• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Το μπλόκο της Καλλιθέας

Γράφει ο Βασίλης Λιόγκαρης //

Εβδομήντα τρία χρόνια από την αποφράδα κείνη μέρα. Το ολοκαύτωμα της οδού Μπιζανίου δεν ήταν το τελευταίο γεγονός που ταρακούνησε την Καλλιθέα . Εγινε και το άλλο, το τρομερότερο.

Η Καισαριανή είναι ξεσηκωμένη. Το Δουργούτι το ίδιο. Η Κοκκινιά έχει γράψει την ιστορία της και συνεχίζει. Το Κατσιπόδι, ο Βύρωνας, το Μπαρουτάδικο, οι Ποδαράδες, το Περιστέρι. Ολες οι φτωχογειτονιές της Αθήνας πληρώνουν τίμημα βαρύ και πολεμούν. Μέσα σ’ αυτές συνοδοιπόρος και μπροστάρισσα η Καλλιθέα . Με τα Παλιά Σφαγεία, το συνοικισμό Χαροκόπου, την Αγιά-Λεούσα, τις Τζιτζιφιές.

Αύγουστος ήταν στις 28 του ’44. Δευτέρα ξημερώματα. Κίνηση ο πατέρας από βαθιά χαράματα να πάει στη δουλιά και πριν ο ήλιος βγει γύρισε πίσω. «Τι συμβαίνει και ξαναγύρισε;». Εκανε με τρόμο η Μάνα. Τότε εκείνος ξεστόμισε την πιο φρικτή λέξη, που όλοι ακούγαμε, όλοι φοβόμασταν κι όλοι περιμέναμε… Μπλόκο !!!

Ολάκερη η Καλλιθέα μπλοκαρισμένη. Από Λεωφ. Συγγρού μέχρι γραμμές ηλεκτρικού κι από τη γέφυρα Κουκακίου μέχρι παραλία. Δεν άργησαν να μπουκάρουν στη γειτονιά. Πλημμύρισε ο τόπος φέσι, φουστανέλα και προστυχόλογα. Ενα χωνί στην πλατεία ουρλιάζει και σπέρνει τρόμο και πανικό… Ολοι οι άντρες από 14 χρόνων κι επάνω να συγκεντρωθούν γρήγορα στο γήπεδο της ΑΕ Καλλιθέας ».

Φώναξαν καμιά δεκαπενταριά φορές και μετά άρχισαν τα γιουρούσια στα σπίτια. Τραβολογούν και δέρνουν. Βάζουν τον υποκόπανο μπροστά, χτυπάνε στα πλευρά και σπρώχνουν. Δεν αφήνουν γωνιά που να μην ψάξουν. Αλίμονο σ’ όποιον έκανε την κουτουράδα να προσπαθήσει να κρυφτεί για να ξεφύγει. Σαν σκυλί τον ξαπλώνουν στον τόπο. Οι Γερμανοί αφ’ υψηλού ελέγχουν το έργο. Ευχαριστημένοι που οι υποτελείς κάνουν καλή δουλιά.

Πριν πάρει μεσημέρι ντουμάνιασε ο τόπος. Πυκνές τούφες καπνού σκουραίνουν τον ουρανό. Αμέσως το φρικτό μαντάτο. Τα Σφαγεία καίγονται. Το 5ο Δημ. Σχολείο καίγεται. Μαυροφορεμένες γυναίκες με ξέμπλεκα μαλλιά παίρνουν το δρόμο ξεφωνίζοντας. Η κάπνα κατέβηκε χαμηλά και νύχτωσε αυγουστιάτικα, μέρα μεσημέρι. Πάνω στη Δεξαμενή οι ταγματασφαλίτες απολαμβάνουν το θέαμα, πετώντας τα φέσια τους ψηλά. Βαράνε στον αέρα.

Καταμεσήμερο και ο ήλιος πάνω από τα κεφάλια σε τσουρουφλίζει. Είναι όλοι ανακούρκουδα καθισμένοι και ξεφυσάνε. Τα χείλη σκασμένα για μια στάλα νερό. Η αγωνία του θανάτου μέσα από το βλέμμα του καταδότη με την κουκούλα τσακίζει τα πρόσωπά τους. Ενα τσιγάρο στόμα το στόμα, ρουφηξιά τη ρουφηξιά, μοναδική παρηγοριά.

Με το σούρουπο πήραν οι άντρες να γυρίζουν πίσω. Είκοσι δύο παλικάρια, όμως, δεν ξαναγύρισαν σπίτι τους… Είκοσι δύο μάνες ξεραμένες στο κεφαλόσκαλο δεν άνοιξαν την αγκαλιά τους. Είκοσι δύο παλικάρια έμειναν για πάντα εκεί, Δοϊράνης και Μαντζαγριωτάκη γωνία, σπορά και θεμέλιο για έναν κόσμο ελεύθερο και ειρηνικό που πίστεψαν πως θα ‘ρθει..!