Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Το γάλα, το χύσιμο και το πήξιμο…

 Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος //

Από την εποχή που βουλευτής τις επισκέφτηκε τα Τζουμέρκα και υποσχέθηκε στους κατοίκους, σ’ ένα Τζουμερκοχώρι, ότι θα βάλει σωλήνες σ’ όλη τη δημοσιά για να πηγαίνει το γάλα στην Πλάκα και να το παίρνει ο έμπορος», άκουγα για γάλα και με έπιανε ο «όξω από ‘δώ». Και δεν έλεγε να με αφήσει, γιατί ένιωθα ένοχος που δεν πήρα κανένα στούμπο και να του το φουσκώσω στην κούτρα του και να τη ματζιάσω για να μάθ’ να απολάει τέτοιες ρουμποστίνες και να κοροϊδεύει τον κοσμάκη. Και θυμάμαι ακόμα τον μπάρμπα Κώστα που κάποτε του είχα εκμυστηρευτεί αυτή την επιθυμία αλλά δεν μπόρεσα ποτέ γιατί, όπως μού είπε, «άλλοι φωνάζουν κι άλλοι γλείφουν». Το είπε αλλά δεν το κατάλαβα. «Το γάλα, η καρδάρα, το γλείψιμο και το χύσιμο». Ήταν και λίγο φιλόσοφος ο μπάρμπας και άστα να πάνε.

Κάποτε που τον ρώτησα γιατί δεν έχει τιμή το γάλα μού απάντησε. «Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, ανεψιέ, ο κόσμος έφυγε και τα χρόνια πέρασαν. Ούτε γάλατα κι ούτε γαργάλατα πια. Σιωπή. Πάει η εποχή που αλωμάνισα όλο το βουνό με τη θειά σου». Τα είπε και κούρνιασε στο καλύβι του, δεν πρόλαβε να φάει και τη σύνταξη του ΟΓΑ, ένα χρόνο μόνο την πήρε και μάλλον πνίγηκε από το χρήμα και πάει καλιά του. Δεν θέλω να το φανταστώ τι θα έλεγε τώρα που ο τόπος έγινε «έρμα μαντριά γεμάτα λύκ’ς». Και δεν ξέρω τι θα έλεγε, αν του απήγγειλα το άσμα: «Κι ήταν τα στήθη σου/άσπρα σαν τα γάλατα/μου τα ‘δειχνες και μού ‘λεγες/γαργάλατα, γαργάλατα». Τι θα μού απαντούσε. Μάλλον «πάμε να φύγουμε ανεψιέ γιατί κατέβηκαν τα γάλατα, μας έπιασαν τα ζουμιά». Θα έβαζε και τα παράγωγά του. Παράγωγα δια της χούφτας δοκιμαζόμενα…

Και να είναι μόνο αυτά; Κι άλλα παράγωγα παρακμής που σήμερα μας έζωσαν και μας έπνιξαν, τα ζουμιά της όποιας κωλοτούμπας. Βόθροι υπερχείλισαν και τα λύματα «έκοψαν κατά διαόλ’» και κοντεύουμε όλοι να πνιγούμε μέσα σε «γαλατένιους δυσώδεις αφρούς». Μια μπόχα μουλιασμένη λερώνει ανθρώπους και ψυχές. Και η βρώμα απέπνιξε δυσσωδώς κάθε έννοια αρετής. «Ναι, μεν, αλλά, όταν και εφόσον, εάν και επειδάν, ότε και οπότε διαβάσουμε, θα γνωστοποιήσουμε την άποψή μας και θα τοποθετηθούμε αρμοδίως, προκειμένου ο λαός να έχει πλήρη και σαφή γνώση της θέσης μας, η οποία εκχέεται από τον αγώνα και την αγωνία μας για το καλό του τόπου». Και στη συνέχεια «βαράτε πολεμάρχοι» και μετά τους ανακαλούμε, για να διασυρθούμε όχι εμείς, αλλά η υπόληψη τίνων; Πάντως όχι των τέτοιων και των αποαυτών που πιστεύουν στο δημοκρατικό πολίτευμα. Και πήραμε τις φούρλες και βαράμε για να βγάλουμε το ξινόγαλο. «Εκεί που είσαι ήμουνα και εκεί που είμαι θάρθεις». Αυτός είναι ο κανόνας. Το σύστημα επιτάσσει. Εναλλάξ και επί τα αυτά. Μία σου και δυο μου.

«Τάξε μανούλα μ’ τάματα σ’ όλα τα μοναστήρια». Κι αν δεν τα κάνεις «επιβάλλεται η τάξις δια των χημικών και των κροτίδων». Είσοδος στο μαντρί ή χημικό στο καυκί. «Βάρτα να τ’ αρμέξουμε». Άσχετο αν ο λαϊκισμός και οι επικοινωνιακές ταχτικές δεν παράγουν φιλολαϊκή πολιτική, αλλά κουτόχορτο. Άσχετο, αν οι εναπομείναντες, χειροκροτητές, τυμπανοκρούστες, συναγελαζόμενοι, χωρίς σκέψη, χωρίς αιδώ και χωρίς τσίπα που πουλάνε αγοραίο πατριωτισμό και εθνικοφροσύνη διαιρούν και προσβλέπουν… Και οι άλλοι «αραχτοί και λάιτ» έφαγαν το βραστόγαλο και ρεκλιάστηκαν στον ύπνο. Γέμισε ο τόπος από τους αδιάφορους και αλλοτριωμένους ανθρώπους που «πάντα βιαστικοί μέσα στους άσκοπους δρόμους προφασιζόμενοι κάποιο μεγάλο σκοπό» (Μανόλης Αναγνωστάκης), ανήμποροι να νιώσουν τον συνάνθρωπό τους και την ανάπτυξη, αφού σε κάθε γωνιά ανοίγει και ένα ενεχυροδανειστήριο ή νυχάδικο…

Άντε καλές Απόκριες. Ας μασκαρευτούμε μια φορά έστω το χρόνο. Ας βγάλουμε τις προσωπίδες μας.