια­δρο­μή μας στο λεω­φο­ρείο, ήταν μία πορεία προς την κάθαρ­ση. Οι συζη­τή­σεις για το παρελ­θόν άνοι­ξαν τις πόρ­τες για καλά κρυμ­μέ­να μυστι­κά μας. Πήρα τηλέ­φω­νο στην δου­λειά ενη­με­ρώ­νο­ντας ότι θα λεί­ψω για όλη την μέρα. Ο καφές όταν φτά­σα­με ήταν σύντο­μος. «Θα με περι­μέ­νεις μετά τη θερα­πεία;» με ρώτη­σε. Ήξε­ρε την απά­ντη­ση. Άλλω­στε και το φιλί που ανταλ­λά­ξα­με μετά από τόσα χρό­νια ήταν η επι­βε­βαί­ω­ση. Την περί­με­να έξω από το νοσο­κο­μείο. Δεν μπό­ρε­σα να συγκρα­τή­σω τα δάκρυα μου. Δεν την ρώτη­σα για την κατά­στα­σή της, το ένοιω­θα. Και μαζί, απελ­πι­σμέ­νος , για τους χρό­νους που χάσα­με ο ένας μακριά από τον άλλο. Παρα­τεί­να­με την παρα­μο­νή μας σε μία προ­σπά­θεια να ξανα­κερ­δί­σου­με τον χαμέ­νο χρό­νο. Στο ταξί της επι­στρο­φής μεί­να­με σφι­χτά αγκα­λια­σμέ­νοι, για­τί ξέρα­με και οι δύο ότι στη γενέ­θλια πόλη ο κύκλος ήταν στε­νός και τ’ αντα­μώ­μα­τα δύσκο­λα και γεμά­τα κοι­νω­νι­κές συμβάσεις.

Τα τηλέ­φω­να το επό­με­νο διά­στη­μα ήταν η μόνη μας πια επι­κοι­νω­νία, άρχι­σε άλλω­στε να μην βγαί­νει καθό­λου έξω, με την φωνή της ν’ ακού­γε­ται ολο­έ­να και πιο σιγά, εξα­σθε­νη­μέ­νη. Τελευ­ταία φορά την είδα στο αυτο­κί­νη­το του συζύ­γου της, να με κοι­τά μ’ εκεί­να τα υπέ­ρο­χα μάτια και να με χαι­ρε­τά από το παρά­θυ­ρο. Ήταν ο ορι­στι­κός απο­χαι­ρε­τι­σμός μας.

Το νέο του θανά­του της με βρή­κε στη δου­λειά μου. Δεν πρό­λα­βα την κηδεία της. Έκλαι­γα απα­ρη­γό­ρη­τος για πολ­λές μέρες. Πήγα στα σαρά­ντα. Κοί­τα­ξα την κόρη της που την κρα­τού­σε στη αγκα­λιά της η θεία της, ενώ με πλη­σί­α­σε ο σύζυ­γος και με αξιο­πρέ­πεια μου είπε: «Τη χάσα­με τώρα και οι δύο. Μου είχε μιλή­σει για την αγά­πη σας. Μάλι­στα μου είπε να σου επι­τρέ­ψω και το πρώ­το βιβλίο που της είχες χαρίσει».

Έφυ­γα από την εκκλη­σία. Τη σακού­λα με το βιβλίο δεν τόλ­μη­σα να το ανοί­ξω στο δρό­μο. Έφτα­σα στο σπί­τι, άνοι­ξα το άλμπουμ όπου κρα­τού­σα τις φωτο­γρα­φί­ες μας. Για πολύ ώρα τις κοι­τού­σα και δεν ντρέ­πο­μαι να σου ομο­λο­γή­σω ότι περ­νού­σα απα­λά το χέρι μου επά­νω τους, λες και ήταν δίπλα μου και την άγγι­ζα. Άνοι­ξα τη σακού­λα. Το βιβλίο ήταν του Ζαν Φλε­βίλ «Η γυναί­κα και κομ­μου­νι­σμός» . Τότε που προ­σπα­θού­σα να την φέρω στο δικό μου ιδε­ο­λο­γι­κό δρό­μο, χωρίς επι­τυ­χία. Ξεφύλ­λι­σα τις κιτρι­νι­σμέ­νες πια σελί­δες του. Ο μικρός φάκε­λος που ήταν μέσα τους μου έκα­ψε τα δάχτυ­λα. Με εκεί­να τα γράμ­μα­τά της, που τα γνώ­ρι­ζα πολύ καλά με τόσα μπι­λιε­τά­κια που είχα­με ανταλ­λά­ξει, μία μόνο φρά­ση, ως ένα μήνυ­μα από την …άλλη πλευ­ρά: «Του­λά­χι­στον τα παι­διά μας»…

Στα­μά­τη­σε την αφή­γη­ση. Τον πήραν τα κλά­μα­τα. Ήταν η πρώ­τη φορά που είχε το θάρ­ρος να διη­γη­θεί την ιστο­ρία αυτή. Δεν του είπε τίπο­τε. Το κοί­τα­ξε βαθειά στα μάτια, τον χάι­δε­ψε τα μαλ­λιά και τον φίλη­σε στα χείλη.

«Να τηρή­σεις την επι­θυ­μία της. Όσο για μας , ποιος ξέρει; Ίσως η αγά­πη με αγά­πη να ξεπερνιέται».

Ο τίτλος
Από την ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή της Άννας Βασιάδη
«ΤΡΙΑΝΤΑΤΡΙΑ ΑΝΤΙ-ΚΕΙΜΕΝΑ»
(Εκδό­σεις συρτάρι)

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο