Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Το σύστημα των σιδηροδρόμων μας πέρυσι εξολόθρευσε 3.720 ζωές σε συγκρούσεις αμαξοστοιχιών +27.260 πατώντας απρόσεχτους κι άχρηστους ανθρώπους στις διασταυρώσεις…

Από τη μυθοπλασία στην τραγική καθημερινότητα
της αστικής διαχείρισης

Γρά­φει ο Αστέ­ρης Αλα­μπής _Μίδας

Ανά­με­σα στις ται­νί­ες «κατα­στρο­φής» περί­ο­πτη θέση κατέ­χει και το τρέ­νο: ανα­φέ­ρου­με ενδει­κτι­κά την πολύ καλή Runaway Train 1985 (το τρέ­νο της μεγά­λης φυγής) και στον αντί­πο­δα την ασή­μα­ντη The Cassandra Crossing 1976 (Το Πέρα­σμα της Κασ­σάν­δρας)

Η πρώ­τη μια εξαι­ρε­τι­κή ται­νία σε σκη­νο­θε­σία Αντρέι Κον­τσα­λόφ­σκι, όπου δυο απελ­πι­σμέ­νοι κατά­δι­κοι και μια αθώα γυναί­κα έρχο­νται αντι­μέ­τω­ποι με το πεπρω­μέ­νο τους, καθώς τους κατα­διώ­κει ένας δεσμο­φύ­λα­κας, ο απάν­θρω­πος διευ­θυ­ντής της φυλα­κής, από την οποία απέ­δρα­σαν και που το μίσος του ενα­ντί­ον τους του έχει γίνει έμμο­νη ιδέα.

Τα αισθή­μα­τά τους μετα­βάλ­λο­νται σε κάθε από­το­μη στρο­φή του τρέ­νου, που κινεί­ται με ιλιγ­γιώ­δη ταχύ­τη­τα. Κάθε τού­νελ μοιά­ζει με διά­δρο­μο για τη λησμο­νιά. Και η τελευ­ταία στρο­φή είναι η σημα­ντι­κή: Αυτή που θα κρί­νει, αν θα κατα­κτή­σουν την ελευ­θε­ρία ή θα παρα­μεί­νουν κατα­δι­κα­σμέ­νοι για όλη τους τη ζωή. Η ται­νία ήταν υπο­ψή­φια για δύο όσκαρ. Δεν της δόθη­κε τίπο­τε ούτε δια­κρί­θη­κε ιδιαίτερα.

Στο «Πέρα­σμα της Κασ­σάν­δρας» (σκη­νο­θε­σία George P. Cosmatos με εξαι­ρε­τι­κό καστ) μια ομά­δα τρο­μο­κρα­τών, προ­σβε­βλη­μέ­νη από έναν θανα­τη­φό­ρο ιό, επι­βι­βά­ζε­ται σε ένα υπερ­πο­λυ­τε­λές τρέ­νο που ταξι­δεύ­ει από τη Γενεύη στη Στοκ­χόλ­μη, για να ξεφύ­γει απ’ την αστυ­νο­μία. Ο Στί­βεν Μακέν­ζι (Burt Lancaster) στρα­τιω­τι­κός που ανα­λαμ­βά­νει να δώσει λύση, θέλει να στεί­λει το τρέ­νο σε ένα εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο στρα­τό­πε­δο έτσι ώστε ο ιός να μην εξα­πλω­θεί. Για να φτά­σουν εκεί όμως πρέ­πει να περά­σουν πάνω από μία ετοι­μόρ­ρο­πη γέφυ­ρα, γνω­στή ως το πέρα­σμα της Κασσάνδρας.

Την ίδια στιγ­μή, ο για­τρός Τσά­μπερ­λεϊν (Richard Harris) προ­σπα­θεί με τη βοή­θεια της γυναί­κας του (Sophia Loren) να δημιουρ­γή­σει αντι­σώ­μα­τα για να κατα­πο­λε­μή­σει τον ιό. Θα προ­λά­βει να απο­φύ­γει το θανα­τη­φό­ρο πέρα­σμα; Για την ιστο­ρία ακο­λου­θεί το μισό τρέ­νο πηγαί­νει στη γέφυ­ρα, η οποία καταρ­ρέ­ει και πέφτει στον γκρε­μό με 10αδες πτώ­μα­τα σορών να επι­πλέ­ουν στο ποτά­μι … Jennifer Rispoli Chamberlain.

Μιλώ­ντας για ται­νί­ες και τρέ­να, το μυα­λό φτε­ρου­γί­ζει 57 χρό­νια πριν στον Άνθρω­πο που έβλε­πε τα Τρέ­να να Περ­νούν (Closely Watched Trains) του του Γίρι Μέν­ζελ γραμ­μέ­νη και σκη­νο­θε­τη­μέ­νη σαν ένα ποί­η­μα που απαγ­γέ­λει την ενη­λι­κί­ω­ση ενός αντί-ήρωα και μια ολό­κλη­ρης χώρας στο μεταίχ­μιο (δυο χρό­νια αργό­τε­ρα θα γίνει η επέμ­βα­ση «βοή­θεια»;) Στο ρόλο του ήρωα, αντί-ήρωα βρί­σκου­με τον Μίλος, εκπαι­δευό­με­νο σταθ­μάρ­χη σε επαρ­χια­κό σταθ­μό, καμά­ρι για την οικο­γέ­νεια του, αλλά και για την μικρή κοι­νω­νία που περι­στρέ­φε­ται γύρω από τρέ­να που φεύ­γουν και έρχο­νται χωρίς ποτέ να στα­μα­τούν εκεί παρά μόνο για να υπεν­θυ­μί­σουν το εφή­με­ρο και τις δυνα­μι­κές να αλλά­ζουν με βλ. flix.gr, οδη­γό τη σεξουα­λι­κή αφύ­πνι­ση — άντρες που αμφι­τα­λα­ντεύ­ο­νται ανά­με­σα στην από­λυ­τη ανία και την «επι­στή­μη του φλερτ», δίνο­ντας την χαρι­στι­κή βολή σε μια «ηθι­κή» κοι­νό­τη­τα στα όρια της παρω­δί­ας. Η ανι­κα­νό­τη­τα του Μίλο την ώρα που πρέ­πει να φανεί αντά­ξιος του… ανδρι­σμού του, θα γίνει το κέντρο μιας… ρομα­ντι­κής ίντρι­γκας που τελι­κά οδη­γεί την πλο­κή στην ολο­κλή­ρω­ση μιας βαθιά πολι­τι­κής ται­νί­ας και ένα τέλος… εποχής.

Mark Twain, Λον­δί­νο 1872
αντι­γρα­φή από Θέμα­τα Παι­δεί­ας (τ. 89–92 της Σύνταξης)

«Ανα­φέ­ρο­μαι στορ­γι­κά στο σύστη­μα των σιδη­ρο­δρό­μων μας, που συγκα­τα­τί­θε­ται να μας αφή­σει να ζού­με ‑αν και θα μπο­ρού­σε να κάνει το αντί­θε­το- σαν κύριοι του εαυ­τού μας. Πέρυ­σι εξο­λό­θρευ­σε μόνο τρεις χιλιά­δες εφτα­κό­σιες είκο­σι ζωές με τις συγκρού­σεις αμα­ξο­στοι­χιών και εικο­σιε­φτά χιλιά­δες δια­κό­σιες εξή­ντα, πατώ­ντας απρό­σε­χτους και άχρη­στους ανθρώ­πους στις δια­σταυ­ρώ­σεις. Οι εται­ρί­ες λυπή­θη­καν πολύ για τη δολο­φο­νία αυτών των τριά­ντα χιλιά­δων ανθρώ­πων και έφτα­σαν μέχρι του σημεί­ου να πλη­ρώ­σουν για μερι­κούς απ’ αυτούς — οικειο­θε­λώς, φυσι­κά, για­τί ακό­μα και οι πιο ποτα­ποί από μας δε θα ισχυ­ρί­ζο­νταν ότι κατέχου­με δικα­στή­ρια τόσο προ­δο­τι­κά ώστε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ένα νόμο ενά­ντια σε μια εται­ρία σιδη­ρο­δρό­μων. Αλλά, δόξα τω Θεώ, οι σιδη­ρο­δρο­μι­κές εται­ρίες έχουν γενι­κά την τάση να κάνουν σωστές και ευγε­νι­κές ενέρ­γειες δίχως εξα­να­γκα­σμό. Ξέρω ένα περι­στα­τι­κό που όταν συνέ­βη με συγκί­νη­σε πολύ. Μετά από ένα ατύ­χη­μα, η εται­ρία έστει­λε στο σπί­τι ένα καλά­θι με ό,τι είχε απο­μεί­νει από έναν αγα­πη­τό μακρι­νό μου ηλι­κιω­μέ­νο συγ­γε­νή, μαζί με το ακό­λου­θο σημεί­ω­μα: “Παρα­κα­λού­με να δηλώ­σε­τε την τιμή στην οποία τον εκτι­μά­τε — και να επι­στρέ­φε­τε το καλά­θι”. Πραγ­μα­τι­κά δεν μπο­ρώ να φαντα­στώ φιλι­κό­τε­ρη πρά­ξη» _Mark Twain (Μαρκ Τουαί­ην “Λόγος μετά το δεί­πνο- Προ­σφώνηση σε δεξί­ω­ση Αμε­ρι­κα­νών στο Λον­δί­νο το 1872, για την επέ­τειο της 4ης Ιουλίου).

Την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των ιδιω­τι­κών σιδη­ρο­δρό­μων και τις τρα­γι­κές συνέ­πειες της απο­τύ­πω­νε με το μαύ­ρο χιού­μορ του ο συγ­γρα­φέ­ας 150 χρό­νια πριν, στην ακμή του καπι­τα­λι­σμού. Στην επο­χή μας το κεφά­λαιο, για την εξα­σφά­λι­ση των υπερ­κερ­δών του, «δεν υπάρ­χει έγκλη­μα που να μη ριψο­κιν­δυ­νεύ­ει να το δια­πρά­ξει», προ­έ­βλε­πε ο Καρλ Μαρξ. Στο πεδίο αυτής της “τόλ­μης”, του κεφα­λαί­ου που έχει απο­θρα­συν­θεί, συναγωνίζο­νται οι πολι­τι­κοί εκπρό­σω­ποί του και σύσ­σω­μο τα σινά­φι των υποτακτι­κών του.

Τα πιο θανα­τη­φό­ρα σιδη­ρο­δρο­μι­κά δυστυ­χή­μα­τα στην Ευρω­παϊ­κή Ένωση

Όσοι έβα­λαν πλά­τες για τη διά­λυ­ση και ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση του ΟΣΕ (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ) βγή­καν κι από πάνω να ζητή­σουν ευθύ­νες για το: έγκλη­μα στα Τέμπη. Φταί­ει «η έλλει­ψη αξιο­λό­γη­σης», έφτα­σε να πει η Νίκη Κερα­μέ­ως, που από τη θητεία της στο Υπουρ­γείο Παι­δεί­ας έγι­νε ειδι­κή και στα τρέ­να. Βρή­καν και τον υπάλ­λη­λο του σταθ­μού, που είναι και δικό τους παι­δί, να του φορ­τώ­σουν όλο το έγκλη­μα (λίγο έλει­ψε να τα βάλουν και με το νεκρό μηχα­νο­δη­γό). Το ζήτη­μα γι’ αυτούς είναι να μεί­νει στο απυρόβλη­το και να συνε­χι­στεί η ίδια πολι­τι­κή. Όσο για την ιτα­λι­κή εται­ρία, θα πλη­ρώσει απο­ζη­μί­ω­ση στις οικο­γέ­νειες των νεκρών, «οικειο­θε­λώς φυσι­κά», αφού η σύμ­βα­σή της δεν την υποχρεώνει.

Η ευγέ­νεια και η καλο­σύ­νη σε τέτοια εγκλή­μα­τα περισ­σεύ­ει. Μην τολ­μή­σει κανείς να μιλή­σει για νεκρό στη Ναυ­πη­γο­ε­πι­σκευα­στι­κή Ζώνη, η απά­ντη­ση έρχε­ται “αφο­πλι­στι­κή”: (ορθό­τε­ρα: εφο­πλι­στι­κή). «Τι θέλε­τε δηλα­δή, να μη δου­λεύ­ει κανείς;» (Για την ανερ­γία λοι­πόν φταί­νε οι ταξι­κές δυνά­μεις που διεκ­δι­κούν εργα­σια­κά δικαιώ­μα­τα «ας τα καταρ­γή­σου­με για να μη φτιά­χνο­νται τα πλοία στο; εξω­τε­ρι­κό»…). Χάρη μας κάνουν που δου­λεύ­ου­με ας είν’ καλά τα κέρ­δη τους. Τα υπερ­κέρ­δη δεν τ’ αγγί­ζου­με ούτε για να τα φορο­λο­γή­σου­με (φρό­ντι­σαν γι’ αυτό οι κυβερ­νή­σεις ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ). Μάλι­στα, κατά δήλω­ση των ίδιων των κεφα­λαιο­κρα­τών, «δεν υπάρ­χουν υπερ­κέρ­δη, ο σωστός όρος είναι απρό­σμε­να κέρ­δη» αυτό διευ­κρί­νι­σε ο Γ. Βαρ­δι­νο­γιάν­νης (capital.gr), παρα­δί­νο­ντας γλωσ­σι­κά μαθή­μα­τα σε μας τους ανίδεους.

Τρα­γω­δία στα Τέμπη: Ε.Ε‑Σιδηροδρομοι: Ο «βασι­λιάς» των αστι­κών κομ­μά­των είναι γυμνός…

Mark Twain, παρα­δό­θη­κε στις 4 Ιου­λί­ου 1899, Λον­δί­νο, Αγγλία.
Δεξί­ω­ση Αμε­ρι­κα­νών στο Λον­δί­νο το 1899, για την επέ­τειο της 4ης Ιουλίου

Σας ευχα­ρι­στώ για το κομπλι­μέ­ντο που μόλις μου έκα­ναν και για να δεί­ξω την εκτί­μη­σή μου για αυτό δεν θα σας ταλαι­πω­ρή­σω με πολ­λά λόγια.

Είναι ευχά­ρι­στο να γιορ­τά­ζου­με με αυτόν τον ειρη­νι­κό τρό­πο, σε αυτό το παλιό μητρι­κό έδα­φος, την επέ­τειο ενός πει­ρά­μα­τος που γεν­νή­θη­κε από τον πόλε­μο στην ίδια γη τόσο πολύ και­ρό πριν, και ολο­κλη­ρώ­θη­κε σε επι­τυ­χη­μέ­νο θέμα από την αφο­σί­ω­ση των προ­γό­νων μας. Χρειά­στη­καν σχε­δόν εκα­τό χρό­νια για να φέρου­με τους Άγγλους και τους Αμε­ρι­κα­νούς σε σχέ­σεις καλές, ευγε­νι­κές και αμοι­βαί­ας εκτί­μη­σης, αλλά πιστεύω ότι επι­τέ­λους επιτεύχθηκε.

Ήταν ένα μεγά­λο βήμα όταν οι δύο τελευ­ταί­ες παρε­ξη­γή­σεις διευ­θε­τή­θη­καν με τη διαι­τη­σία (την καλή γει­το­νία) αντί με κανό­νια. Είναι άλλο ένα σπου­δαίο βήμα όταν η Αγγλία υιο­θε­τεί τις ραπτο­μη­χα­νές μας χωρίς να διεκ­δι­κή­σει την εφεύ­ρε­ση — ως συνή­θως και άλλο ένα εισή­γα­γαν τις προ­άλ­λες αυτο­κί­νη­το με ανα­κλι­νό­με­να καθί­σμα­τα. Και ζέστα­νε την καρ­διά μου περισ­σό­τε­ρο από ό,τι μπο­ρώ να πω, χθες, όταν είδα το θέα­μα ενός Άγγλου που παρήγ­γει­λε σε έναν Αμε­ρι­κα­νό τσα­γκά­ρη οικειο­θε­λώς sherry _και όχι μόνο αυτό, αλλά με διαυ­γές το μυα­λό και ήρε­μα, ισορ­ρο­πη­μέ­να, λογι­κά και συγκρο­τη­μέ­να να υπεν­θυ­μί­ζει στον κρά­χτη να μην ξεχά­σει τις φράουλες.

Με μια κοι­νή κατα­γω­γή, μια κοι­νή γλώσ­σα, μια κοι­νή λογο­τε­χνία, μια κοι­νή θρη­σκεία και κοι­νά ποτά, τι χρειά­ζε­ται πλέ­ον για τη συνέ­νω­ση των δύο εθνών σε έναν μόνι­μο δεσμό αδελφοσύνης;
Αυτή είναι μια επο­χή προ­ό­δου και η δική μας είναι μια προ­ο­δευ­τι­κή γη. Μια μεγά­λη και ένδο­ξη γη, επί­σης — μια χώρα που ανέ­πτυ­ξε τους Washington, Franklin, William M. Tweed, Longfellow, Motley, Jay Gould, Samuel C. Pomeroy και ένα πρό­σφα­το Κογκρέ­σο που δεν ήταν ίδιο με το προη­γού­με­νο (έτσι δια­τεί­νο­νται ορι­σμέ­νοι …) και ένας στρα­τός των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών που κατέ­κτη­σε εξή­ντα Ινδιά­νι­κές περιο­χές σε οκτώ μήνες — κάτι που τους κού­ρα­σε _δε λέω (ο Θεός ξέρει), πάντως πολύ καλύ­τε­ρο από τις απο­λί­τι­στες σφαγές.

Έχου­με ένα ποι­νι­κό σύστη­μα που είναι ανώ­τε­ρο από οποιο­δή­πο­τε άλλο στον κόσμο και η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του αμαυ­ρώ­νε­ται μόνο από τη δυσκο­λία εύρε­σης δώδε­κα ανδρών ενόρ­κων κάθε μέρα που δεν ξέρουν τίπο­τα και δεν μπο­ρούν να δια­βά­σουν. Και μπο­ρεί να παρα­τη­ρή­σω ότι έχου­με μια παρά­νοια που θα είχε σώσει τον Κάιν.

Νομί­ζω ότι μπο­ρώ να πω, και να πω με περη­φά­νια, ότι έχου­με ορι­σμέ­να νομο­θε­τι­κά σώμα­τα που φέρ­νουν υψη­λό­τε­ρες τιμές από οποια­δή­πο­τε άλλη στον κόσμο.

Ανα­φέ­ρο­μαι και πάλι _τιμής ένε­κεν στο σιδη­ρο­δρο­μι­κό μας σύστη­μα, το οποίο συναι­νεί να μας αφή­σει να ζήσου­με, αν και μπο­ρεί να κάνει το αντί­θε­το, καθώς είμα­στε αφέ­ντες του εαυ­τού μας.

Κατέ­στρε­ψε μόνο τρεις χιλιά­δες εβδο­μή­ντα ζωές πέρυ­σι από συγκρού­σεις, και είκο­σι επτά χιλιά­δες δια­κό­σιες εξή­ντα, πέφτο­ντας πάνω από απρό­σε­κτους και αχρεί­α­στους ανθρώ­πους στις διαβάσεις.

Οι εται­ρεί­ες μετά­νιω­σαν σοβα­ρά για τη δολο­φο­νία αυτών των τριά­ντα χιλιά­δων ανθρώ­πων και έφτα­σαν στο σημείο να πλη­ρώ­σουν για μερι­κούς από αυτούς _οικειοθελώς, φυσι­κά, για­τί οι πιο άθλιοι από εμάς δεν θα ισχυ­ρί­ζο­νταν ότι έχου­με ένα δικα­στή­ριο αρκε­τά προ­δο­τι­κό ώστε να επι­βά­λει νόμο ενα­ντί­ον μιας σιδη­ρο­δρο­μι­κής εται­ρεί­ας. Αλλά, ευχα­ρι­στώ τον Παρά­δει­σο, οι σιδη­ρο­δρο­μι­κές εται­ρεί­ες είναι γενι­κά δια­τε­θει­μέ­νες να κάνουν το σωστό και ευγε­νι­κό πράγ­μα χωρίς εξα­να­γκα­σμό. Γνω­ρί­ζω μια περί­πτω­ση που με άγγι­ξε πολύ εκεί­νη την επο­χή (σσ. το 1872).

Μετά από ένα ατύ­χη­μα, η εται­ρεία έστει­λε στο σπί­τι τα λεί­ψα­να ενός αγα­πη­τού μακρι­νού συγ­γε­νή μου σε ένα καλά­θι, με την παρα­τή­ρη­ση, “Παρα­κα­λώ δηλώ­στε σε ποια τιμή τον εκτι­μά­τε και παρα­κα­λού­με επι­στρέψ­τε το καλά­θι”. Τώρα δεν θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει τίπο­τα πιο φιλι­κό από αυτό.

Αλλά δεν πρέ­πει να στέ­κο­μαι εδώ και να καυ­χιέ­μαι όλη τη νύχτα. Ωστό­σο, δεν θα σας πει­ρά­ξει να καυ­χιέ­ται λίγο για τη χώρα του στις 4 Ιου­λί­ου. Είναι μια δίκαιη και νόμι­μη στιγ­μή να πετά­ξεις τον αετό.

Θα πω μόνο μια ακό­μη λέξη καυ­χη­σιο­λο­γί­ας — και μια ελπι­δο­φό­ρα. Είναι αυτό. Έχου­με μια μορ­φή δια­κυ­βέρ­νη­σης που δίνει σε κάθε άνθρω­πο μια δίκαιη ευκαι­ρία και καμία εύνοια. Σε εμάς, κανέ­να άτο­μο δεν γεν­νιέ­ται με το δικαί­ω­μα να κοι­τά­ζει από ψηλά τον πλη­σί­ον του και να τον περι­φρο­νεί. Ας βρού­με την παρη­γο­ριά μας σε αυτό όσοι από εμάς δεν είμα­στε δού­κες. Και μπο­ρεί να βρού­με ελπί­δα για το μέλ­λον στο γεγο­νός ότι όσο δυσα­ρε­στη­μέ­νη είναι η κατά­στα­ση της πολι­τι­κής μας ηθι­κής σήμε­ρα, η Αγγλία έχει ξεση­κω­θεί πολύ πιο άσχη­μα από την επο­χή που ο Κάρο­λος Α’ εξευ­γέ­νι­ζε τις εταί­ρες και κάθε πολι­τι­κός χώρος ήταν θέμα δια­πραγ­μά­τευ­σης και πώλησης.

Υπάρχει ακόμα ελπίδα για εμάς.

Η παρα­πά­νω είναι η ομι­λία που επρό­κει­το να κάνω, αλλά ο υπουρ­γός μας, ο στρα­τη­γός Schenck, προ­ή­δρευ­σε και μετά την ευλο­γία κλπ., σηκώ­θη­κε και έκα­νε έναν, μακρύ, τερά­στιο και ασύλ­λη­πτα βαρε­τό διά­λο­γο και ολο­κλή­ρω­σε λέγο­ντας ότι, καθώς η ομι­λία δεν φαι­νό­ταν να ενθου­σιά­ζει πολύ τους καλε­σμέ­νους, όλη η περαι­τέ­ρω ρητο­ρι­κή θα μας έτρω­γε χρή­σι­μο κοι­νω­νι­κό χρό­νο. Είναι γνω­στό ότι ως συνέ­πεια αυτής της παρα­τή­ρη­σης σαρά­ντα τέσ­σε­ρις τελειο­ποι­η­μέ­νες ομι­λί­ες πέθα­ναν στη μήτρα. Η κατά­θλι­ψη, η κατή­φεια, η επι­ση­μό­τη­τα που κυριάρ­χη­σε στο συμπό­σιο από τότε και στο εξής θα είναι μια διαρ­κής ανά­μνη­ση με πολ­λούς που ήταν εκεί. Με αυτή την αλό­γι­στη παρα­τή­ρη­ση ο στρα­τη­γός Σένκ έχα­σε σαρά­ντα τέσ­σε­ρις από τους καλύ­τε­ρους φίλους που είχε στην Αγγλία. Περισ­σό­τε­ροι από ένας είπαν εκεί­νο το βρά­δυ: “Και αυτό είναι το είδος του ανθρώ­που που στέλ­νε­ται να μας εκπρο­σω­πή­σει σε μια μεγά­λη αδελ­φή αυτοκρατορία!”

Ευπει­θώς Mark Twain

Θέματα Παιδείας

Περιο­δι­κό «Θέμα­τα Παι­δεί­ας»: Κυκλο­φό­ρη­σε το νέο τεύχος

Το περιο­δι­κό εκδί­δε­ται από τον “Όμι­λο Εκπαι­δευ­τι­κού Προ­βλη­μα­τι­σμού” (σωμα­τείο — μη κερ­δο­σκο­πι­κού χαρα­χτή­ρα) με ευθύ­νη των Θόδω­ρου Τζιαν­τζή (εκδό­της) και Ρίτας Νικο­λα­ΐ­δου (διευ­θύ­ντρια, μέλος του Τμή­μα­τος Παι­δεί­ας της ΚΕ του ΚΚΕ)

Η ύλη επι­λέ­γε­ται και παρου­σιά­ζε­ται από Συντα­κτι­κή Επι­τρο­πή με τη βοή­θεια ειδι­κών συνεργατών

Μόνι­μοι συνερ­γά­τες: Αγω­νι­στι­κή Συσπεί­ρω­ση Εκπαι­δευ­τι­κών — Δημο­κρα­τι­κή Ενό­τη­τα Γονέ­ων — Δημο­κρα­τι­κή Πανε­πι­στη­μο­νι­κή Κίνη­ση — Κέντρο Μαρ­ξι­στι­κών Ερευ­νών — Μέτω­πο Αγώ­να Σπου­δα­στών (ΜΑΣ) Παν­σπου­δα­στι­κή Κ.Σ. — ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών.

Επι­κοι­νω­νία: τηλ. 210–8213430 6974478660 — [email protected]

Συν­δρο­μές-εμβά­σμα­τα: Θέμα­τα Παι­δεί­ας, Ταχ.Θυρ. 31207, Τ.Κ. 100 35 Αθήνα
Τιμή τεύ­χους: 5€

Ετή­σια συν­δρο­μή (4 τεύ­χη): 18€ Δίχρο­νη συν­δρο­μή (8 τεύ­χη): 35€ Ετή­σια συν­δρο­μή για φοι­τη­τές και άνερ­γους: 15€

Νομι­κά Πρό­σω­πα (ετή­σια): 25€ Συν­δρο­μή εξω­τε­ρι­κού: 35€

Κατα­θέ­σεις: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αρ.Λογαρ. 190/ 79299194 ΙΒΑΝ: ΟΚ8401101900000019079299194
(Δικαιού­χοι: Βουρ­δου­μπάς Ν.- Ιωαν­νί­δης Κ. — Νικο­λα­ΐ­δου Μ.)

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο