Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Τραγούδια και πανηγύρια της Ηπείρου

Η λέξη πανη­γύ­ρι είναι λαϊ­κή πανάρ­χαια και καθιε­ρω­μέ­νη εκφο­ρά της αρχαί­ας λέξης «πανή­γυ­ρις» με έντο­να τα διο­νυ­σια­κά στοι­χεία (<πᾶς+ἄγυρις), ένας από τους μακρο­βιό­τε­ρους ελλη­νι­κούς θεσμούς που έχει να κάνει με συνά­θροι­ση, συνεύ­ρε­ση, αγο­ρά και ικα­νο­ποιεί την δια­χρο­νι­κή ανά­γκη που νιώ­θουν οι άνθρω­ποι να μαζευ­τούν, να δια­σκε­δά­σουν, να γιορ­τά­σουν, να χαρούν με κρα­σί, μου­σι­κή, τρα­γού­δι, χορό και καλή παρέα απε­λευ­θε­ρώ­νο­ντας την ψυχή της λαϊ­κής οικο­γέ­νειας από τα δεσμά και το άγχος της καθη­με­ρι­νό­τη­τας δρώ­ντας ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κά, δίνο­ντας ελπί­δα και αισιο­δο­ξία.

Σε ό,τι μας αφορά…
Και στο τρα­πέ­ζι της χαράς της πρώτης
στης νίκης της ειρή­νης τη γιορτή
ο Μπε­λο­γιάν­νης θάν’ πανηγυριώτης
με κόκ­κι­νο γαρού­φα­λο στ’ αφτί
.

Παλιό­τε­ρα –όταν δεν ήταν εμπο­ρο­πα­νή­γυ­ρη, έξω από κατοι­κού­με­νες περιο­χές σε τόπους με ιδιαί­τε­ρο συμ­βο­λι­σμό, ασύ­χνα­στους, μέσα στη φύση, με ιδιαί­τε­ρη θέα και πρω­τα­γω­νι­στές αρμα­τω­μέ­νους, να φορούν φου­στα­νέ­λα ή ντου­λα­μά να φέρουν άρμα­τα ή καβα­λα­ραί­οι με ομοιό­μορ­φη στο­λή και σκού­φια. Πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρόλο έχουν οι οργα­νο­παί­κτες με τη ζυγιά. Η μου­σι­κή και ο χορός και το τρα­γού­δι συνο­δεύ­ουν κάθε πτυ­χή του πανη­γυ­ριού, βοη­θώ­ντας στη δια­τή­ρη­ση της μου­σι­κο-χορευ­τι­κής παρά­δο­σης του τόπου. Τα πανη­γύ­ρια βασί­ζο­νται στη συλ­λο­γι­κή δράση.

Η παρέα, ως κοι­νό­τη­τα, απο­κτά ιδιαί­τε­ρη βαρύ­τη­τα, έτσι ενώ οι πρω­τα­γω­νι­στές δεί­χνει να ΄ναι αρμα­τω­μέ­νοι, καβα­λα­ραί­οι και οργα­νο­παί­χτες, τα πάντα γίνο­νται με την πλαι­σί­ω­ση του κόσμου, χωρίς τον οποίο τα πανη­γύ­ρια θα έχα­ναν τον λαϊ­κό τους χαρακτήρα.

“H ορχή­στρα” φωτο Σπύ­ρος Μελετζής

Σ’ όλη την Ελλά­δα –κυρί­ως Αύγου­στο | Σεπτέμ­βρη (αλλά όχι μόνο), γινό­ταν –και γίνε­ται ως ένα βαθ­μό χαμός. Προ­σω­πι­κά λόγω κατα­γω­γής θυμά­μαι αφη­γή­σεις για το πανη­γύ­ρι στο Νησί που χάνε­ται στο βάθος του χρό­νου και σχε­τί­ζε­ται με την επο­χή εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης της αγρο­τι­κής παρα­γω­γής και τη δημιουρ­γία τοπι­κών αγο­ρών (επι­σή­μως ιδρύ­θη­κε το 1839).

Την επο­χή εκεί­νη, η Πελο­πόν­νη­σος είχε 22 πανη­γύ­ρια και άλλα τόσα η υπό­λοι­πη Ελλά­δα του τότε (Στε­ρεά Ελλά­δα). Μέχρι το 1909, αφού είχε απε­λευ­θε­ρω­θεί και άλλο τμή­μα της, ο αριθ­μός των πανη­γυ­ριών είχε ανέλ­θει σε 85. Από οικο­νο­μι­κή-ιστο­ρι­κή άπο­ψη, το φαι­νό­με­νο των πανη­γυ­ριών, ερμη­νεύ­ε­ται ως μια ακραία στρέ­βλω­ση των ανα­πτυσ­σό­με­νων καπι­τα­λι­στι­κών αγο­ρών, αφού οι φόροι για τη δια­κί­νη­ση προ­ϊ­ό­ντων από πόλη σε πόλη εντός της Ελλη­νι­κής επι­κρά­τειας σε συν­δυα­σμό με την παντε­λή έλλει­ψη οδι­κού δικτύ­ου, έκα­νε λ.χ. το σιτά­ρι της Λιβα­δειάς 100% πιο ακρι­βό στην αγο­ρά της γει­το­νι­κής Αθή­νας, ενώ το κλει­νόν άστυ έκα­νε εισα­γω­γές σιτα­ριού από Τουρ­κία και Ρωσία και την ίδια στιγ­μή τα στά­ρια της Μεσ­ση­νί­ας έμε­ναν απού­λη­τα. Το γεγο­νός ότι παρ’ όλη την επα­νά­στα­ση του σιδη­ρο­δρό­μου επί Τρι­κού­πη (1880) που έλυ­σε ως ένα βαθ­μό το πρό­βλη­μα του κόστους των μετα­φο­ρι­κών των αγρο­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων, τα πανη­γύ­ρια έμει­ναν και πλή­θυ­ναν με εθι­μι­κό πλέ­ον χαρα­κτή­ρα, παρά αυστη­ρά οικο­νο­μι­κό δεί­χνει ακρι­βώς τις βαθιές τους καταβολές.

Σήμε­ρα όχι μόνο η ηπει­ρω­τι­κή αλλά και η νησιω­τι­κή χώρα Κρή­τη, Λέσβος …Αλόν­νη­σος, Φολέ­γαν­δρος, Χίος, Νάξος, Νίσυ­ρος, Πάρος, Σέρι­φος, Αμορ­γός, Αστυ­πά­λαια, Νικα­ριά, Κάρ­πα­θος, Κάτω Κου­φο­νή­σι, Κάσος, Κέρ­κυ­ρα, Λευ­κά­δα, Σύρος, Σίκι­νος, Τζια –παντού.

Στην Κρή­τη, από την περί­ο­δο των πρώ­των Βυζα­ντι­νών Χρό­νων, τις εκκλη­σια­στι­κές γιορ­τές τις ακο­λου­θού­σαν πανη­γύ­ρια. Γύρω στο 1546 ένας Γάλ­λος περι­η­γη­τής γρά­φει: «Ήσαν φορ­τω­μέ­νοι όπλα και δεν έπαυαν να χορεύ­ουν έως τη νύχτα. Έτσι παρά­ξε­να ντυ­μέ­νοι και φορ­τω­μέ­νοι με φαρέ­τρα με 150 περί­που βέλη, που την είχαν πίσω στη ράχη, και μ’ ένα τόξο καλά τεντω­μέ­νο κρε­μα­σμέ­νο στο μπρά­τσο τους και με μια σπά­θα στο πλάι, χόρευαν, προ­σπα­θώ­ντας να κάμουν τα ωραιό­τε­ρα και ψηλό­τε­ρα πηδή­μα­τα». Στα πανη­γύ­ρια, πιστοί και μη τρώ­νε κρη­τι­κά όλοι μαζί, τρα­γου­δούν, χορεύ­ουν και γλε­ντά­νε με το γνω­στό «εξε­ζη­τη­μέ­νο» για τους αμύ­η­τους τρό­πο με μπα­λω­θιές και μαντι­νά­δες –εκεί­νο το είδος της αυτο­σχέ­διας λαϊ­κής ποί­η­σης σ’ ένα δεκα­πε­ντα­σύλ­λα­βο ομοιο­κα­τά­λη­κτο δημώ­δες δίστι­χο με αυτο­τε­λές νόη­μα. αιώ­νες από την επο­χή της Ενε­το­κρα­τί­ας και του Ερω­τό­κρι­του πολ­λοί ρωτούν να μάθουν «είντα ’ναι οι μαντι­νά­δες, τα πάθη σου και τση χαρές να λες με δυο αράδες».

Στην Κρή­τη χορεύ­ο­νταν και χορεύ­ο­νται ο «σιγα­νός» αργός, περ­πα­τη­τός χορός, με τα χέρια πια­σμέ­να από τους ώμους και όταν ο κύκλος των χορευ­τών μεγα­λώ­νει, κου­λου­ριά­ζε­ται με τη μορ­φή σπεί­ρας ‑πολ­λοί λένε ότι ανα­πα­ρι­στά την έξο­δο του Θησέα από το Λαβύ­ριν­θο, δικός τους «συρ­τός» που οδη­γεί­ται από έναν χορευ­τή επι­δέ­ξια και ζωη­ρά, με ποι­κί­λους πολύ­πλο­κους βημα­τι­σμούς, ο «πεντο­ζά­λης» ‑περή­φα­νος χορός των αρμα­τω­μέ­νων πολε­μι­στών από τ’ αρχαία χρό­νια, ο «μαλε­βι­ζιώ­της» σε δεκα­έ­ξι βήμα­τα. Στα όργα­να εκεί πρω­το­στα­τεί η λύρα σε αχλα­δοει­δές σχή­μα και έπο­νται λαού­το, βιο­λί, μαντο­λί­νο, ασκο­μα­ντού­ρα ‑από­γο­νος του άσκαυ­λου (πνευ­στό)-, θια­μπό­λι (ξύλι­νο πνευ­στό), ντα­ού­λι και, ειδι­κά τη σημε­ρι­νή επο­χή, η κιθά­ρα και το τουμπελέκι.

Εμπο­ρι­κή πανή­γυ­ρις εν τω χωρίω Μοίραις

Στα πανη­γύ­ρια συνα­ντά κανείς τις πραγ­μα­τι­κές τοπι­κές κατα­βο­λές, αν και πολ­λά έχουν αλλά­ξει από τότε με την εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση των πάντων και το ξεπού­λη­μα της παρά­δο­σης και της ιστο­ρί­ας μας από το αστι­κό κατεστημένο.

Ωστό­σο ο πυρή­νας του πανη­γυ­ριού παρα­μέ­νει ως χαρά, δια­σκέ­δα­ση, κατά­νυ­ξη, ξεφά­ντω­μα, αντά­μω­μα, επι­κοι­νω­νία, ψυχα­γω­γία και κοι­νές μνή­μες μέσο έκφρα­σης του λαϊ­κού πολι­τι­σμού και της τοπι­κής κοι­νω­νι­κής συνο­χής –της ταξι­κής συναί­νε­σης όχι –θυμη­θεί­τε το περί­φη­μο «τέλος της μικρής μας πόλης» του Δημή­τρη Χατζή, όπου οι ενδο­α­το­μι­κές αντι­φά­σεις και κοι­νω­νι­κές συγκρού­σεις παρω­θούν την εξέ­λι­ξη και οδη­γούν το χωριό –κατ’ ευφη­μι­σμό πόλη αμε­τά­κλη­τα προς το τέλος του.

Η δια­βρω­τι­κή επί­δρα­ση του χρό­νου σε συν­δυα­σμό με τις δυνά­μεις της «εξέ­λι­ξης», η «μοντέρ­να» προ­σαρ­μο­γή, μας έφε­ρε πλα­στι­κά τρα­πε­ζο­κα­θί­σµα­τα, σου­βλά­κια και µπύ­ρες, ενώ ακού­γο­νται τρα­γού­δια τα οποία δεν έχουν καμία σχέ­ση με την ιστο­ρία, την παρά­δο­ση και την αισθη­τι­κή ενός πανη­γυ­ριού … «Πρω­τα­γω­νι­στές» το πλα­στι­κό …νάι­λον τρα­πε­ζο­μά­ντι­λα, πλα­στι­κά ποτή­ρια, μικρο­φω­νι­κές εγκα­τα­στά­σεις οι οποί­ες παρα­ποιούν και αλλοιώ­νουν κάθε νότα και κάθε ήχο… ηλε­κτρι­κή κιθά­ρα, αρμό­νιο, ντραμς και γενι­κά κακο­ποί­η­ση της μου­σι­κής με εντά­σεις των ενι­σχυ­τών και των ηχη­τι­κών εφέ στα 200dB και μαζί «ερμηνευτές»-ριες της κακιάς ώρας των οποί­ων οι «λαρυγ­γι­σμοί» απέ­χουν παρα­σάγ­γες και από τα χαμη­λό­τε­ρα απο­δε­κτά επί­πε­δα… Φυσι­κά τα έθι­μα ‑κομ­μά­τι της ζωντα­νής παρά­δο­σης που συνε­χώς εξε­λίσ­σε­ται δεν μένουν στά­σι­μα αλλά ακο­λου­θούν την εξε­λι­κτι­κή πορεία του κοι­νω­νι­κού εποι­κο­δο­μή­μα­τος και προ­σαρ­μό­ζο­νται στις αλλα­γές με συνε­χές χαμή­λω­μα του πήχη — είτε έτσι είτα αλλιώς συνε­χί­ζο­ντας το ταξί­δι τους στο «γύρι­σμα των κύκλων».

Τα Ηπειρώτικα τραγούδια και πανηγύρια

Γρά­φει ο Βαγ­γέ­λης Χ. Νάνος (#)

Το όνο­μα Ήπει­ρος προ­έρ­χε­ται από τη λέξη Άπει­ρος δηλα­δή ατε­λεί­ω­τη. Πράγ­μα­τι η Ήπει­ρος είναι μια μεγά­λη περι­φέ­ρεια με αχα­νείς εκτά­σεις, ψηλά βου­νά, οξύ­αιχ­μους άγριους βρά­χους, βαθειά φαράγ­για, από­το­μους γκρε­μούς και σκο­τει­νές χαρά­δρες. Με θηριώ­δη πυκνή βλά­στη­ση στα χαμη­λά και αραιή στα ψηλά εκεί όπου ο βοριάς μαί­νε­ται ζωη­ρός, ξηρός και επί­μο­νος. Ποι­κι­λία ήχων που αντι­λα­λούν ανά­με­σα στα βου­νά και τα λαγκά­δια σπά­νε τη μονο­το­νία του περι­βάλ­λο­ντος καθώς συμπλέ­κο­νται μετα­ξύ τους με αυξο­μειού­με­νη έντα­ση  και διάρ­κεια. Βελά­σμα­τα και κου­δου­νί­σμα­τα αιγο­προ­βά­των, σφυ­ρίγ­μα­τα του αέρα και σφυ­ρίγ­μα­τα των βοσκών, κελα­ρύ­σμα­τα από νερά που τρέ­χουν και παφλα­σμοί  από νερά που κατα­κρη­μνί­ζο­νται, γαυ­γί­σμα­τα τσο­πα­νό­σκυ­λων και ‑που και που, μελω­δι­κοί ήχοι φλογέρας.

