Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Το πετρωμένο παράπονο της Μαργίτσας (Στη βρύση του Χανιαλή στο Μαγουλά)

Λένε πως ακόμη και σήμερα, εκεί που είναι η βρύση του, όταν σκύψεις να πιεις νερό, το νερό δεν γίνεται καθρέφτης και δεν σου επιστρέφει ποτέ την εικόνα σου θαρρείς και είναι θαλασσινό. Από τα πολλά δάκρυα λένε κι ας μην το καταλαβαίνεις όταν το πίνεις.

Λένε ακόμη, πως τούτο το νερό έχει κρατήσει τα πάντα στη μνήμη του και έτσι έχει και τη δύναμη να σε παρασύρει σε έναν κόσμο διαφορετικό και να σου εξιστορήσει μέρες άγριες από εκείνο τον καιρό, ιδιαίτερα όταν κατεβαίνει πυκνή η ομίχλη και ακούς πολλά και φρικτές κραυγές που δεν θέλουν να σωπάσουν αλλά και μήτε να επαναληφτούν. Μόλις διαλυθεί η ομίχλη, χάνεται και ο απόηχος τους, και μένει μόνο η αποζαλή πάνω στο χώμα.

Λένε ακόμη, πως κάποιες φορές ακούγεται το ξημέρωμα όταν λιώνει το φεγγάρι, ο Χανιαλής, πότε να κάνει το ντοά του, πότε με έναν αμανέ και πότε να κλαίει σπαραχτικά μετρώντας και ξαναμετρώντας  τα χρυσά φλουριά και τα γρόσια, που μόλις βγει ο ήλιος γίνονται σβησμένα κάρβουνα.

Στου Χανιαλή τη βρύση, ο Αλέξανδρος Παπαδάκης με τη λύρα και το τραγούδι του, σε στίχους Χαρίδημου Σιγανού στο λιόγερμα θα σου θυμίσει το δίκιο και την αξία του άνυδρου ανθού:

«Τρεις μαυροφόρες στέκουνε στου Χανιαλή τη  βρύση

η μια ’χει πάει για νερό κι η γι άλλη για μπουγάδα

μα η τρίτη η γι ομορφύτερη δε στέκει στο νομπέτι,

μόνο παρέκει έκατσε, βαριά μοιριολογάται

πουλί που πέρνα τη ρωτά  με μάθια πονεμένα

ήντα ’χεις κόρη μου και κλαίς, για ποιον μοιριολογάσαι

μπα σε βαραίνει το σταμνί με το φαντό προσόμι,

δε με βαραίνει το σταμνί με το φαντό προσόμι

μα με βαραίνει τ’ άδικο του  Χανιαλή το δίκιο

που σκότωσε τον άντρα μου και πήρε και το βιό μας

κι έχω κοπέλι αβάφτιστο στη σέλα και κοιμάται

μα ανάθεμά σε Χανιαλή»

magoulas megali vrisi

Η βρύση του Χανιαλή στο Μαγουλά,
(φωτογραφία από το Διαδίκτυο)     

Μετά από παράκληση της γριάς Μανουσομαρίας,  «η πρωτοθυγατέρα του Γληγοροκωστή και τση Αντριαννιάς είμαι, αδερφή των: Γιώργη, Μιχάλη, Μανώλη, μα και με τέσσερις ακόμη αδερφίδες: Αγάπη, Παγώνα, Κατίνα, Καλλιρρόη και Χρυσούλα, για όλους ετσάθηκα μάννα κι αδερφή και τσι ανέταξα ως εμπόρουνα, με τσι βρούβες και τσι αμανίτους, για να βοηθήσω τσι γονέους μου, κυρίως τη μάννα μου οπού ήτονε τυραννισμένη γυναίκα» , όπως η ίδια αυτοπαρουσιάζεται, κορυφώνεται η συγκίνηση σου και θα μείνεις.

Θα μείνεις μέχρι να σκορπίσει η αποσπερίδα, να φτάσει η ώρα ν’ αρχίσει να λιώνει το φεγγάρι, γιατί εσύ που πιστεύεις στους θρύλους ίσως καταφέρεις να δεις με τα μάτια σου τη Μαργίτσα, μαυροφορεμένη στην άκρα της βρύσης να θρηνεί και αν καταλάβει πως τη συμπονάς μπορεί και να σου μιλήσει…

Η βρύση κρατά τους ίσκιους. Το νιώθεις, Μα ναι, δεν έχεις μόνο περιέργεια, έχεις και συμπόνεση για τη Μαργίτσα…

«Γιάε, πως λιώνει το φεγγάρι, επήρε να κλέφτει η μέρα τση νύχτας, μόνο κάτσε επαδέ να την αποθαυμάξομε μαζί εδά απού δα ξετουλουπώσει απού το ρίζωμα του πρίνου, γιάετη, ξάνοιξε εκειέ, σιμώνει αλαφροπάτητα με το σταμνί στον ώμο, μα γιάε τη, τη Μαργίτσα, θωρείς πως έχει του κοράκου φρύδια και κουρλιά; Μα και του κοπελιού δε γροικάται μήτε η ανεμιγή ντου εκειά που το ’χει μέσα στη σέλα τ’ αλόγου τ’ αντρούς τσης, ντα θωρείς τηνε μπρεσύ;» , η Μανουσομαρία σου υποβάλει το σκηνικό που σε λίγο αρχίζει να αποκαλύπτεται και στα δικά σου μάτια.

Άμα βρεθείς κι εσύ εκεί στην οθωμανική βρύση του Χανιαλή, να σταματήσεις, να κοιτάξεις γύρω, από τη μια η φοβερή αγριάδα, η άγρια ομορφιά των βουνών σε συνεπαίρνει και σε κάνει να νιώθεις δέος. Από την άλλη ο κάμπος, ξεχωρίζεις τους ανεμόμυλους, τα δέντρα, και τα σπίτια στα γύρω χωριά. Το τοπίο παραμένει  ζωντανό και απροσκύνητο και η ζωή εδώ στο Λασίθι των θεών, των μύθων και των θρύλων αποτελεί πρόκληση. Ο νους γεμίζει θαυμασμό. Κι όταν ο ουρανός χαμηλώνει ξεδιπλώνει τα δικά του μυστήρια και ο άλλος κόσμος θαρρείς και κάνει εντονότερη την παρουσία του.

Αναπαύεται η καρδιά σου. Ξανακοιτάζεις γύρω. Όλα τα όμορφα σε καλούν. Τα βλέπεις όλα, τα αγαπάς όλα. Το βλέμμα σου αγκαλιάζει με λαχτάρα και δεν χορταίνει. Καλοτυχίζεις τον εαυτό σου που είσαι γέννημα θρέμμα του Λασιθιού. Δεν φοβάσαι, ξέρεις από παιδί να αφήνεσαι με εμπιστοσύνη ακόμη και στα αερικά.

Όλα τούτα που λέει η Μανουσομαρία και είναι δεμένα με το θρύλο της βρύσης του Χανιαλή και τη Μαργίτσα εξάπτουν την περιέργεια και τη φαντασία σου. Παρατηρώντας το φεγγάρι που λιώνει ένα είναι σίγουρο πως εσύ θα δεις τα στοιχειά και τα πνεύματα του νερού, θ’ ακούσεις το Χανιαλή να μετρά τα γρόσια, μα θα πλησιάσεις τη Μαργίτσα, να σου ιστορήσει η ίδια αυτά που δε βλέπουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι.

Η Μαργίτσα δεν θ’ αργήσει να σε αναγνωρίσει για φιλενάδα:

«Βοσκός ήτονε ο άντρας μου,  ένας αετομαδαρίτης τση κορφής, κι όντε ήπαιζε το θιαμπόλι ντου εμαραίνουντανε οι καρδιές κι ας τόνε γροικούσανε κι απ’ αλάργο. Μανούσο τον ελέγανε, κι τού ’ρεσε  να προπατεί στα χαράκια και στα χάλαβρα και  να κοιμάται στον ασκιανό τ’ αζίλακα όξω στα όρη. Ως και οι πέρδικες, μα και τ’ άλλα μαξούλια εσοστέκουντανε όντε τόνε γροικούσανε. Και τ’ αστρουλάκια, χαχαλιές επέφτανε.

Ετσά τον ήκουσα και του λόγου μου, μνιαν αργατινή, Αύγουστος ήτονε, επαδέ όθε ντου Κλώρου. Μήτε εντράπηκα, μήτε το πολυσκέφτηκα και του σίμωσα δίχως φόβο και ήκατσα και τον εγροίκουνα και εχτύπανε η καρδιά μου γερά – γερά σαν του λαγού όντε γλακά. Όντεν εξάνοιγα του ουρανό εθώρουνα τ’ αστρουλάκια που επέφτανε, μα και στα μάθια ντου μέσα όντε τα χαμήλωνε πάλι άστρα ήτονε γεμάτα, ετσά καλή θωριά και ήλαμπε ολόκληρος.

Την άλλη αργατινή είχενε ξεπορτίσει ένας κρυγιός αέρας, μα εγώ εμπαμπαρολιάστηκα καλά και ξαναπήα στον ίδιο τόπο. Εκράτουνά ντου και φρέσικο ψωμί απού το ’χα ζυμωμένο και το λαχτάρανε, κι ένα φλασκί γεμάτο κρασί απού το πιθάρι του κυρού μου, ντα ποιος ήθελα το πιεί, οι γονέοι μου, ήτανε και οι δυο αποθαμένοι πολλούς χρόνους κι ένας αδερφός απού ’χα, αδικοσκοτωμένος κι αυτός.

Όντε του σίμωσα κοντά, εκατάλαβα μια ζεστασά παράξενη απού ανέβαινε από μέσα μου και λαβουρδάνιζε και με τύλιγε γύρου τριγύρου. Κι ως ήκαμα να του μιλήσω, εθάρρουνα πως ανέβαινε μονοκοπανιάς το αίμα στα μάγουλά μου κι εκέντουνα πια πολύ. Ήφαε δυο μπουκιές ψωμί, ήπιε και δυο λαιμνιές κρασί κι ύστερα, ήκοψε δυο φυλλαράκια ατίταμο πού εκρέμουντανε στο χαράκι και τα μάσησε και μοσκοβόλησε η αναπνιά ντου. Ήπαιξε σκοπούς καλούς με το θιαμπόλι, και όλο με ξάνοιγε στα στη μέση των αμαθιώ με μια παραπόνεση αλλά και μ’ αγάπη.

Ντα αυτό που λένε, “απού τα μάθια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει / κι ύστερα μπαίνει στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει” , εκατάλαβά το, απού την πρώτη στιγμή απού είχανε πέσει τα μάθια μου απάνω ντου και τον ερέχτηκα.

Ωσάν το φύλλο του κρίνου ήτονε άσπρο το πρόσωπό μου, μα και το δικό ντου, ήλαμπε  σου λέω κι ήφεγγε ωσάν το φεγγάρι στη γέμωση. Επήα πολλές βολές και μνιά βολά όντεν εποδιαφώντανε, εγύρισε και μ’ αγκάλιασε με το σιργούλιο, κανακευτά, και εγίνηκα δική ντου σύψυχα, σ’ ένα στρώμα γεμισμένο απού φασκομηλιές και αλαδανιές.  Στο μιτάτο στη Μάρη, εγενήκαμε ζευγάρι.

Από τότεσας κι ύστερα δεν εξεχωρίσαμε μήτε για μνια στιγμή. Εκονεύγαμε που και βολά και στην άλλη μάντρα στο Λεφτόν Αρμί, μα το κοπέλι, το γέννησα αμοναχή μνια ταχινή, επαδέ στη χαλέπα στου Μαρτίνη τη Σκάλα οπού ’χενε τη μεγάλη μάντρα. Δυο χρόνους εκάμαμε μαζί, τοσονά μας ήγραφε το τεφτέρι και το κοπέλι ίσα που πρόλαβε και τ’ αγκάλιασε και του ’δωκε την ευκή τσ’ ευκής του. Ανάθεμα και τρισανάθεμά τονε το Χανιαλή απού τον ήβαλε στ’ αμάτι.

Επαδά, στον πύργο ντου είχενε κονέψει κειονά τον άλλο Αύγουστο και ήρθενε ο ίδιος στη μάντρα και μού ’φερε το χαμπέρι, πως τον εσκότωσε με μπαμπεσά, για να με πάρει αυτός ο αναθεματισμένος, ο κερατάς, και είχενε βάλει τσ’ εδικούς του και  είχανε κιόλας ανεμαζώξει τα οζά μας και τα λαλούσανε να τα σταλίσουνε στη Γεράπετρο απού ’χε άλλο κονάκι αυτός ο ξεγιβεντισμένος.

Δεν τόνε φοβήθηκα. Εχύθηκά ντου να τόνε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια, το γίβεντο του κόσμου. Ήσφιγγά τονε στο λαιμό ίσαμε απού επεταχτήκανε τα μάθια ντου όξω απού το ζόρε και ετάρασε και δεν εμπόριε να με κάμει ζάφτι. Και τόνε ετσαμούριζα το σφακομούρη, και τόνε καταράστηκα κάκου ντου κάκου και τού ’φτυξα στη μούρη, μα εκεινιά την ώρα δυο δικοί ντου φεσοφορεμένοι, εμπήκανε μέσα και με πιάσανε και ετσά τον εγλιτώσανε.

Το κοπέλι δεν εκετάλαβε πράμα, εγέλανε  πρέπει τ’ αγγέλου ντου, δεν εγροικήθηκε κιαολιάς και ετσά δεν τό ’δανε. Με το ζόρε με πήρανε, βολοσυρτή, μαζί ντως και με κλειδώσανε σε μια κάμερα πίσσα σκοτίδι.

Ύπνος δε μού κόλλησε. Είχα το νου μου στο κοπέλι, ήντα ’θελα γενεί αμοναχό ντου και τα θάρρητα μου πουθενά. Μια κοπανιά, εσοστάθηκα και μου φάνηκε πως ήκουσα φωνή μέσα πο μνια χαραμάδα του τοίχου, σάματις ήτονε ο Μανούσος, σάματις ήτανε ο αδικοσκοτωμένος ο αδερφός μου ο Μανώλης, σάματις άγιος, δεν εξεκαθάρισα, ποιος ήτονε οπού μού μίλιε, και μού ορμήνευγε να κάνω πως πάω με τα νερά ντου, του Χανιαλή, κι απόει να βρω τρόπο να φύγω και να γλιτώσω και για το κοπέλι να μη βάνω κακό συντινούς μου, γιατί είχενε άλλος τ’ αμέντε ντου.

Εμετασκέφτηκά ντο πολλές βολές ώστε να ξημερώσει κι όντε ήρθενε να μ’ ανοίξει, μεσημέρι δα νάτανε πρέπει, ήκαμα πως το μετάνιωσα  για όσα τού ’ξωσα και  ήπεσα στα πόδια ντου και ήρχιξα τσι γαλιφιές μπάρε μου και είπα ντου, πως ήθελα να του κλουθώ εκειά απού επήγαινε και να προσκυνώ το ζάλο ντου αποδά κι ομπρός και να γενώ δική ντου ως με ήθελε, για να  μην κακοποδώσω και καταντήσω πια κακοτερένια απού όλες τσι άλλες όπου εκάτεχε στα μέρη μας.

Εγλυκοασαλίζουντανε και με ξάνοιγε και ύστερα μού ’πε ν’ αφήσω την αποκλαγούρα γιατί με λυπούντανε ετσά αποκερωμένη που με θώριε. Απόει, μού ’λυσε τσι ασκουλαμούς και σαν είδε και χυθήκανε τα μαλλιά μου τσι νώμους εθάμαξε κι ήρχιξε να με βαρβατεύγει εκειά κατάχαμα.

Ίδια πως με ζώσανε όχεντρες, ετσά μου φάνηκε κι ενετρίχιασα μα αντίς να τόνε πιλώξω να μ’ αφήσει ήσυχη, ετσά ξετρουμισμένη ως ήμουν είπα ντου, πως βρέξει λιάσει δική ντου ήθελα να ’μαι, μα ό,τι ήτονε να γενεί, να γενεί με τρόπο και όι ντελόγο και τ’ απίκου, να του μαγέρευγα ένα καλό φαϊ, να τού ’πλυνα τα πόδια ντου, νά ’στρωνα στον οντά ντου ετσά που κάτεχα, να λουστώ και να πλυθώ ως ήπρεπε, ν’ αλλάξω αποκλωστής, και πήρα όρκους πως δεν ήθελ’ απογυρίσω απού το θέλημα ντου ποτές και πως η ζωή μου ήτονε στην εξουσία ντου δοσμένη.

Ήπλυνά ντου μνια κατουμάδα ρουχική επαδά στη βρύση ντου, αποκειά ήρχιξα, κι ύστερα του νοικοκέρεψα κι ένα μουτουπάκι τόχενε. Όλα τά ’καμα για να μού πιστέψει ο χιλετζής, κι ήναψα τη φωθιά στην παρασθιά και του μαγέρεψα και ήγλυφε τα δαχτύλια ντου όντεν εξετσάπιζε το κρέας και ήτρωε στη μοσόρα καταχαιράμενος. Ήστεκα και τον εκέρνουνα κούπες το κρασί και ήκανα πως τόνε θαρρεύτηκα και του γέλουνα και τόνε ποκαμάρωνα, μα μέσα μου εκάτεχα πως δεν είχα χειρότερο ντουχιουμάνη. Οι δυο μας ήμαστανε, αμοναχοί στο κονάκι ντου, ποκωλωμένος ο ήλιος μπλιό κι όσο τόνε θώρουνα τον κακομούντρουλο να γλείφεται και τον εγροίκουνα να ρεύγεται, με νηματούσανε οι διαόλοι.

Μια κοπανιά, εκειά που πήρα χαμπάρι πως ήτονε παραδομένος στο κρασί και μεσοζαλισμένος, του σίμωσα και τού ’βαλα στα χείλη δυο κόμπους σακίζι να το μασήσει, όπως μού ’χε λεωμένα πως εσυνήθιζε να κάνει όντεν επότρωε. Απήτις, όντε με πρόσταξε και τού ’βγαλα το σαλβάρι κι επόμεινε με την καμιζόλα, ήφερα το σαπουνόχορτο και μια πετρολεκανίδα να του πλύνω τα παζούρια ντου τα πόδια, κι αυτός ανωκάτιζε σα τον κακοφορτωμένο γάιδαρο κι ήπεφτε απάνω μου και με πασπάτευγε πότε τσι νώμους και πότε πια παρακάτω. Εποδεινάστηκά τονε, μα ήκαμα παντοίους τρόπους και δεν τον ήφηκα να με μολέψει.

Σαν εξέγνοιασε και ήτονε σίγουρος για όνομης μου, ήβαλα ντου κι ένα μπαρτάκι ρακί αποπάνω κι ήκαμα πως εξεθάρρεψα και ήλυσα το μπολκάκι μου μιαολιά μόνο στη κορφή – κορφή στο μπέτη και του σίμωσα πια κοντά, τοσονά απού οπουγιάς ήτονε να μ’ έχει φιλημένη. Είπα ντου, οραμάνι, να σβήσει τσι λάμπες γιατί εντρέπουμουνε κι απόει όλα τα ποδέλοιπα ήθελα ’ρθούνε με την πρεπειά που όριζε, ο αγάς. Με πίστεψε και ήσβησε τσι λάμπες. Εγώ εθώρουνα τα μάθια ντου που παπαδουλίζανε και δεν εδιαντήριζε πράμα, μα και όπως ήκαμε να σκωθεί επαραντάλιζε κιόλας.

Εκάτεχα πως ήμαστανε πενταμόναχοι στο αναθεματισμένο κονάκι,, δε μού ’ρεσε η διάξη ντου, ετσά ήβρηκα το θάρρος και ως κι αν ήμουν χιαρχιντισμένη, ήσκωσα το δρακόνι οπού είχενε κι ακόνιζε το μαχαίρι ντου και τού ’παιξα μνιά από πίσω στην κεφαλή. Όντεν ήπεσε αμπούμπουρα τού σίμωσα και τον εγύρισα ανάσκελα. Εξεχάσκισε κι εκατάλαβα πως ήτονε αζωντανός, μα δεν τού ’παιξα άλλη, δεν ήθελα να πάρω το κρίμα και το αίμα ντου απάνω μου.  Εκειά τόνε σκέπασα με μνια μπατανία, να φαίνεται σαν να κοιμάται κι ύστερα πιτήδεια – πιτήδεια ήνοιξα την πόρτα και χάθηκα στο σκοτίδι. Κιανείς δε μού πάντηξε στο στρατουλάκι απού πήρα, μόνο ομπρός μου, ίδια πως ήτονε μιαν ασκιανιάδα και προπάθιενε κι αυτή και ήφεγγε σα να ’θελε να μου δείχνει τα ζάλα. Δε μού βόλιε να βάλω άλλη έγνοια εκεινιά την ώρα.

Εγιάγυρα στη μάντρα μα δεν είχα ανάφαξη, ξεγλωσσισμένη απού το ζόρε η κακομοίρα. Ήναψα το λύχνο κι επήα ντελόγο ν’ ανεγογυρέψω το κοπέλι. Όπως τό ’φηκα ετσά το βρήκα, μυστήρια πράματα, τυλιμένο στη φασκιά εγέλα του αγγέλου ντου, κι αποπάνω ντου ήστεκε η πια όμορφη, η πια μερωμένη αίγα μας και το βύζαινε ίδια πως ήτονε δικό τζης. Εκανάκεψά το, κι ύστερα αγκάλιασα την αίγα ίδια πως την είχα αδερφή μου.

Απασιντάς εφανερώθηκε και το μπεγίρι του Μανούσου, αμοναχό ντου όξω στη μάντρα ξετρουμισμένο. Επήρα το κοπέλι και το ζώστηκα απάνω μου, εκρέμασα κι ότι εμπόρουνα, εκαβαλίκεψα αντρίστικα στο μπεγίρι και είπα ντου στ’ αυτί, να με πάει όπου αυτό εκάτεχε πως ήθελα να ’χω σωτηρία. Τα οζά καταλαβαίνουνε πια καλά παρά τσι αθρώπους κιαμιά βολά. Εκλούθανε μας και η αίγα, μα και εκεινιά η ασκιανιάδα εμπήκενε πάλι ομπρός και ήφεγγε ίσαμε απού εφτάξαμε σ’ ένα σπήλιο στην Αλόιδα, εκειά εμπήκενε πρώτα αυτή μέσα και εκειά εχάθηκε.

Τέσσερις μήνες επέρασα στο σπήλιο πότε με το μοιρολόι, πότε με τα ναναρίσματα και δε μ’ ανεγογύρεψε κιανείς στη μπάντα τση Αλόιδας. Τέσσερις μήνες δεν επεράσανε εύκολα μα μήτε και τόσονα δύσκολα. Είχα σκιάς το κοπέλι μου παρηγοριά και θάρρος. Εκάτεχα τη ζωή  στα όρη καλά, μα ήρχουντανε και μια γυναίκα, που και που, δεν κατέχω απού που εφανερώθηκε, μα τέθοιο ψωμί σαν αυτό απού τα χέρια τζης, δεν ήφαγα ποτέ μου. Με ξάνοιγε μα δεν εμίλιενε, εξάνοιγε και το κοπέλι κι αυτό όλο τση γέλανε κι εκούνιε τα χεράκια ντου και τσή ’κανε χαρές, πολλές χαρές το κοπέλι.

Είχε αλλάξει ο χρόνος ετσά που καταλάβαινα, όπως εμέτρουνα τσι μέρες και τσι νύχτες απού περνούσανε. Η καλή γυναίκα είχε μέρες απού δεν είχε φανεί και είχα έγνοια, όι τοσονά για το ψωμί μα γι αυτή την ίδια. Εβγήκα όξω, στο πλάι μπας και μού παντήξει, μα αντίς γι’ αυτή εσυνάντησα ένα γέρο βοσκό οπού δεν εμπόριε να μη δείξει τη χαρά ντου και ήτονε πια πολύ χαιράμενος γιατί είχαμε λέει γλιτώσει απού το Χανιαλή αγά, οπού τον είχε πνίξει ο πασάς με τα ίδια ντου τα χέρια στο Μεγάλο Κάστρο και το κατέχανε όλοι στο Λασίθι…

Εκειά που θάρρουνα πως δεν ήθελα ξαναφανερωθώ στο φως του ήλιου, αναντράνησα, εζώστηκα και πάλι το κοπέλι, καβαλίκεψα στο μπεγίρι, εκλούθανε και η αίγα και γιαγύραμε στο Μαγουλά.

Όντεν εσίμωνα στη βρύση, είδα το Χανιαλή που ήκανε το ντοά ντου κι εμέτρανε τα γρόσια την ώρα πού ’λιωνε το φεγγάρι, μα ήτανε κερένιος και μύριζε απ’ αλλάργο θανατικό. Εξεπέξεψα απ’ τ’ άλογο, το ξεσέλωσα, ήβαλα το κοπέλι όπως ήτονε φασκιωμένο μέσα στη σέλα παράπαντα να μην το θωρεί, κι εγώ η αζωντανή, του σίμωσα του αποθαμένου, του αλιβάνιστου και τον εκαταράστηκα, και τον εβλαστήμηξα, και τον αναθεμάτισα να γυρεύγει σωσμό και σωσμό να μη βρίσκει όσο στέκουνε τα βουνά. Κι ύστερα εξέπλεξα τα κουρλιά μου και μοιριολοήθηκα, φωνή στο χώμα και τ΄ άχι βαρύ στον ουρανό, τ’ αντρούς μου, του Μανούσου, μοιριολοήθηκα ν’ ακούσουνε οι πέτρες και τα ρουκούνια στο κονάκι και να ξεθεμελιωθούνε απού τον πάτο…

Και γροικήσανε οι πέτρες…

Κι’ απήτις εφανερώθηκε η καλή γυναίκα και με πήρε απού τη χέρα, εσταμάτησα να δερνοκοπανίζομαι κι επήρα το κοπέλι στην αγκαλιά μου και προπατηχτές επήαμε αυγή τσ’ αυγής και μού ’δειξε το δικό τζης καλοθεμελιωμένο σπιτικό στην Κρουσταλλένια…

Μανώλη, τό ’παμε το κοπέλι για το χατίρι του υγιού τζης και τ’ αδερφού μου… »

Παίζει και ξαναπαίζει με το θιαμπόλι ο Μανούσος πότε λυπητερούς σκοπούς και πότε κάνει αμοναχός του γλέντι. Και σκύφτουνε οι κορφές να τον ακούσουνε και οι εγκρεμοί παίρνουνε το σκοπό ντου και τόνε μολογούνε ακόμη…

Γροικάς κοπελιά; Ανέ γροικάς κι ανέ μού πιστεύγεις κάτσε και γράφε…»

vrusi2

Ούτε θα ξεχάσεις, ούτε θα λύσεις αυτό το αίνιγμα. ‘Ένα είναι βέβαιο, το πετρωμένο παράπονο της Μαργίτσας είναι στη βρύση του Χανιαλή κι όποιος έρθει εδώ στο Μαγουλά και σκύψει να πιει νερό, δεν θα καταφέρει ν’ αντισταθεί, μια δεύτερη περίεργη ματιά έστω και γρήγορα θα την ελευθερώσει, για να γοητευτεί σε μια λεπτομέρεια, να σταθεί κάπου γυρεύοντας να δει που πιάνεται η ανθρώπινη ψυχή και θ’ αποζημιωθεί ακούγοντας τον ψίθυρο των απόντων να κυλά στο νερό εμβαθύνοντας στο μυστήριο του θρύλου και στη μνήμη του τόπου.

Στο Λασίθι, αισθάνεσαι πως μπορείς να ξεφυλλίσεις το ημερολόγιο του τόπου ανάποδα.

Στο Λασίθι, όσο και αν αλλάζουν οι κύκλοι της ζωής, οι παλιές ψυχές δεν είναι εξόριστες, γι αυτό η μνήμη θεριεύει αντλώντας και από τα χαλάσματα.

 

Στου Χανιαλή, τη βρύση, μαζεύονται τα ντελικανιδάκια με τις λύρες και τα μαντολίνα και τραγουδούν σε στίχους του Αλέξανδρου Παπαδάκη, κορτάροντας τα κορασοπούλια:

 

«Πώς ήθελα να πιώ νερό στου Χανιαλή τη βρύση

να γράνω τ’ αχειλάκι μου, τη δίψα μου να σβήσει.

Πέρδικα τσι φτερούγες σου καμαρωτά τινάζεις

και πίνεις απ’ του Χανιαλή νερό και ξεδιψάζεις»

 

Λένε πως από μακριά ακούγεται κι ένα θιαμπόλι που παίζει τον ίδιο σκοπό…

 

Οι θρύλοι του Οροπεδίου σημειώνονται στα αναγκαία του βίου σου, σ’ εκείνο το ημερολόγιο ζωής που όσο και αν κιτρινίζουν οι σελίδες του είναι πάντα ευανάγνωστες.

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο: Λασίθι, Τόπος Μέγας

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα 2Ι Μάη του 20120