Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Το Περιβάλλον στην ελεύθερη αγορά

Φιλοξενούμενος ο Φανούριος Πέρρος //
Φυσικός / Msc Ιστορία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας

  1. Εισαγωγή

Το περιβάλλον, ως όρος, προσεγγίζεται από διάφορα γνωστικά πεδία και οπτικές γωνίες οι οποίες προσπαθούν να το ερμηνεύσουν ως έννοια και να προσεγγίσουν τη σχέση του με τον άνθρωπο και την κοινωνία. Φαίνεται ότι ανάλογα με την οπτική γωνία καθώς και από τις προκείμενες από τις οποίες ξεκινά η προσέγγισή του, δημιουργούνται και διαφορετικές οντολογικές περιγραφές του, οι οποίες βρίσκονται μέσα σε ένα φάσμα που ξεκινά από την πλήρη οντολογική διαφοροποίηση μεταξύ περιβάλλοντος και ανθρώπινης κοινωνίας (δυϊσμός)  έως μια μορφή ενοποίησής τους.

Σε μια σύγχρονη ανάγνωση του κατεστημένου οικονομικού μοντέλου παραγωγής το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εκμετάλλευσης, πηγή πρώτων υλών και ενέργειας και ως καταβόθρα (με την έννοια της μη περατότητας) αποβλήτων. Η φύση και οι φυσικές διαδικασίες φαίνεται να εγγράφονται στις οικονομικές και κοινωνικές διαδικασίες των σύγχρονων κοινωνιών, αγοροποιούνται (marketization), και η φύση με αυτό τον τρόπο εντάσσεται στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς ή όπως λέει ο Castree η φύση νεοφιλελευθεροποιείται (Castree 2008, 136-137). Η νεοφιλελεύθερη πολιτική εμφανίζεται ως το πλαίσιο, ο τρόπος διαχείρισης, του φυσικού περιβάλλοντος και των βιοφυσικών πηγών  σε μια υποτιθέμενη συνεχή γραμμική οικονομική ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών σε όλο τον πλανήτη. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του περιβάλλοντος;

  1. Το περιβάλλον ως «αγαθό» στην κοινωνική πρακτική.

Ο άνθρωπος ζει σε αυτό που ορίζουμε ως «περιβάλλον», αλληλεπιδρά με αυτό, το καθορίζει και καθορίζεται. Είχε και έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται σε αυτό αλλά και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του. Υπό αυτή την έννοια κάνει χρήση του περιβάλλοντος για τη διαβίωσή του, το είδος της οποίας καθορίζεται από το είδος και το επίπεδο της κοινωνικής του οργάνωσης. Η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος ως «αγαθού» αντανακλά τις ανάγκες της συγκεκριμένης οργάνωσης της κοινωνίας η οποία κάνει χρήση του. Σε μια πρώιμη κοινωνική οργάνωση, η «χρήση» του «αγαθού» αυτού φαντάζει πιο ξεκάθαρη, πιο κρυστάλλινη και πιο απλή. Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή με τους γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης των οικονομιών, τις πολυάριθμες ατομικές και κοινωνικές ανάγκες, τη συνθετότερη κοινωνική οργάνωση καθώς και το οικονομικό μοντέλο το οποίο στηρίζεται στη συνεχή παραγωγή υπεραξίας, είτε στο πεδίο της πρωτογενούς παραγωγής είτε στο πεδίο των υπηρεσιών, η «χρήση» του περιβάλλοντος – ενώ είναι ιδιαίτερα έντονη – χάνεται μέσα στο πλέγμα των σύνθετων και πολυεπίπεδων κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών με αποτέλεσμα να μην είναι τόσο σαφής η εμπορευματοποίησή του ή αλλιώς η αγοροποίηση των φυσικών πηγών πλούτου.

Η οικονομική και η περιβαλλοντική επιστήμη αποδίδουν στο περιβάλλον τρεις βασικές λειτουργίες. Η πρώτη είναι η λειτουργία του ως πηγή φυσικών πόρων απαραίτητων για τη ζωή του πλανήτη αλλά και για τις ανθρώπινες δραστηριότητες συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανικής παραγωγής των νεωτερικών μας κοινωνιών (Spoolman & Miller 2018, 444). Σε αυτό θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις «δωρεάν εισροές» ή τα «ελεύθερα αγαθά» από το περιβάλλον (πρόκειται για χρηστικές αξίες που δίνονται χαριστικά από το περιβάλλον όπως τα μέταλλα, τα ορυκτά, το κάρβουνο τα πετρώματα, τα ορυκτά καύσιμα) τα οποία οικειοποιείται η ελεύθερη αγορά (Harvey 2019, 190). Η δεύτερη λειτουργία αφορά το περιβάλλον ως αποδέκτη των συνεπειών από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και συγκεκριμένα των ρύπων από αυτές (Spoolman & Miller 2018, 444). Και η τρίτη λειτουργία αφορά το περιβάλλον ως χωρικότητα μέσα στην οποία λαμβάνουν χώρα όλες οι δραστηριότητες (Spoolman & Miller 2018, 444).  Το παραπάνω ζήτημα θα μπορέσει να προσεγγιστεί μόνο μέσα από τη διερεύνηση της χρήσης του περιβάλλοντος σε αυτές τις τρεις μορφές του. Θα πρέπει να εξετάσουμε αν η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους για την παραγωγή πλούτου, η χρήση του περιβάλλοντος ως αποδέκτη ρύπων καθώς και η χρήση του ως ολότητας για τη διεξαγωγή όλων των δραστηριοτήτων είναι κοινωνικά ουδέτερες, αν δηλαδή είναι εξίσου διαθέσιμες σε όλους (Παπαδημητρίου & Φραγκόπουλος 2018, 51).

Ο άνθρωπος, ο οποίος είναι οργανωμένος σε κοινωνίες, βρίσκεται σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και επομένως οι κοινωνικοί όροι που διέπουν την οργάνωσή του δε μπορεί παρά να αποτυπώνονται στη χρήση του περιβάλλοντος από αυτόν. Σύμφωνα με το Μαρξ «ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση» (Μαρξ Κ. 2005,  529) και «Η εργασία είναι ένα προτσές ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση» (Μαρξ Κ. 2005,  190) πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η φύση (περιβάλλον) και ο άνθρωπος – και κατ’ επέκταση η κοινωνία – βρίσκονται σε μια σχέση. Αυτή τη σχέση, για την οποία ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έννοια του «κοινωνικού μεταβολισμού», την περιγράφει ως σχέση αμοιβαίας διαμεσολάβησης, ως ανταλλαγή με την οποία οι ανθρώπινες κοινωνίες καταφέρνουν να επιβιώνουν (Παπαδημητρίου & Φραγκόπουλος 2018, 52). Έτσι λοιπόν όλη η σειρά της διαδικασίας βιομηχανικής παραγωγής (πρώτες ύλες, παραγωγή πρωτογενών προϊόντων, παραγωγή ρύπων, τελικό προϊόν, παραγωγή μηχανών και υποδομών για την παραγωγή, μεταφορά και διάθεση καθώς και η χρήση τους και απόθεσή τους στο περιβάλλον ως απόβλητα) αποτελούν τον κύκλο ζωής κάθε προϊόντος ο οποίος διαμεσολαβείται και καθορίζεται από κοινωνικούς όρους με αποτέλεσμα την εγγραφή των κοινωνικών αυτών όρων στα ζητήματα χρήσης του περιβάλλοντος ως αγαθού.

Χώρες οικονομικά ισχυρές με ανεπτυγμένη βιομηχανία συμμετέχουν σε παγκόσμιο επίπεδο στη ρύπανση σε αναλογικά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από οικονομικά λιγότερο ισχυρές χώρες και καταλαμβάνουν πολύ περισσότερο χώρο από όσο πραγματικά τους αναλογεί (όπως φαίνεται και στην εικόνα 1 με επίσημα στοιχεία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) αποκαλύπτοντας άνιση κατανομή της ευθύνης για τη δημιουργία περιβαλλοντικών προβλημάτων που απειλούν το σύνολο της ανθρωπότητας (Παπαδημητρίου & Φραγκόπουλος 2018, 4). Παράλληλα η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους δεν είναι ίση για όλες τις χώρες. Υψηλή συγκέντρωση των φυσικών πόρων σε ένα μέρος, μαζί με συγκεντρώσεις πληθυσμών που ενδεχομένως έχουν κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, δεξιότητες, θεσμικές διευθετήσεις ή και απλές κλίσεις που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στη δυναμική της αξιοποίησης, της πραγματοποίησης και της δυναμικής του κεφαλαίου, φτιάχνουν μια παγκόσμια γεωγραφία η οποία τροφοδοτεί αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο τη συσσώρευση κεφαλαίου (Harvey 2019, 190). Με άλλα λόγια δημιουργούν χωρικές διαφοροποιήσεις. Ούτε και μέσα στην ίδια χώρα η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους και η συμμετοχή στα περιβαλλοντικά προβλήματα δεν αποτυπώνουν μια ισοκατανομή για όλες τις πληθυσμιακές ομάδες ανθρώπων. Η ελεύθερη αγορά οικειοποιείται τους φυσικούς πόρους (ελεύθερες εισροές) και καθορίζει τον τρόπο κατανομής τους. Η χρήση του περιβάλλοντος ως «αγαθό» δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη αλλά αντιθέτως διαμεσολαβείται και καθορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ περιβαλλοντικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Οι κοινωνικές πρακτικές καθορίζουν με ποιο τρόπο θα γίνει χρήση του περιβάλλοντος είτε ως πηγή φυσικών πόρων είτε ως αποδέκτη αποβλήτων και βέβαια συνδυαστικά ως θέατρο των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών του ανθρώπου.

 

 

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, μέσα σε αυτό το πλέγμα της παγκόσμιας αγοράς, του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένα μέρος πάνω στον πλανήτη που να είναι ελεύθερο από την ανθρώπινη επίδραση αυτού του διευρυμένου συστήματος της παγκόσμιας αγοράς (Jones 2009, 297). Η ιδέα μιας φύσης οντολογικά απόλυτα πραγματικής που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από μια διακριτή ανθρώπινη κοινωνία, ανθρώπινο πολιτισμό και γνώση απορρίπτεται όσο βαθύτερα εισχωρούμε στην ανάλυση του περιβαλλοντικού ζητήματος και των εκφάνσεών του. Οι υλικότητες της κοινωνίας εντάσσονται στο περιβάλλον και εγγράφονται σε αυτό μέσω της αλληλεπίδρασης και του αλληλοκαθορισμού. Παράλληλα οι γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, οι χωρικότητες, των φυσικών πόρων και της χρήσης του περιβάλλοντος εγγράφονται με τη σειρά τους στις κοινωνικές διαδικασίες. Το Βερολίνο, για παράδειγμα, αποτελεί το κομβικό σημείο της βιοποικιλότητας στη Γερμανία καθώς 141 είδη πουλιών και περισσότερα είδη άγριων λουλουδιών βρίσκουν καταφύγιο εκεί (Jones 2009, 298). Ο Norman το προχωρά ένα βήμα παρακάτω λέγοντας ότι «η πόλη και όχι η ύπαιθρος αποτελούν το πραγματικό καταφύγιο της φύσης» καθώς και «όσο μεγαλύτερη η πόλη τόσο περισσότερους οικολογικούς θώκους προσφέρει στη φύση» (Jones 2009, 298). Δε μπορούμε να δούμε τη φύση και ότι αναφέρεται σε αυτή (ζώα, φυτά, ποτάμια, ωκεανοί, κλιματικά συστήματα κ.τ.λ.) χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία και ο πολιτισμός τη διαμορφώνουν ως έννοια και ως αντικείμενο. Κοινωνία και περιβάλλον αποτελούν δύο έννοιες, δύο κόσμους αλληλένδετους (entangled worlds) [Jones 2009, 299]. Βρισκόμαστε σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον, σε μια σχέση κίνησης και δυναμικού αλληλοκαθορισμού με αυτό. Επομένως οι ενέργειες και οι πρακτικές μας (συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής) εγγράφονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο σχέσεων. Στόχος μας είναι να δούμε τη σχέση κοινωνίας – περιβάλλοντος μέσα σε ένα δίκτυο διαμορφωμένων και συνεχώς διαμορφούμενων σχέσεων μεταξύ τους μέσω της οικονομίας και της πολιτικής.

Μέσα από διάφορες κριτικές προσεγγίσεις, αυτό που διαφαίνεται είναι μια μορφή «φιλελευθεροποίησης» της φύσης, μια θεσμική, πολιτική, οικονομική προσέγγιση του βιοφυσικού κόσμου (Castree 2008, 137). Σε αυτή την τάση παρατηρείται εστίαση στην υλικότητα της φύσης και αντιμετώπισής της ως ένα βιοφυσικό δρώντα και όχι σαν ουδέτερο φόντο. Η κριτική γεωγραφική έρευνα στη φιλελευθεροποίηση της φύσης καλύπτει ζητήματα τοπικά, πεποιθήσεων και εθνοτήτων με αποτέλεσμα τη σαφέστερη κατανόηση του πως λειτουργεί η φιλελεύθερη περιβαλλοντική πολιτική σήμερα και με τι επιδράσεις (Castree 2008, 133). Από αυτές τις έρευνες αναδύεται μια άποψη των τελευταίων δεκαετιών σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης και εκμετάλλευσης από την παγκόσμια ελεύθερη αγορά. Η αγορά θέτει τους κανόνες της και όλα παίρνουν το δρόμο τους μέσω αυτών καθώς σύμφωνα με την αναδυόμενη άποψη οι κανόνες αυτοί οριοθετούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται καλύτερα διαχειρίσιμη κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Με αυτό τον τρόπο δομείται η φιλελευθεροποίηση της φύσης (του περιβάλλοντος) ή η φυσικοποίηση της αγοράς η οποία προφανώς έχει τις επεκτάσεις της στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία η οποία μέσω αυτού μπορεί να εισάγει στην πολιτική κουβέντα και ζητήματα οντολογικής νομιμοποίησης και υπεροχής της αγοράς (και του καπιταλισμού εν γένει) στην ανθρώπινη ιστορία. Η ορθότητα όμως του ανωτέρω επιχειρήματος ελέγχεται καθώς η αλληλεπίδραση ανθρώπου – φύσης, αστικού περιβάλλοντος – φυσικού περιβάλλοντος, δεν είναι μονοπωλιακή ανιστορική δυνατότητα που πραγματώνεται μέσα στο φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο παραγωγής, αλλά αντίθετα πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται διαχρονικά και διαμορφώνεται ιστορικά η σχέση αυτή. Και από τη στιγμή που υπάρχει αλληλεπίδραση και αλληλοδιαμόρφωση στη σχέση ανθρώπου – φυσικού κόσμου δε μπορεί παρά να υπάρχει συνδιαμόρφωση κοινωνίας – περιβάλλοντος η οποία σε καμία περίπτωση δεν προϋποθέτει την υπεροχή του φιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου. Ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας αποτυπώνεται στη σχέση ανθρώπου – περιβάλλοντος και δεν αποδεικνύει κυκλικά την υπεροχή του ανωτέρω οικονομικού μοντέλου.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η σχέση αλληλεπίδρασης, η σχέση ενότητας, μεταξύ ανθρώπου και φύσης, αστικού περιβάλλοντος – φυσικού περιβάλλοντος, δε σημαίνει ενοποίηση ή ταύτιση των δύο πόλων. Πράγματι ο άνθρωπος ζει μέσα σε αυτό που ορίζουμε ως περιβάλλον και αποτελεί μέρος του αλληλεπιδρώντας με αυτό, όμως στις συνθήκες έντονης πίεσης που ασκείται στο φυσικό περιβάλλον τους τελευταίους αιώνες της ανθρώπινης ιστορίας θα πρέπει να διατηρήσουμε τον οντολογικό διαχωρισμό τους. Μιλάμε για μια μορφή ενότητας ανθρώπου – περιβάλλοντος, αστικού περιβάλλοντος – φυσικού περιβάλλοντος, αλλά όχι ταύτισης καθώς μέσα από αυτήν θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα καλύτερα. Για να μελετήσουμε τις συνέπειες από τη συμπεριφορά του κάστορα στο περιβάλλον (κατασκευή φραγμάτων σε ποτάμια) απομονώνουμε τη σχέση τους και την προσεγγίζουμε με τον κάστορα και το περιβάλλον στα δύο άκρα της και όχι ως μια απόλυτα ταυτισμένη ολότητα. Σε ότι αφορά τη σχέση ανθρώπου – περιβάλλοντος αυτού του είδους η προσέγγιση φαίνεται να είναι αναγκαία λόγω της ιδιαιτερότητας των ικανοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου να αλληλεπιδρά με το φυσικό κόσμο και να τον μεταβάλλει. Θα πρέπει να γυρίσουμε σε μια πιο Μαρξική προσέγγιση της διαλεκτικής σχέσης ανθρώπου – περιβάλλοντος και της ενότητάς τους μέσα από τις αντιθέσεις τους ώστε να διαρραγεί η ενότητα ελεύθερης αγοράς – περιβάλλοντος. Μέσα από αυτού του είδους την προσέγγιση θα αναδυθεί ο επικαθορισμός της σχέσης αυτής από τους κοινωνικούς όρους και θα διαφανούν εναλλακτικές κοινωνικές προτάσεις για τον επανακαθορισμό της, αμφισβητώντας τις σχέσεις ενότητας του ανθρώπου με το περιβάλλον που εδράζονται στο κέρδος το οποίο αποτελεί κινητήρια δύναμη της ελεύθερης αγοράς.

  1. Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, το περιβάλλον νοείται και αντιμετωπίζεται ως «αγαθό», ως μέσο ανταλλαγής, ως εμπόρευμα το οποίο σε μια κοινωνία καπιταλιστική μπορεί να φέρει κέρδος. Η χρήση του δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη αλλά καθορίζεται από οικονομικούς και πολιτιστικούς όρους. Περιβάλλον και κοινωνία βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλοκαθορισμού, σε μια σχέση διαλεκτική όπου η μία έννοια βρίσκεται σε δυναμικό αλληλοκαθορισμό με την άλλη. Βασικό εργαλείο για την «ενοποίηση» κοινωνίας και περιβάλλοντος σε μια φιλελεύθερη κοινωνία είναι η απορρύθμιση προϋπαρχουσών διαδικασιών και η επαναρρύθμιση στα νέα δεδομένα. Αυτή η φιλελευθεροποίηση της φύσης (του περιβάλλοντος) ή η φυσικοποίηση της αγοράς μας βοηθά να δούμε τη σχέση κοινωνίας – περιβάλλοντος στη γενικότητά του καθώς οι διαδικασίες και οι πρακτικές μέσα σε μια κοινωνία επιτελούνται μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον το οποίο βρίσκεται σε άμεση επαφή με την κοινωνία. Δεν πρόκειται για κλειστά απομονωμένα δοχεία αλλά για συγκοινωνούντα. Κάθε δράση στο ένα έχει αναδραστικά συνέπειες στο άλλο. Όμως αυτή η μορφή ενότητας δεν πρέπει να εκληφθεί ως ενοποίηση ή ταύτιση κοινωνίας – περιβάλλοντος, αλλά ως διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων μέσα από την οποία θα αναδειχθούν οι κοινωνικοί όροι που επικαθορίζουν τη σχέση αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο καθορίζεται ο ρόλος του περιβάλλοντος στην κοινωνική διαδικασία σχετίζεται με τις παραγωγικές σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί αλλά και τις χωρικές σχέσεις που αναπτύσσονται σε αλληλεπίδραση με τις παραγωγικές σχέσεις και με τις γεωγραφικές χωρικότητες των φυσικών πόρων.

 

Βιβλιογραφία

Castree N., (2008) Neoliberalising Nature: The logics of deregulation and reregulation.

            Environment and Planning A 208, volume 40, pages 131 – 152

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. Exceedance of air quality standards in urban areas

               https://www.eea.europa.eu/el, Τελευταία επίσκεψη 20/6/2020

Harvey D., (2019) Ο Μαρξ, το Κεφάλαιο και η τρέλα του οικονομικού λόγου. Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος

Μαρξ Κ. (2005) Το Κεφάλαιο  1ος τόμος. Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Owain Jones (2009) After Nature: Entangled Worlds. A Companion to environmental

            geography. Στο A Companion to environmental geography, Wiley – Blackwell. Επιμ. N.

            Castree, D. Demeritt, D. Liverman, B. Rhoads, pages 294 – 312

Παπαδημητρίου Ε., Φραγκόπουλος Ι. (2018) Περιβαλλοντική Ανισότητα, Χώρος, Πολιτισμικές Αναπαραστάσεις και Κοινωνικές Πρακτικές. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Τζιόλα

Ακολουθήστε το Ατέχνως στο Google News, στο Facebook και στο Twitter

Φώτης Αγγουλές, ο προλετάριος ποιητής