Όλοι αυτοί οι ήχοι με δια­φο­ρε­τι­κούς ρυθ­μούς και τόνους προ­σελ­κύ­ουν την προ­σο­χή, απο­σπούν από τον εφη­συ­χα­σμό, συναρ­πά­ζουν το πνεύ­μα, αιχ­μα­λω­τί­ζουν το νου και κατα­λαμ­βά­νουν τη σκέ­ψη. Η επι­βί­ω­ση στην Ήπει­ρο είναι δύσκο­λη. Απαι­τεί αγώ­να, υπο­μο­νή, αντο­χή, σκλη­ρα­γώ­γη­ση και επα­γρύ­πνη­ση. Ο σκλη­ρός ηπει­ρώ­τι­κος τόπος δυνα­μώ­νει το σώμα, ατσα­λώ­νει την ψυχή, κάνει ακα­τά­βλη­τη τη θέλη­ση και επί­μο­νο τον χαρα­κτή­ρα, απε­λευ­θε­ρώ­νει το πνεύ­μα ευαι­σθη­το­ποιεί το συναί­σθη­μα . Οι Ηπει­ρώ­τες είναι δεμέ­νοι με το τοπίο και το περι­βάλ­λον τους απ’ όπου δύσκο­λα μπο­ρούν να απο­δρά­σουν αν και περ­νούν μια ζωή λιτή.

Η μου­σι­κή κουλ­τού­ρα στην Ήπει­ρο παρα­μέ­νει αναλ­λοί­ω­τη και ανό­θευ­τη  από τις ξένες επιρ­ρο­ές εδώ και χιλιά­δες χρό­νια. Ακό­μα και κατά τη μακρο­χρό­νια περί­ο­δο της Τουρ­κο­κρα­τί­ας δια­τή­ρη­σε την καθα­ρό­τη­τά της προ­φα­νώς λόγω του δυσπρό­σι­του και άγο­νου εδά­φους της και λόγω του ανε­ξάρ­τη­του και υπε­ρή­φα­νου χαρα­κτή­ρα των κατοί­κων της. Η ζωή στα ορει­νά της Ηπεί­ρου κυλά­ει αργά και δύσκο­λα όπως δύσκο­λα ανε­βαί­νει κανείς τις από­το­μες πλα­γιές και τις σκλη­ρές ανη­φο­ριές της. Για όσους όμως έχουν ανοι­χτά τα μάτια, τα αυτιά και το νου, αυτά τα σκλη­ρά τοπία ανα­πέ­μπουν τοπι­κούς ήχους και μια μου­σι­κή αρμο­νία που όχι μόνο βασα­νι­στι­κή δεν κάνουν τη ζωή αλλά το αντί­θε­το, την κάνουν απο­λαυ­στι­κή και θελκτική.

Η τοπι­κή μου­σι­κή και τα τρα­γού­δια στην Ήπει­ρο έχουν μια αρχέ­γο­νη καθα­ρό­τη­τα, μια θερα­πευ­τι­κή δύνα­μη. Στα μακρι­νά, απο­μο­νω­μέ­να χωριά της έχει καλ­λιερ­γη­θεί και δια­τη­ρη­θεί ένας ξεχω­ρι­στός ήχος, ένας μονα­δι­κός ρυθ­μός. Εκεί ‑σ’ αυτά τα χωριά, οι κάτοι­κοι ζού­νε σ ’ αυτό το ρυθ­μό, ζού­νε με την παρά­δο­ση που αντι­στέ­κε­ται σθε­να­ρά στις δυνά­μεις της παγκο­σμιο­ποί­η­σης, του μοντερ­νι­σμού και της εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης που τεί­νουν να ξεκό­ψουν την τοπι­κή μου­σι­κή από τις ρίζες της. Οι Ηπει­ρώ­τι­κοι χοροί και τα τρα­γού­δια συνή­θως είναι αργά και μακρό­συρ­τα και ενώ μιλά­νε για βάσα­να, λύπες, καη­μούς και θανά­τους είναι ανα­κου­φι­στι­κά και ψυχο­θε­ρα­πευ­τι­κά. Όχι όμως για όλους αλλά γι’ αυτούς που ζού­νε εκεί και έχουν νοιώ­σει στο πετσί τους τη μου­σι­κή αυτή αλλά και γι’ αυτούς που έχουν μυη­θεί σ’ αυτή ντό­πιους και ξένους. Αυτούς που κρα­τά­νε ζωντα­νή την προ­φο­ρι­κή παρά­δο­ση και για τους οποί­ους η Ηπει­ρώ­τι­κη μου­σι­κή είναι πηγή ύψι­στης ηδο­νής και ζωτι­κής ανά­σας, ψυχι­κής ανά­τα­σης, θεϊ­κή μου­σι­κή, πολι­τι­στι­κό δια­μά­ντι με βαθιές ρίζες που φτά­νουν ως τα βάθη των αιώνων.

Το 200 — 300 πΧ στην πόλη Τράλ­λεις της Μικράς Ασί­ας που ήταν κοντά στο Αϊδί­νιο, ο Σεί­κι­λος ‑ένας κάτοι­κος της περιο­χής, έχα­σε τη γυναί­κα του Ευτέρ­πη. Ο θάνα­τός της φαί­νε­ται ότι συγκλό­νι­σε τον Σεί­κι­λο ο οποί­ος της αφιέ­ρω­σε ένα στί­χο τρα­γου­διού τον οποίο έγρα­ψε ο ίδιος. Πάνω στους στί­χους αυτούς συνέ­θε­σε μια μελω­δία  την οποία με μια μου­σι­κή γρα­φή και μαζί με τους στί­χους σκά­λι­σε σε μια πέτρα την οποία τοπο­θέ­τη­σε πάνω στον τάφο της. Σαν επι­κε­φα­λί­δα έγρα­ψε τα εξής :

«Είμαι μια πέτρα μια εικόνα.
Με έβα­λε εδώ ο Σείκιλος
σημά­δι αιώ­νιας αγά­πης και θύμησης»
(σσ. εικών η λίθος ειμί. τιθη­σι με Σεί­κι­λος ένθα μνήμης
αθα­νά­του σήμα πολυχρόνιον)

Και συνέ­χι­ζε με το στίχο:
«Όσο ζεις να λάμπεις (δηλα­δή να χαίρεσαι)
διό­λου μη λυπάσαι
η ζωή κρα­τά­ει λίγο
και ο χρό­νος απαι­τεί την πλη­ρω­μή του»
(απαι­τεί το τέλος, τελειώ­νει)σσ. Στη μέση υπάρ­χουν οι στί­χοι του τραγουδιού
μαζί με τα σύμ­βο­λα της μελω­δί­ας, του λεγό­με­νου φρυ­γι­κού τύπου:
Όσον ζης φαίνου,
μηδέν όλως συ λύπου.
Προς ολί­γον εστί το ζην,
το τέλος ο χρό­νος απαιτεί

Η ανα­θη­μα­τι­κή αυτή πέτρα ανα­κα­λύ­φθη­κε το 1883 και σήμε­ρα εκτί­θε­ται στο Εθνι­κό Μου­σείο της Δανί­ας. Όταν η μου­σι­κή γρα­φή της απο­κρυ­πτο­γρα­φή­θη­κε, απο­κα­λύ­φθη­κε ότι ήταν σχε­δόν ίδια με την μου­σι­κή των μοι­ρο­λο­γιών που τρα­γου­διού­νται και σήμε­ρα στα ορει­νά χωριά της Ηπεί­ρου, τα Ζαγο­ρο­χώ­ρια. Είναι η αρχαιό­τε­ρη γρα­πτή μελω­δία που έχει βρε­θεί στον κόσμο .

Η απώ­λεια του θανά­του, η σοβα­ρό­τε­ρη από όλες τις απώ­λειες κατα­λεί­πει απε­ριό­ρι­στη θλί­ψη επει­δή κατά πρώ­τον στα­μα­τά διά παντός την οποια­δή­πο­τε επα­φή και επι­κοι­νω­νία με το πρό­σω­πο που χάθη­κε και κατά δεύ­τε­ρο επει­δή χωρίς τον από­ντα πολ­λές φορές αλλά­ζει δρα­μα­τι­κά η ζωή των οικεί­ων του η οποία γίνε­ται θλι­βε­ρή, αβέ­βαιη και ενί­ο­τε χωρίς ελπί­δα. Μια πλημ­μυ­ρί­δα δυσά­ρε­στων συναι­σθη­μά­των κατα­κλύ­ζει την ψυχή αυτών που ξέμει­ναν πίσω οι οποί­οι προ­σπα­θούν να τα απα­λύ­νουν με θρή­νους, μου­σι­κή, τρα­γού­δια και μοι­ρο­λό­για. Η προ­σπά­θεια επού­λω­σης και θερα­πεί­ας του τραύ­μα­τος του πέν­θους με τη μου­σι­κή είναι πανάρ­χαια. Η μου­σι­κή γεν­νή­θη­κε σχε­δόν με τη γλώσ­σα του ανθρώ­που. Η μου­σι­κή είναι ο αρμο­νι­κός ήχος που δημιουρ­γή­θη­κε με ρυθ­μό που να αγγί­ζει το συναί­σθη­μα του ανθρώπου.

Η γλώσ­σα έγι­νε για να μπο­ρούν οι άνθρω­ποι να συνεν­νοη­θούν, η μου­σι­κή για να εκφρά­ζουν τα συναι­σθή­μα­τά τους. Στην αρχαία Ελλά­δα η μου­σι­κή χρη­σι­μο­ποιού­ταν για τέσ­σε­ρις λόγους.

Πρώ­τον ως μέσο τελε­τουρ­γί­ας δηλα­δή για τις τελε­τές που υμνού­σαν τους θεούς, δεύ­τε­ρο σαν δια­σκέ­δα­ση δηλα­δή για την ευχά­ρι­στη φυγή από την δύσκο­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα , τρί­το ως θερα­πευ­τι­κό μέσο και τέταρ­το ως μέσο δια­παι­δα­γώ­γη­σης και μόρ­φω­σης . Η μου­σι­κή μαζί με το χορό είχε στό­χο την καλ­λιέρ­γεια της ψυχής και την δια­τή­ρη­ση ή και απο­κα­τά­στα­ση της ψυχι­κής και σωμα­τι­κής υγεί­ας. Οι αρχαί­οι Έλλη­νες είχαν έναν κύριο και δύο δευ­τε­ρεύ­ο­ντες θεούς για τη μου­σι­κή, τη δια­σκέ­δα­ση, τα γλέ­ντια, τις πανη­γύ­ρεις και τις εορτές.

Ο Απόλ­λων ήταν θεός της μου­σι­κής αλλά και του ήλιου, του φωτός και της ιατρι­κής. Χάρι­ζε υγεία με τρεις τρό­πους : με τη θεϊ­κή δύνα­μη , την ιατρι­κή τέχνη (βότα­να και χει­ρο­πρα­κτι­κή) και τη Μου­σι­κή. Οι δευ­τε­ρεύ­ο­ντες θεοί ήταν ο Παν και ο Διό­νυ­σος. Ο Παν ήταν ο Θεός του χορού αλλά και της φιλη­δο­νί­ας, του ερω­τι­σμού, της τρέ­λας, της ατα­ξί­ας, του χάους, της αναρ­χί­ας, όλων των ζώων και του πανι­κού (η λέξη προ­έρ­χε­ται απ’ το όνο­μά του όπως και η λέξη πανί­δα). Ο Διό­νυ­σος ήταν θεός του γλε­ντιού, του κρα­σιού, του παι­γνι­διού, της έξα­ψης, της κραι­πά­λης και της βλά­στη­σης. Ο Παν δρού­σε και λει­τουρ­γού­σε συνε­χώς, παντού και πάντο­τε ενώ ο Διό­νυ­σος δρού­σε προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να σε εορ­τές και πανη­γύ­ρεις κατ’ αραιά χρο­νι­κά διαστήματα.

Οι χρι­στια­νοί προ­σπά­θη­σαν να επι­βά­λουν κάποιους δια­φο­ρε­τι­κούς πιο συντη­ρη­τι­κούς κανό­νες όπως εγκρά­τεια, απο­χή, νηστεία, μετά­νοια και αυστη­ρή τήρη­ση των ιερών νόμων και κανό­νων. Η καθο­λι­κή εκκλη­σία ήταν πιο αυστη­ρή, πιο δογ­μα­τι­κή, πιο άτεγ­κτη και λιγό­τε­ρο ανε­κτι­κή. Η ορθό­δο­ξη χρι­στια­νι­κή εκκλη­σία φάνη­κε πιο ευέ­λι­κτη και πιο ανε­κτι­κή ίσως επει­δή δέχθη­κε μεγά­λη πίε­ση από τους Έλλη­νες οι οποί­οι είχαν γαλου­χη­θεί επί αιώ­νες με τις εορ­τές, τα γλέ­ντια, τις χαρές και τις πανη­γύ­ρεις. Έτσι επε­τρά­πη­καν ή αφο­μοιώ­θη­καν ορι­σμέ­νες δοξα­σί­ες και στοι­χεία από τους αρχαί­ους τρό­πους εορ­τα­σμού κυρί­ως στα ορει­νά της Ηπεί­ρου. Τα  παλιά τελε­τουρ­γι­κά έθι­μα δια­τη­ρή­θη­καν επει­δή προ­σέ­φε­ραν μια παρη­γο­ριά, μια ανα­κού­φι­ση, μια ψυχο­λο­γι­κή ανάταση.

Έτσι για παρά­δειγ­μα σε πολ­λά χωριά της Ελλά­δας τον δεκα­πε­νταύ­γου­στο γιορ­τά­ζε­ται η κοί­μη­ση και η ανά­στα­ση της Πανα­γί­ας . Στην αρχαία Ελλά­δα την ίδια ημε­ρο­μη­νία γιορ­τά­ζο­νταν τα γενέ­θλια της Αθη­νάς η οποία ήταν παρ­θέ­νος και θεά της σοφί­ας . Επί­σης ο Χάρος (Χάρων στην αρχαία Ελλά­δα) μετα­φέρ­θη­κε αυτού­σιος στην Χρι­στια­νι­κή θρη­σκεία σαν αυτός που παίρ­νει τις ψυχές. Στην αρχαία Ελλά­δα ο Χάρων πέρ­να­γε τους προ­σφά­τως απο­θα­νό­ντες από τη μια όχθη του ποτα­μού Αχέ­ρο­ντα στην άλλη όπου ‑σύμ­φω­να με τη μυθο­λο­γία, βρι­σκό­ταν η πύλη εισό­δου του Άδη. Και ο Άδης δια­τη­ρεί­ται στη λαϊ­κή συνεί­δη­ση αν και αρχαίο δημιούργημα.

Ο Ασκλη­πιός μέγας για­τρός της αρχαιό­τη­τας που μετά τον θάνα­τό του θεο­ποι­ή­θη­κε, χρη­σι­μο­ποιού­σε τη μου­σι­κή σαν μέθο­δο για την αφύ­πνι­ση της θερα­πευ­τι­κής δύνα­μης της ψυχής η οποία στη συνέ­χεια επι­δρού­σε ιαμα­τι­κά στην ψυχή και το σώμα. Με τη μου­σι­κή θερά­πευε τις νευ­ρώ­σεις και με τα βότα­να και τις χει­ρουρ­γι­κές επεμ­βά­σεις τα τραύ­μα­τα και τις κακώ­σεις. Στα Ομη­ρι­κά έπη κατα­γρά­φε­ται αυτό  που ανα­κα­λύ­φθη­κε από τους πρώ­τους ανθρώ­πους, ότι δηλα­δή ο ήχος μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει ως ψυχο­θε­ρα­πευ­τι­κό μέσον. Κι έτσι δημιουρ­γή­θη­καν η προ­σευ­χή, η παρά­κλη­ση, οι επω­δές, οι ωδές, η θρη­νω­δία, το νανού­ρι­σμα, το μοι­ρο­λόϊ, το τρα­γού­δι και όλες οι γαλή­νιες μελω­δί­ες που κατευ­νά­ζουν τη θλί­ψη, τα άγχη , τους φόβους, τη δυσθυ­μία. Ο Όμη­ρος περι­γρά­φει άσμα­τα για ηρω­ι­κές πρά­ξεις και επι­κή­δειες ωδές που συμπλέ­κο­νται μετα­ξύ τους. Αργό­τε­ρα επι­κή­δεια άσμα­τα εκφρά­ζουν και άλλες μορ­φές απώ­λειας, όπως για παρά­δειγ­μα απώ­λεια πόλε­ων: “πήραν τη πόλιν πήραν την, πήραν την Σαλο­νί­κη…” ή την απώ­λεια λόγω ξενι­τιάς ή ερω­τι­κού χωρι­σμού κ.ά.  Οι περισ­σό­τε­ροι μελε­τη­τές της αρχαί­ας ιστο­ρί­ας υπο­στη­ρί­ζουν ότι κανέ­νας δυτι­κός πολι­τι­σμός δεν είχε τόση μεγά­λη εκτί­μη­ση στη μου­σι­κή και τα άσμα­τα όσο οι Αρχαί­οι Έλλη­νες. Με μου­σι­κή και τρα­γού­δια συνό­δευαν κάθε κοι­νω­νι­κό γεγο­νός όπως γέν­νη­ση, θάνα­τος, βάπτι­ση, γάμος, απο­χω­ρι­σμός, χαρά, λύπη. Η κύρια όμως εφαρ­μο­γή της μου­σι­κής ήταν η θερα­πεία της λύπης, του φόβου και της κόπω­σης ψυχής και σώμα­τος. Ο μέγας φιλό­σο­φος Αρι­στο­τέ­λης έλε­γε ότι η μου­σι­κή είναι η για­τρειά του πόνου που προ­κα­λεί ο κάμα­τος. Ο Πλά­τω­νας πίστευε ότι η ακρό­α­ση μιας καλής μου­σι­κής οδη­γεί σε ήρε­μη ψυχι­κή κατά­στα­ση. Θεω­ρού­σε επί­σης ότι η μου­σι­κή έπρε­πε να διδά­σκε­ται στα παι­διά σαν κύριο μάθη­μα μαζί με τα μαθη­μα­τι­κά και την αστρο­νο­μία. Η μου­σι­κή ασκεί αντι­φο­βι­κή δρά­ση ακό­μη και στα ζώα.

Τα τελευ­ταία χρό­νια έχει απο­δει­χθεί και  επι­στη­μο­νι­κά ότι η μου­σι­κή αντι­στρέ­φει τις ανα­το­μι­κές και μορ­φο­λο­γι­κές βλά­βες που προ­κα­λού­νται στον εγκέ­φα­λο από την επί­δρα­ση του χρό­νιου άγχους. Το άγχος και η κατά­θλι­ψη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν εκφυ­λι­σμό των νευ­ρώ­νων ενός σπου­δαί­ου τμή­μα­τος του εγκε­φά­λου που ονο­μά­ζε­ται Ιππό­κα­μπος. Ο Ιππό­κα­μπος παί­ζει ρόλο στην απο­θή­κευ­ση των συναι­σθη­μά­των και τον συν­δυα­σμό τους με τις ανα­μνή­σεις και τις γνω­σια­κές λει­τουρ­γί­ες. Επί­σης συμ­με­τέ­χει στη μετα­φο­ρά πλη­ρο­φο­ριών από τη βρα­χυ­πρό­θε­σμη μνή­μη στη μακρο­πρό­θε­σμη καθώς και την πλο­ή­γη­ση στο χώρο. Η μου­σι­κή όπως και η σωμα­τι­κή άσκη­ση ασκούν προ­στα­τευ­τι­κή δρά­ση στην ατρο­φία και τον εκφυ­λι­σμό του Ιππο­κά­μπου . Έχει ακό­μα ανα­πλα­στι­κή δρά­ση στις στρε­σο­γό­νες βλά­βες. Η μου­σι­κή προ­κα­λεί επί­σης την έκκρι­ση νευ­ρο­ορ­μο­νών όπως η ντο­πα­μί­νη , η σερο­το­νί­νη και οι ενδορ­φί­νες οι οποί­ες προ­κα­λούν ευε­ξία , χαρά, ευχα­ρί­στη­ση και προ­ώ­θη­ση της οξύ­νοιας και κρίσης.

Η μου­σι­κή προ­κα­λεί τέλος μεί­ω­ση της αυξη­μέ­νης Αρτη­ρια­κής πίε­σης, ελάτ­τω­ση της ταχυ­καρ­δί­ας και χαλά­ρω­ση του σπα­σμού του στο­μά­χου και του εντέρου.

Στην αρχαία Ελλά­δα η θρη­νω­δία θεω­ρού­ταν το κατ’ εξο­χήν θερα­πευ­τι­κό μέσον για τον πόνο των οικεί­ων του ανθρώ­που που είχε πεθά­νει και είχε χαθεί για πάντα. Η σημε­ρι­νή εξέ­λι­ξη της θρη­νω­δί­ας είναι το μοι­ρο­λόϊ. Επί αιώ­νες η βασι­κή δομή των μοι­ρο­λο­γιών παρέ­μει­νε αναλ­λοί­ω­τη  και σε πολ­λά Ηπει­ρώ­τι­κα χωριά παρα­μέ­νει η ίδια. Ο νεκρός  πρώ­τα πλέ­νε­ται και αλλά­ζε­ται  με άκρα­το σεβα­σμό και ευλά­βεια. Ακο­λού­θως τοπο­θε­τεί­ται στη μέση ενός δωμα­τί­ου όπου οι συγ­γε­νείς και φίλοι περ­νούν και τον απο­χαι­ρε­τούν, ενώ οι στε­νοί συγ­γε­νείς τον μοι­ρο­λο­γούν. Με θρη­νω­δί­ες και μοι­ρο­λό­για γίνε­ται και ο ενταφιασμός.

Οι θρη­νω­δί­ες και τα μοι­ρο­λό­για στην Ήπει­ρο έχουν μετα­τρα­πεί σε τρα­γού­δια που τρα­γου­διού­νται και χορεύ­ο­νται στα πανη­γύ­ρια, τις γιορ­τές και τις χαρού­με­νες στιγ­μές της ζωής.
Ένα χαρα­κτη­ρι­στι­κό παρά­δειγ­μα είναι το εξής:

“Σήκω Μαριό­λα μ’ από τη γης
κι από το μαύ­ρο χώμα
Μαριώ, Μαριό­λα μου
— Με τι ποδά­ρια η μαύ­ρη να σηκωθώ
χερά­κια ν’  ακουμπήσω
Μαριώ, Μαριό­λα μου.
Κάνε τα χέρια σου τσα­πιά τις απα­λά­μες φτυάρια
Ψυχή καρ­δού­λα μου…”

Το μοι­ρο­λόϊ αυτό ανα­φέ­ρε­ται σε πραγ­μα­τι­κό περι­στα­τι­κό όπου ο άντρας μετά από χρό­νια ξενι­τιάς για δου­λειά επι­στρέ­φει και μαθαί­νει ότι η γυναί­κα του έχει πεθά­νει προ πολλού .

Μία μάνα αντι­κρί­ζει το γυιό της  νεκρό στο χώμα μετά από μια σκλη­ρή μάχη με τον εχθρό και συν­θέ­τει το παρα­κά­τω μοι­ρο­λόϊ που έγι­νε αργό­τε­ρα τραγούδι:

“Για σήκω απά­νω Γιάν­νο μου και μη βαριοκοιμάσαι,
βρέ­χει ο ουρα­νός Γιάν­νο μ’ και θα  βραχείς,
χιο­νί­ζει θα κρυώσεις ,
θα σου βρα­χού­νε Γιάν­νο μ’ τ’ άρματα
και τ’ αση­μέ­νιο Γιάν­νο μ’ το σπαθί
και  τα χρυ­σά κου­μπιά σου…”

Με τέτοια μοι­ρο­λό­για- τρα­γού­δια ξεκι­νά­νε τα πανη­γύ­ρια στην Ήπει­ρο. Με τ’ αργό­συρ­τα αυτά τρα­γού­δια δίνε­ται χρό­νος στους μετέ­χο­ντες να φέρουν στη μνή­μη τους αυτούς που έφυ­γαν απ’ τη ζωή, αυτούς που έφυ­γαν στα ξένα, αυτούς που λεί­πουν γενικώς.

Στο Ηπει­ρώ­τι­κο πανη­γύ­ρι σαν να συμ­με­τέ­χουν κι οι πεθα­μέ­νοι. Ανά­λο­γα μοι­ρο­λό­για απα­ντώ­νται σε πολ­λά μέρη της Ελλά­δας κυρί­ως στη Μάνη και αλλού. Το 1917 ήταν η χρο­νιά του διχα­σμού σε «κρά­τος των Αθη­νών» υπό τον βασι­λιά Κων­στα­ντί­νο ‑που ήταν και ο κύριος υπεύ­θυ­νος- και το «κρά­τος της Θεσ­σα­λο­νί­κης» υπό τον Ελευ­θέ­ριο Βενι­ζέ­λο. Η κυβέρ­νη­ση Βενι­ζέ­λου έστει­λε στη Νάξο ένα ατμό­πλοιο για να στρα­το­λο­γή­σει άνδρες για τη δημιουρ­γία ισχυ­ρού εθνι­κού στρα­τού. Όλο το νησί δήλω­σε ότι θα υπα­κού­σει εκτός από τα χωριά Μονής και Απει­ράν­θου. Στην Απεί­ραν­θο, ένα απο­μο­νω­μέ­νο ορει­νό χωριό όπου δια­τη­ρού­νται πολ­λές αρχαί­ες παρα­δό­σεις, οι κάτοι­κοι δήλω­σαν  φιλο­βα­σι­λι­κοί και ότι αρνού­νται να υπα­κού­σουν στις εντο­λές του Βενι­ζέ­λου. Ενα­ντί­ον της Απει­ράν­θου στάλ­θη­κε τότε ένα στρα­τιω­τι­κό από­σπα­σμα  για να επα­να­φέ­ρει τους Απε­ραν­θί­τες στην τάξη. Έγι­νε πραγ­μα­τι­κή μάχη καθώς οι κάτοι­κοι αντι­στά­θη­καν με γκρά­δες και κυνη­γε­τι­κά όπλα. Τελι­κά μετά ολι­γο­ή­με­ρο αγώ­να, στις αρχές Ιανουα­ρί­ου 1917 το χωριό κατα­λή­φθη­κε. Απο­τέ­λε­σμα , 32 νεκροί και 42 τραυ­μα­τί­ες Απερανθίτες.

Ιστο­ρι­κό έχει μεί­νει το μοι­ρο­λόϊ μιας χαρο­κα­μέ­νης από τη μάχη , μάνας Απε­ραν­θί­τι­σας που έχει ως εξής:

“Ανά­θε­μα τσοι άνομοι,
τσοι λυσ­σα­σμέ­νοι σκύ­λοι πού ‘ρθα­σι
να σκο­τώ­σου­νε το γιο μου το Βασίλη.
Σαν που σ ’ αδι­κο­σκό­τω­σαν ν’
ν’ αδικοσκοτωθούνε
και να τσ’ ανα­ξερ­νά η γης στο χώμα να μη λειώσου
κι από την άχνη πού βγαλε
το  αίμα σου Βασίλη
κατα­κλυ­σμός να ‘εννη­θεί
και να πνι­γούν οι σκύλοι “.

Η οργή εκφρα­σμέ­νη με  τη μου­σι­κό­τη­τα του μοι­ρο­λο­γιού δρουν ως εκτο­νω­τι­κά της μεγά­λης θλί­ψης της μάνας.
Στα Ηπει­ρώ­τι­κα πανη­γύ­ρια  μετά τα τρα­γού­δια- μοι­ρο­λό­για συνή­θως ακο­λου­θεί ο Σκά­ρος. Σκά­ρος στη Ηπει­ρώ­τι­κη διά­λε­κτο είναι ο χρό­νος έναρ­ξης της βοσκής του κοπα­διού, ο χρό­νος που  τα γιδο­πρό­βα­τα βγαί­νουν σιγά-σιγά από τη στά­νη,  απ’ το μαντρί προς ανεύ­ρε­ση τρο­φής. Ο Σκά­ρος είναι ένας αργό­συρ­τος, ορχη­στρι­κός, μελω­δι­κός σκοπός.

Ιστο­ρι­κά σχε­τί­ζε­ται με την προ­σπά­θεια ελέγ­χου των κοπα­διών όταν αυτά ήταν σε ημιά­γρια κατά­στα­ση κατά την προϊ­στο­ρι­κή περί­ο­δο τότε που  τρο­φο­συλ­λέ­κτες  άνθρω­ποι τα καλού­σαν με σφυ­ρίγ­μα­τα και ήπιες μελω­δι­κές φωνές. Ήταν η ζωντα­νή επι­κοι­νω­νία ανθρώ­που και ζώου καθώς και τα ζώα αντα­πο­κρί­νο­νταν με βελάσματα.

Μετά το σκά­ρο ακο­λου­θεί μου­σι­κή με ποι­κί­λους ήχους, σκο­πούς και στί­χους ένα μωσαϊ­κό απο χαρές , καη­μούς , νοσταλ­γία, καθη­με­ρι­νά βάσα­να και εκτό­νω­ση. Ήχοι από την απλή ζωή χρω­μα­τι­σμέ­νη με τα συναι­σθή­μα­τα της δου­λειάς, της αγω­νί­ας και των αγώ­νων, της αισιο­δο­ξί­ας αλλά και της κόπωσης.

” Τι να σου κάνω Χάϊ­δω μ’ γέρασα,
εγώ ο μαύ­ρος γέρα­σα κι εσύ θέλεις παιγνίδια…”

Και τρα­γού­δια του έρω­τα και της αγά­πης όπως το πανέμορφο:
“…
Τώρα τα που­λιά, τώρα τα χελι­δό­νια, τώρα οι πέρδικες,
τώρα οι πέρ­δι­κες συχνο­λα­λούν και λένε
ξύπνα αγά­πη μου
ξύπνα αγκά­λια­σε κορ­μί –κυπα­ρι­σέ­νιο
ξύπνα φίλη­σε  ματάκια
βελου­δέ­νια κι άσπρο­νε λαιμό…”

Τρα­γού­δια που χαλα­ρώ­νουν, ημε­ρώ­νουν,  γαλη­νεύ­ουν, παρη­γο­ρούν, θερα­πεύ­ουν και τρα­γού­δια που ξεση­κώ­νουν, σκορ­πούν αισιο­δο­ξία, εκτό­νω­ση και δύνα­μη. Στα χωριά του Πωγω­νί­ου Ιωαν­νί­νων που βρί­σκο­νται στα βορειο­δυ­τι­κά του νομού τρα­γου­διέ­ται και χορεύ­ε­ται ο ομώ­νυ­μος χορός. Είναι χορός κυκλι­κός, απα­λός, ήπιος, στρω­τός, με ήρε­μες μελω­δί­ες που δια­κό­πτο­νται από κοφτές νότες και βαθειές κραυ­γές ανα­κού­φι­σης και στον οποίο συμ­με­τέ­χουν όλοι σχε­δόν οι πανη­γυ­ριώ­τες. Η καθο­λι­κή συμ­με­το­χή  είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό των Ηπει­ρώ­τι­κων πανη­γυ­ριών. Έναν χορό σ’ ένα  τέτοιο αυθε­ντι­κό πανη­γύ­ρι περι­γρά­φει θαυ­μά­σια ο Ηπει­ρώ­της ποι­η­τής Κώστας Κρυστάλλης:

« …Τα τρα­γού­δια ήταν όλα τρα­γού­δια της ζωής, του χωρα­φιού, του καλυ­βιού, της δου­λειάς, και της αγά­πης και κάπου — κάπου και κανέ­να της ξενι­τιάς. Μα ο χορός τους ακό­μα δεν ήταν ο πολύ­δι­πλος και ζωη­ρός χορός απώ­βλε­πα στα χωριά των βου­νών. Συρ­τός, ολό­στρω­τος, γαλη­νό­τα­τος, χορός παρό­μοιος με πλε­ού­με­νη αρμά­δα, βαρ­κού­λες οπού οι ναύ­τες με τα κου­πιά τις σπρώ­χνουν μπρο­στά και τις γυρί­ζουν πίσω.  Τρεις χιλιά­δες και πλειό­τε­ροι οι πανη­γυ­ρι­στά­δες. Έλε­γες ότι είχαν σηκω­θεί από τους τάφους τους οι παλιοί κάτοι­κοι αυτής της ξακου­σμέ­νης πολι­τεί­ας των Μολοσσών»…

(Κώστας Κρυ­στάλ­λης, διή­γη­μα, Το πανη­γύ­ρι της Καστρί­τσας, 1894).

Τα τρα­γού­δια των Ηπει­ρώ­τι­κων πανη­γυ­ριών  μιλά­νε  συχνά και για την παλι­κα­ριά, τη δύνα­μη, τη ρώμη και τη λεβε­ντιά. Όπως για παρά­δειγ­μα το τρα­γού­δι που ανα­φέ­ρε­ται στον θάνα­το του ήρωα των προ­ε­πα­να­στα­τι­κών χρό­νων του 1821 Κατσα­ντώ­νη (1775–1809)  ο οποί­ος έδρα­σε στα Τζου­μέρ­κα, τα Άγρα­φα και στο Βάλτο :

«…
Και σεις Τζου­μέρ­κα κι Άγρα­φα παλ­λη­κα­ριών λημέρια
γεια σου Κατσα­ντώ­νη μου…»

Την επο­χή της Τουρ­κο­κρα­τί­ας γύρω στο 1880 στη Νότια Αλβα­νία (Βόρεια Ήπει­ρο)  ζού­σε ένας δια­βό­η­τος Αλβα­νός κλέ­φτης ο οποί­ος δρώ­ντας θαρ­ρα­λέα και εξα­κο­λου­θη­τι­κά κατά των Τούρ­κων είχε δια­μορ­φώ­σει εικό­να λαϊ­κού ήρωα. Το όνο­μά του ήταν Οσμάν Ντάκας.

Κάποια στιγ­μή ο Οσμάν Ντά­κας συνε­λή­φθη από τους Τούρ­κους. Με συνο­πτι­κές δια­δι­κα­σί­ες κατα­δι­κά­στη­κε σε θάνα­το και οδη­γή­θη­κε στην πλα­τεία του χωριού προ­κει­μέ­νου να εκτε­λε­σθεί δι’ απαγ­χο­νι­σμού. Εκεί ρωτή­θη­κε αν είχε καμιά τελευ­ταία επι­θυ­μία . Εκεί­νος είπε ότι θα ήθε­λε να χορέ­ψει ένα χορό. Πράγ­μα­τι κλή­θη­κε η τοπι­κή κομπα­νία και ο Οσμάν Ντά­κας χόρε­ψε ένα λεβέ­ντι­κο, πραγ­μα­τι­κά συγκλο­νι­στι­κό χορό. Ήταν τέτοια η χορευ­τι­κή του δει­νό­τη­τα, η έκφρα­ση και η  χάρη των κινή­σε­ών του που εντυ­πω­σιά­στη­καν και οι Τούρ­κοι και του χάρι­σαν τη ζωή και την ελευ­θε­ρία του. Ο Οσμάν Ντά­κας έγι­νε θρύ­λος, έγι­νε τρα­γού­δι, έγι­νε χορός που χορεύ­ε­ται και σήμε­ρα στα Ηπει­ρώ­τι­κα πανη­γύ­ρια. Σε πολ­λά μέρη το όνο­μά του έχει παραλ­λα­χθεί και έγι­νε Σαμα­ντά­κας ενώ σε μερι­κά παρέ­μει­νε όπως ήταν, Οσμάν Ντάκας.

” Αχ  μωρ’ Σαμα­ντά­κα τη λεβε­ντιά σου νάχα
τη λεβε­ντιά σου νάχα γεια σου
Σαμαντάκα
Ξύπνα Σαμα­ντά­κα και φόρα τα τσαρούχια
στρί­ψε τη μου­στά­κα γεια σου Σαμαντάκα…”

Στην Ήπει­ρο ο χορός και το τρα­γού­δι είναι μια συλ­λο­γι­κή πρά­ξη θύμη­σης, εξο­μο­λό­γη­σης, λεβε­ντιάς και λαϊ­κής σοφί­ας. Μια ανα­σκα­φή στην αφε­τη­ρία,  την κατα­γω­γή και την ωρί­μαν­ση της ζωής και των συναι­σθη­μά­των που είναι βαθειά ριζω­μέ­να στην ιστο­ρι­κή συνεί­δη­ση του λαού της Ηπεί­ρου και που εκτεί­νε­ται από την Αιτω­λο­α­καρ­να­νία μέχρι τη Νότια Αλβανία.
Όμως, όπως προ­εί­πα­με, γίνε­ται κατα­νοη­τός σχε­δόν μόνο από τους μυη­μέ­νους , όσους έχουν διεισ­δύ­σει στους μύθους,τις δοξασίες,τους θρύ­λους και τον απλό αλλά ουσια­στι­κό  τρό­πο ζωής των Ηπει­ρω­τών. Προ­σέξ­τε ένα απλό φιλο­σο­φη­μέ­νο στί­χο τραγουδιού:

” Ποιος πλού­σιος απέθανε
και πήρε βιός μαζί του
πήρε τρεις πήχες σάβανο
και τύλιξ΄ το κορ­μί του…”

Τα τελευ­ταία όμως χρό­νια ο αγνός, καθά­ριος, απα­λός ήχος  νοθεύ­ε­ται συστη­μα­τι­κά από εκκω­φα­ντι­κούς ήχους που παρά­γο­νται από θηριώ­δεις ενι­σχυ­τές με την έντα­ση  στη δια­πα­σών η οποία αλλοιώ­νει το σκο­πό και κάνει ακα­τα­νό­η­τα τα λόγια και τα νοή­μα­τα. Επί πλέ­ον “νέα” τρα­γού­δια με γλωσ­σι­κούς βαρ­βα­ρι­σμούς ή λόγια ξένα προς την ηπει­ρώ­τι­κη κουλ­τού­ρα και μου­σι­κές φόρ­μες κακέ­κτυ­πα αντί­γρα­φα δημο­τι­κής μου­σι­κής ανα­με­μιγ­μέ­νες με κακό­η­χους ξενό­φερ­τους ρυθ­μούς παρει­σφρέ­ουν στα τρα­γού­δια των Ηπει­ρώ­τι­κων πανη­γυ­ριών σκο­τώ­νο­ντας το νόη­μα και το πνεύ­μα της αγνής, αρχέ­γο­νης μου­σι­κής και κατα­λύ­ο­ντας τη μαγεία της γαλή­νιας ακρό­α­σης και των πλου­σί­ων συναι­σθη­μά­των.  Με τα ισχυ­ρά μέσα διά­δο­σης, ίντερ­νετ, τηλε­ό­ρα­ση, δια­φή­μι­ση απλώ­νο­νται σαν λαί­λα­πα απει­λώ­ντας ευθέ­ως με εξο­βε­λι­σμό το καθα­ρό Ηπει­ρώ­τι­κο τρα­γού­δι. Εξαι­ρέ­σεις ευτυ­χώς υπάρ­χουν ακό­μα σε μερι­κά απο­μο­νω­μέ­να χωριά της Ηπεί­ρου όπου οι δια­τη­ρη­μέ­νοι  με ευλά­βεια παρα­δο­σια­κοί ήχοι κρα­τούν ζωντα­νό το αρχαίο καθά­ριο Ηπει­ρώ­τι­κο τρα­γού­δι με την αγνή μου­σι­κή και τον σοφό λόγο. Και όπου το πανη­γύ­ρι μπο­ρεί να σε πάρει από την απά­θεια, την απαι­σιο­δο­ξία, τη στε­νο­χώ­ρια τη θλί­ψη και την από­γνω­ση και να σε ταξι­δέ­ψει ως  την ανα­κού­φι­ση ‚τη χαρά, τη γαλή­νη και το ξεφάντωμα.

Δεί­τε και επει­σό­διο ΕΡΤ | θεμα­τι­κή ενό­τη­τα ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ.

Η Λαο­γρά­φος-Εθνο­λό­γος Μιρά­ντα Τερ­ζο­πού­λου μιλά για τα διά­φο­ρα είδη των ελλη­νι­κών λαϊ­κών πανη­γυ­ριών και για τους κοι­νω­νι­κούς, θρη­σκευ­τι­κούς και εθνι­κούς σκο­πούς που υπη­ρε­τούν δια­χρο­νι­κά στα πλαί­σια της ελλη­νι­κής παρά­δο­σης. Εικό­νες από παρα­δο­σια­κούς χορούς, αθλη­τι­κούς αγώ­νες, θρη­σκευ­τι­κές τελε­τές και μου­σι­κά γλέ­ντια κατά τη διάρ­κεια πανη­γυ­ριών. Ο Μου­σι­κο­λό­γος Νίκος Ανε­μο­δου­ριώ­της ανα­φέ­ρε­ται στις ρίζες και τα ακού­σμα­τα της δημο­τι­κής μου­σι­κής που παί­ζο­νται στα πανηγύρια

Τέλος, ο ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ φέρ­νει στη μνή­μη του εικό­νες από παρα­δο­σια­κά πανη­γύ­ρια στα οποία έχει συμ­με­τά­σχει από μικρή ηλι­κία ως οργα­νο­παί­κτης και ερμη­νεύ­ει δημο­τι­κά άσματα.

Ο Βαγ­γέ­λης Νάνος είναι κάτι σαν αδερ­φός: γνω­ρι­στή­κα­με πριν 45+χρόνια και πορευ­τή­κα­με πότε πλάι-πλάι και πότε σε παράλ­λη­λη τρο­χιά (ή στις λεγό­με­νες ασύμ­βα­τες ευθεί­ες για όσους θυμού­νται τη στε­ρε­ο­με­τρία, που είναι μια άλλη “ασυμ­πτω­τι­κή” παραλληλία).

Αν με βάση τα όσα γρά­φτη­καν παρα­πά­νω θεω­ρή­σε­τε πως είναι κάτι σαν Σίμων Καράς κάνε­τε λάθος –καμιά σχέ­ση: τυπι­κά γενι­κός χει­ρουρ­γός με υψη­λή ειδί­κευ­ση, ήταν πάντα «μέσα σ’ όλα», με κοι­νω­νι­κή άπο­ψη για την καθη­με­ρι­νό­τη­τα, τους ανθρώ­πους της διπλα­νής και παρα­δι­πλα­νής πόρ­τας, για την επι­στή­μη και γενικώς …

Ηπει­ρώ­της (γεν­νή­θη­κε στην Άρτα –στις Σελ­λά­δες –δίπλα στο Κομπό­τι) όπου τέλειω­σε και τη μέση εκπαί­δευ­ση και στη συνέ­χεια Ιατρι­κή Σχο­λή Πανε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης …ειδι­κό­τη­τα στον Ευαγ­γε­λι­σμό, πάει Αμε­ρι­κή και φέρ­νει τη λαπα­ρο­σκό­πη­ση στην Ελλά­δα, γίνε­ται διευ­θυ­ντής Κλι­νι­κής 401, μετά μετεκ­παί­δευ­ση (ΗΠΑ+Γαλλία) κλπ

(περισ­σό­τε­ρα εδώ)

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο